Άρθρα‎ > ‎Περιοδικά‎ > ‎

«Θαύματα» υποβολής ή ψευδαίσθησης

Για την επιστήμη της Ψυχολογίας δεν υπάρχει θαύμα, για τους ίδιους μάλιστα λόγους που και οι θετικές επιστήμες απορρίπτουν την ύπαρξη του. «Η Ψυχολογία δεν δέχεται την ύπαρξη των θαυμάτων, γιατί πιστεύει ότι υπάρχει αίτιο και αιτιατό. Πιστεύει δηλαδή ότι πίσω από κάθε φαινόμενο βρίσκεται και η εξήγηση του».

Η αιτιολόγηση που οι ψυχολόγοι δίνουν στα φαινόμενα της πίστης στο θαύμα και της αποδοχής από πολλούς μιας «υπερφυσικής» παρουσίας στη ζωή τους, έχει να κάνει με συγκεκριμένους ψυχικούς μηχανισμούς. Η παρουσία και η λειτουργία αυτών των μηχανισμών εμποδίζουν το άτομο στην κατανόηση των φαινομένων. «Αυτοί είναι η έλλειψη γνώσης, ή η ασυνείδητη προσπάθεια παρεμπόδισης της επικοινωνίας του ατόμου με την ίδια του την πραγματικότητα. Ένας άνθρωπος βρισκόμενος σε παραληρηματική κατάσταση και ειδικότερα όταν λειτουργεί ένα σύμπτωμα ψυχικής αποδιοργάνωσης, το οποίο ονομάζεται ψευδαίσθηση, μπορεί να δει ή να ακούσει όντα τα οποία βρίσκονται πέρα από την πραγματικότητα. Το φαινόμενο της — οπτικής και ακουστικής — ψευδαίσθησης είναι υπαρκτό στον ψυχικό μηχανισμό. Και βέβαια, μέσα σε μία τέτοια κατάσταση, παραληρηματική ή ψευδαισθήσεων, το άτομο μπορεί να πιστέψει ότι έγιναν θαύματα».

Η ψευδαίσθηση και οι παραληρηματικές καταστάσεις δεν είναι βέβαια οι μόνοι παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν σε τέτοιες καταστάσεις. Ένα άλλο φαινόμενο, που σχετίζεται άμεσα με την πίστη στα θαύματα είναι η υποβολιμότητα, που αποτελεί χαρακτηριστική ιδιότητα του ψυχικού κόσμου. «Υπάρχουν άτομα τα οποία έχουν διαμορφώσει ψυχικά μία τέτοια προσωπικότητα που διακρίνεται από μία τάση υποβολιμότητας. Που σημαίνει ότι τα άτομα αυτά έχουν την τάση να αποδέχονται καθετί, είτε το βλέπουν είτε το φαντάζονται». Ως εκ τούτου είναι εύλογο κατά τον κ. Μπούκουρα, ότι τα υποβόλιμα άτομα μπορεί πολύ εύκολα να τα κατευθύνει κανείς και να νομίσουν ότι συνέβη κάτι, χωρίς καν να το έχουν δει οι ίδιοι.

Ωστόσο, η πλειονότητα των θρησκευτικών δογμάτων ανά τον κόσμο βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στα θαύματα, σε σημείο που πολλές από αυτές ακυρώνονται αν αφαιρεθούν έστω και θεωρητικά τα θαύματα από τη διδασκαλία τους. «Αν λάβουμε υπόψη ότι κάθε θρησκεία έχει ανάγκη να αποκτήσει οπαδούς, το θαύμα βοηθά να προσκολληθούν σε αυτό εκείνοι που ήδη πιστεύουν. Υπάρχει δηλαδή μία τάση χειραγώγησης της πίστης των ανθρώπων.

Υπάρχει όμως και μία εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου, μία αναζήτηση κάποιου στοιχείου μέσα από την πραγματικότητα που θα επιβεβαιώσει και θα ενισχύσει την πίστη του. Κάθε πιστός δοκιμάζεται από τον ίδιο του τον εαυτό, μέσα από έναν διάλογο μεταξύ της πίστης και της δικής του εσωτερικής πραγματικότητας. Και το θαύμα του είναι απαραίτητο για να διατηρήσει την πίστη του».


Ανάγκη η πίστη

Κάθε άνθρωπος αναζητεί λοιπόν ένα θαύμα στη ζωή του. Ως ένα στοιχείο που θα τον βεβαιώσει για την ύπαρξη κάποιου ανώτερου όντος και θα θεμελιώσει
την πίστη του. Η πίστη εξάλλου είναι κάτι απόλυτα φυσιολογικό και πολύ σημαντικό. «Οι ανάγκες του ανθρώπου για πίστη ξεκινούν από τη στιγμή που σταματούν οι δυνατότητες της γνώσης του. Η πίστη έχει επίσης να κάνει με τις υπαρξιακές μας ανησυχίες, γιατί είμαστε εδώ, από πού ήλθαμε και πού θα πάμε. Μέσα στην πραγματικότητά του, ο άνθρωπος νιώθει ότι όλα αυτά τα οποία απολαμβάνει και ζει δεν είναι δικά του κατασκευάσματα, αλλά υπάρχει ένα ανώτερο ον από αυτόν».

Όσον αφορά τέλος στα θαύματα στα οποία αναφέρονται ακόμη και οι ίδιοι οι γιατροί και στα φαινόμενα αυτοϊασης ασθενών, ο κ. Μπούκουρας αναφέρεται στο ποσοστό 5% που δίνεται σε κάθε ασθενή, δηλαδή τις ελάχιστες πιθανότητες αυτοϊασης και ανάκαμψης του οργανισμού από κάθε πάθηση, που δεν στοιχειοθετούν θαύμα. «Υπάρχουν φαινόμενα ανθρώπινων, σωματικών μηχανισμών που μπορούν από μόνοι τους να ενεργοποιηθούν και να λειτουργήσουν, σαν να πρόκειται για θαύμα».


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΣ
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φαινόμενα