H βία και η υποτακτικότητα στη γυναίκα

Αφορμή για το θέμα αυτό αποτέλεσε η σκέψη του που τελειώνει ο μύθος και που αρχίζει η πραγματικότητα για την ιδιαιτερότητα της γυναικείας φύσης. Αφετηρία γι’ αυτές τις σκέψεις αποτελούν κάποιες παρατηρήσεις πάνω στο πως συμπεριφέρονται οι άνθρωποι απέναντι στους ανθρώπους που είναι διαφορετικοί απ’ αυτούς και γιατί.

Στο παγκόσμιο επίπεδο έχουμε παρατηρήσει κεφαλαιώδη προβλήματα να προβάλουν με μια μεγάλη ποικιλία διαφορών. Μέσα σ’ αυτές τις διαφορές εντάσσονται ακόμη και εκείνες που χωρίζουν τους άνδρες από τις γυναίκες. Αν αναλύσουμε ένα μέρος του τίτλου θα παρατηρήσουμε ότι η υποτακτικότητα είναι ένα χαρακτηριστικό της γυναικείας συμπεριφοράς. Η ιστορική διαδρομή του ανθρώπινου είδους, όμως, έχει δώσει παραδείγματα που από την μια μεριά επιβεβαιώνουν τη θέση κι από την άλλη την ανατρέπουν, από τους πατριαρχικούς χρόνους και την κλασική αρχαιότητα της μητριαρχικές κοινωνίες και το σύγχρονο κόσμο.

Σε πολλές περιγραφές της “γυναικείας ψυχής” συναντούμε ολοένα μερικά γνωρίσματα, που πιστεύουμε ότι μπορούμε να τα ορίσουμε σαν “τυπικά γυναικεία”. Πολλές φορές ο άνδρας συνηθίζει να περιγράφει τη γυναίκα, κατά κανόνα, φορτωμένη με ελαττώματα.

Ακόμη κι όταν προσπαθεί να “μην αδικήσει τη γυναίκα”, στους χαρακτηρισμούς του κρύβεται ένας ασυνείδητος υποβιβασμός, που αντιστοιχεί στην ανδρική προκατάληψη. Κατηγορούν τη γυναίκα για παθητικότητα, υποτακτικότητα και ματαιοδοξία. Τι είναι αυτές οι ιδιότητες; Είναι φυσικά προϊόντα, φυσικοί ορισμοί ή προέρχονται από την εκπαίδευση και τις κοινωνικές συνθήκες;

Στην πραγματικότητα η ιστορία δείχνει ότι μέχρι τώρα οι γυναίκες ήταν, πιο παθητικές από τους άνδρες. Οι άνδρες έκαναν τους πολέμους και τα εξερευνητικά ταξίδια ρίχτηκαν σε περιπέτειες και αγώνες. Είχαν επίσης την πρωτοβουλία στην σεξουαλική αναζήτηση (όχι πάντα), κατευθύνουν την τύχη της οικογένειας, είναι εκπρόσωποι της. Οι γυναίκες του παρελθόντος έκαναν μάλλον υπομονετική, σκεπτική ζωή. Η γυναίκα βγήκε από την παθητικότητα της τα τελευταία 100 χρόνια και αρχίζει να κάνει ενεργητική ζωή. Μπορούμε ν’ αναρωτηθούμε μήπως η παθητικότητα της γυναίκας είναι ένα τεχνητό προϊόν της σημερινής ή της συνηθισμένης σ’ όλες τις γνωστές σ’ εμάς εποχές - εκπαίδευση; Η προσεκτικότερη παρατήρηση μας διδάσκει ότι οι εκπαιδευτικές μας μέθοδοι αποθαρρύνουν το αναπτυσσόμενο κορίτσι σε κάθε ενεργητική στάση του απέναντι στη ζωή. Επίσης το πρότυπο της μητέρας είναι σπάνια κατάλληλο για να ευνοήσει μια ανάπτυξη προς την ενεργητικότητα. Οι επαγγελματικές επιθυμίες και τα μελλοντικά σχέδια του κοριτσιού κινούνται με παραπειστική πίεση, από τα έξω, στο παθητικό, καρτερικό, μη φιλόδοξο: σ’ έναν κόσμο, όπου οι θέσεις δυναμικής δραστηριότητας δίνονται στους άνδρες, η γυναίκα τείνει αναγκαστικά στη παθητικότητα. Ήδη οι τελευταίες δεκαετίες μας έχουν διδάξει ότι αυτό δεν είναι οπωσδήποτε έτσι: η σύγχρονη γυναίκα έχει πολλαπλάσιο της ενεργητικότητα, που είχαν οι γυναίκες περασμένων εποχών, και θα μπορέσει στο μέλλον όλο και πιο πολύ σε όλους τους τομείς της ζωής να συναγωνιστεί καλύτερα να συνεργαστεί με το άνδρα.

Η γυναίκα στο παρελθόν υποτασσόταν στον άνδρα χωρίς καμιά αντίσταση. Στην πορεία των αιώνων δε γνωρίζουμε σχεδόν καμιά άλλη σχέση των γυναικών προς τους άνδρες τους εκτός απ’ αυτή της σκλαβιάς.

Ο άνδρας “κατείχε” τη γυναίκα με όλη τη σημασία της λέξης. Και στη σημερινή γυναίκα παρατηρούμε εδώ κι εκεί την υποταγή στη γυναικεία μοίρα της, ακόμη κι όταν αυτή είναι απαράδεκτη. Μερικοί άνδρες προσπαθούν να διαμορφώσουν τη συζυγική τους ζωή με το πατριαρχικό πνεύμα και συμπεριφέρονται μέσα στην οικογένεια σα μικροί δικτάτορες. Συχνά συμψηφίζουν μ’ αυτό τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες μιας κατά τα άλλα καθημερινής ζωής. Η σύγχρονη ψυχολογία αποδίδει την υποτακτικότητα της γυναίκας αποκλειστικά στα βιώματα και την εκπαίδευση στα παιδικά και νεανικά χρόνια. Και εδώ οι καταστάσεις έχουν κατά κάποιο τρόπο ήδη βελτιωθεί. Όταν η μοιρολατρική και παθητική στάση των γυναικών συνεχίζεται μπορεί να αποδοθεί στις εντυπώσεις από τα πρώτα χρόνια της ζωής, καθώς και στην κοινωνική θέση της γυναίκας που ορίζεται ακόμη από τη μη ισοτιμία ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα. Όπως όλες οι λαϊκές ομάδες, που θεωρούνται σαν κατώτερες από τις άλλες έτσι και οι γυναίκες της προσωπικής τους αξίας: γι’ αυτό στο ασυνείδητο σύστημα τους για τη ζωή υπάρχει ένας παράγοντας της αβεβαιότητας που τις εμποδίζει να τα βγάζουν πέρα μόνες τους. Αλλά και η όπως νομίζομαι: όπως κάθε ανθρώπινο όν, ήθελε να ζει σε ελευθερία και αυτοδιάθεση, όταν αυτό δεν μπορούσε να το επιτύχει με ίσιο τρόπο, πραγματοποιούσε τις απαιτήσεις της με κρυφούς και πλαγίους τρόπους πράγμα που οδηγούσε συχνά σ’ έναν λεπτό αγώνα ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, που δηλητηριάζει όλες τις ερωτικές και σεξουαλικές σχέσεις.

Είναι, συνεπώς, σκόπιμο να συμβάλλουμε στις προσπάθειες καθορισμού της ευθύνης των βιολογικών και πολιτιστικών παραγόντων στο πρόβλημα αυτό. Να αναθεωρήσουμε δεδομένα προς αυτήν την κατεύθυνση και να θέσουμε το ερώτημα κατά πόσο η ψυχαναλυτική γνώση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την έρευνα της πιθανής σχέσης με τις κοινωνικές επιδράσεις. Είναι γενικά παραδεκτό σιωπηρά τουλάχιστο, ότι κάθε είδους τάσεις μαζοχιστικού χαρακτήρα είναι πολύ πιο συχνές στις γυναίκες παρά στους άνδρες το συμπέρασμα αυτό είναι αναπόφευκτο όταν κανείς ασπάζεται τη βασική ψυχαναλυτική θεωρία ότι η γενική συμπεριφορά στη ζωή διαμορφώνεται πάνω στο πρότυπο της σεξουαλικής συμπεριφοράς, που στις γυναίκες θεωρείται μαζοχιστική. Απ’ αυτό συνεπάγεται ότι εάν οι περισσότερες ή και όλες οι γυναίκες είναι μαζοχίστριες στη στάση τους απέναντι στον έρωτα (σεξ) και την αναπαραγωγή, θα πρέπει αναμφισβήτητα να επιδεικνύουν μαζοχιστικές τάσεις και μη σεξουαλική τους στάση απέναντι, στη ζωή, πιο συχνά απ’ ότι οι άνδρες.

Σήμερα, ωστόσο, αυτές οι απόψεις είναι συζητήσιμες και η μονομέρεια καθώς και αυτές οι γενικεύσεις τείνουν να αδικήσουν κατ’ ουσία τη γυναικεία φύση.

Η ψυχαναλυτική σκοπιά εξ’ άλλου δεν αποκλείει την ύπαρξη και των κοινωνικών παραγόντων για τέτοια φαινόμενα, δεν τους αξιολογεί όμως κατά προτεραιότητα.

Οι σύγχρονες, έρευνες υποστηρίζουν πως η δεκτικότητα της γυναίκας στην υποτέλεια, στο μαζοχισμό μπορεί να αιτιολογείται από πολιτισμικούς παράγοντες ή από καθαρά ψυχοπαθολογικούς που εξετάζονται πάντα κατά περίπτωση.

Εκείνο που πρέπει να εξετάσουμε όμως είναι τις βαθύτερες αντιδράσεις της γυναικείας σε μια κατάσταση κοινωνικής ή σεξουαλικής υποτέλειας.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους μπορεί κανείς να καθησυχάσει τους βαθύτερους φόβους. Η παραίτηση είναι ένας τρόπος, ή αναστολή ένας άλλος η άρνηση του φόβου και η υιοθέτηση μιας αισιόδοξης στάσης είναι ένας τρίτος κ.α. Επειδή η στοργή και η συμπάθεια των άλλων ανθρώπων είναι ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο πολύ εύκολα εξαρτάται από τους άλλους σε μεγάλο βαθμό. Αυτό έγκειται στην υπερβολική μείωση της αυτοεκτίμησης της γυναίκας.

Αισθάνεται κατώτερη, νοιώθει ότι δεν την αγαπούν και ότι δεν είναι άξια αγάπης. Από την άλλη πλευρά αυτή ακριβώς η έλλειψη αυτοπεποίθησης την κάνει να πιστεύει πως το να κάνει έκκληση στον οίκτο των άλλων, έχοντας ή επιδεικνύοντας αισθήματα κατωτερότητας, αδυναμία και βάσανα είναι ο μόνος τρόπος να κερδίσει τη συμπάθεια που έχει ανάγκη. Βλέπουμε, έτσι ότι η καταστροφή της αυτοεκτίμησης έχει τη ρίζα της στην αδρανοποίηση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “απαιτούμενη επιθετικότητα”. Μ’ αυτό εννοούμε την ικανότητα για δράση που περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: να παίρνει κανείς πρωτοβουλία, να κάνει προσπάθειες, φτάνει τα πράγματα ως την ολοκλήρωση τους, να κατακτά την επιτυχία, να επιμένει στα δικαιώματα του; να υπερασπίζεται τον εαυτό του, όταν του επιτίθεται να σχηματίζει και να εκφράσει αυτόνομες σκέψεις, ν’ αναγνωρίζει κανείς τους στόχους του και να σχεδιάζει τη ζωή του σύμφωνα μ’ αυτούς.

Σε αντίθεση περίπτωση η επιθετικότητα φανερή ή λανθάνουσα μπορεί να εκδηλώνεται με συγκεκριμένες συμπεριφορές σε γυναίκες που αισθάνονται υποτελείς ή καταπιεσμένες.

Πολλές φορές παρουσιάζεται η επιθετικότητα παραποιημένη με συμπεριφορές προβολικές, όπως η κατασκευή ενός εχθρού ή ενός αποδιοπομπαίου τράγου, ή ο σχηματισμός τελετουργικών, ή η πίστη σε κακά πνεύματα. Υπάρχει όμως, και η απωθημένη επιθετικότητα, με συμπεριφορές σαν σύγκρουση ενάντια στο γόητρο, στο πνεύμα του ανταγωνισμού, ή της κυριαρχίας ή ακόμη ενάντια στο πνεύμα της ιδιοκτησίας.

Κάθε άτομο, λοιπόν αναπτύσσεται με αποθέματα επιθετικότητας, μ’ ένα υπόβαθρο εχθρικότητας μέσα από στερήσεις, ματαιώσεις, απαγορεύσει, που στα τελευταία στάδια της ανάπτυξης σχηματίζονται τάσεις επιθετικές πιο επεξεργασμένες, πιο ακριβές και πιο σύνθετες.

Αν επανέλθουμε στο αρχικό μας πρόβλημα πρέπει τελικά να επισημάνουμε ότι σε μια κατάσταση ανισότητας ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα, η γυναίκα δεν ενθαρρύνεται να πάρει στα σοβαρά τις δικές της ανάγκες, να τις διερευνήσει, να προσπαθήσει, να ενεργήσει να παραχωρήσει όλα τα δικά της εφόδια και εμποδίζεται έτσι η δικής της αξία. Αντίθετα, η γυναίκα ενθαρρύνεται να συγκεντρώνει την προσοχή και το ενδιαφέρον της στις ανάγκες και στην ανάπτυξη του άντρα.

Οι γυναίκες δεν ενθαρρύνονται ν’ αναπτυχθούν, όσο περισσότερο μπορούν και να νιώθουν τα ερεθίσματα και την αγωνία, την κούραση και τον πόνο που περικλείει αυτή η πορεία. Στην πραγματικότητα, οι γυναίκες προτρέπονται να πιστεύουν ότι αν αναλάβουν το συναισθηματικό και διανοητικό αγώνα της ανάπτυξης τους, το τελικό αποτέλεσμα θα είναι ολέθριο θα χάσουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν μια στενή σχέση. Το τίμημα αυτό, αυτή η απειλή της απομόνωσης είναι αφόρητη για τη σκέψη του καθένα.

Για να αποφύγουν την κατάληξη αυτή οι γυναίκες ενθαρρύνονται να κάνουν δύο πράγματα. Πρώτα αποτρέπονται από την εξέταση και την έκφραση των αναγκών τους. Δεύτερο, οι γυναίκες ενθαρρύνονται να “μετατρέπουν” τις ανάγκες τους. Αυτό συχνά σημαίνει ότι, αυτόματα και χωρίς να το αντιληφθούν, αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν ακόμη και την απλή ύπαρξη των αναγκών τους. Φτάνουν να βλέπουν τις ανάγκες τους σαν να ήταν ίδιος με των άλλων – συνήθως των αντρών και των παιδιών.

Αν οι γυναίκες καταφέρουν να κάνουν μια τέτοια μετατροπή και να ικανοποιήσουν αυτές τις ανάγκες των άλλων, τότε, πιστεύουν ότι θα νιώσουν άνετα και ικανοποιημένες. Το πρόβλημα είναι ότι πρόκειται για μια εντελώς επισφαλή και πρόσκαιρη μετατροπή.

Στο μέτρο που ισχύουν αυτές οι παρατηρήσεις κατά πάσα πιθανότητα αντανακλούν την πίεση των συγκρουόμενων αναγκών πόσο των αντρών όσο και των γυναικών και ίσως καταδείχνουν , ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι γυναίκες ενθαρρύνονται ν’ αναζητήσουν την εκπλήρωση όλων τους των αναγκών στην οικογένεια.

Τελειώνοντας εκείνο που πρέπει να προσπαθήσουν είναι να πιστέψουν ότι οι ανάγκες τους ανήκουν στις ίδιες και όχι σε κάποιο άλλον.

 

Δημήτρης Μπούκουρας

Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής