Ο πολυδιάστατος ρόλος της γυναίκας

Στην Ελλάδα σήμερα συνυπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι οικογένειας. Κατ’ αρχάς η παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια, που δημιουργείται με γάμο και περιλαμβάνει γονείς και παιδιά. Επίσης, υπάρχουν πολλές μονογονεϊκές οικογένειες, που προκύπτουν από διαζύγιο ή χηρεία ή πρόκειται για ανύπαντρες μητέρες. Τέλος, υπάρχουν και οι οικογένειες χωρίς γάμο, δηλαδή τα ζευγάρια που συζούν χωρίς ή -σπανιότερα- με παιδιά». Ο κάθε τύπος οικογένειας παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Στην παραδοσιακή οικογένεια συνυπάρχουν πολλές διαφορετικές δομές. Υπάρχει η οικογένεια με την παραδοσιακή κατανομή ρόλων, όπου ο σύζυγος έχει την οικονομική ευθύνη του σπιτιού και η σύζυγος την ευθύνη των παιδιών και του σπιτιού. Επίσης, η οικογένεια με ημιπαραδοσιακή κατανομή εργασίας, όπου ο άντρας εργάζεται εκτός σπιτιού και η γυναίκα εργάζεται ταυτόχρονα σε εξωτερική δουλειά και μέσα στο σπίτι. Αυτό είναι ένα μοναδικό ελληνικό χαρακτηριστικό, με την Ελληνίδα σε ρόλο... superwoman, το οποίο δεν ισχύει σε χώρες, όπως οι ΗΠΑ και η Σουηδία. Τέλος, υπάρχει και η οικογένεια διπλής σταδιοδρομίας, με τους δύο γονείς να εργάζονται και να μοιράζονται τις υποχρεώσεις του σπιτιού, πρότυπο σχετικά σπάνιο στην Ελλάδα. Μια σημαντική, τέλος, παρατήρηση είναι ότι «στη σύγχρονη αστική οικογένεια η επιρροή των συγγενών μειώνεται ολοένα και περισσότερο, ενώ οι παλαιές οικογενειακές αξίες (π.χ. ο λόγος του πατέρα είναι νόμος) δεν ακολουθούνται όπως παλαιότερα.

Οι δεσμοί είναι γενικά πιο χαλαροί και οι οικογένειες οδηγούνται με σαφώς μεγαλύτερη ευκολία στο διαζύγιο.

Η τεράστια αύξηση του αριθμού των διαζυγίων οδηγεί σε συνεπακόλουθες αλλαγές στη δομή της οικογένειας. Η μεγάλη αύξηση των νοικοκυριών που έχουν ως αρχηγό γυναίκα, όπως παρουσιάζεται στις επίσημες στατιστικές, κατ’ αρχήν αντικατοπτρίζει ουσιαστικά το μεγάλο ποσοστό διάλυσης των γάμων. Σύμφωνα με έρευνες, οι άγαμες μητέρες έχουν επίσης αυξηθεί, παραμένουν όμως πολύ μικρό κομμάτι του πληθυσμού».

Οι σημαντικότερες αλλαγές, όμως, αφορούν τις εσωτερικές αλλαγές που υφίσταται η ελληνική οικογένεια. «Από τις πλέον βασικές παρατηρήσεις είναι η μείωση της δυναμικότητας της οικογένειας. Ξεκινάμε λοιπόν από τις στατιστικές και παρατηρούμε ότι σήμερα στην Ελλάδα αντιστοιχεί 1,51 παιδί ανά γυναίκα, τη στιγμή που στην Ιρλανδία αντιστοιχεί 2,1, στη Δανία 1,89 και στη Σουηδία 1,91». Η Ελληνίδα, λοιπόν, σήμερα αποκτά κατά μέσον όρο ένα παιδί. Από αυτό το παιδί θα ζητηθούν στο μέλλον ευθύνες τις οποίες δεν θα μπορεί να επωμιστεί, όπως το να αναλάβει τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών του, φροντίδα η οποία σήμερα μοιράζεται ανάμεσα σε δύο, τρία ή περισσότερα αδέλφια. Αν μάλιστα οι γονείς χωρίσουν και δεν ξαναπαντρευτούν, τότε τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο, καθώς το παιδί θα καλείται ταυτόχρονα να φροντίζει δύο ανθρώπους μοναχικούς, που θα βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους.

Σήμερα διανύουμε φάση απομυθοποίησης της ελληνικής οικογένειας. Η αρρώστια του καταναλωτισμού έχει μπει με τον χειρότερο τρόπο στο ελληνικό νοικοκυριό. Οι αντιζηλίες ανάμεσα στα μέλη της ευρύτερης οικογένειας γίνονται εντονότερες. Η ουσιαστική φροντίδα αντικαθίσταται με την παροχή αγαθών, νοοτροπία που δυστυχώς οι νέοι γονείς περνούν στα παιδιά τους. Όλα αντιμετωπίζονται πολύ επιφανειακά, οι γονείς δεν σκέπτονται το αύριο. Και όλη αυτή η κατάσταση λειτουργεί σαν αλυσίδα: για παράδειγμα, αδιαφορώ για τον οικογενειακό προϋπολογισμό και χρεώνω τις πιστωτικές κάρτες με τα ψώνια μου. Τα οικονομικά της οικογένειας καταρρέουν και πιέζουν τις σχέσεις των μελών. Τα μέλη αντιδρούν με θυμό ή περισσότερη αδιαφορία. Και ούτω καθεξής.

Ο καταναλωτισμός δείχνει να έχει εμποτίσει τη φιλοσοφία ζωής της οικογένειας. Το χειρότερο είναι ότι τα παιδιά μαθαίνουν τώρα σε αυτόν τον τρόπο ζωής. Πώς θα αντιδράσουν, λοιπόν, αύριο ως ενήλικες, εάν για παράδειγμα μείνουν άνεργοι; Κάποτε σε αυτές τις περιπτώσεις λειτουργούσε ως ασπίδα η οικογένεια. Σήμερα, όμως, η άμεση οικογένεια είναι και περιορισμένη αριθμητικά και πιο αδύναμη οικονομικά. Η οικονομική κρίση το αποδεικνύει.

Η μείωση των μελών της οικογένειας, λοιπόν, εξαρτάται άμεσα από τη σημερινή κατάσταση. Μία από τις αιτίες που τα ζευγάρια δεν προχωρούν στο δεύτερο παιδί είναι η έλλειψη χρόνου και χρημάτων, γεγονός που υποδεικνύει την έλλειψη κοινωνικής πολιτικής. Δυστυχώς, η φιλοσοφία της ελληνικής κρατικής κοινωνικής πολιτικής βασίζεται στη συμμετοχή της οικογένειας! Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ δεν θα βρείτε τόσο διευρυμένες ώρες επισκεπτηρίων σε ένα νοσοκομείο. Στην Ελλάδα οι συγγενείς ουσιαστικά καλούνται να αντικαταστήσουν την έλλειψη νοσηλεύτριας.

Την ίδια στιγμή, όμως, οι τελευταίες έρευνες καταγράφουν μια συνεχή μείωση του χρόνου που ο γονιός περνάει με το παιδί στην Ελλάδα. Οι νέοι γονείς δεν έχουν επίγνωση της σημασίας της σωστής διαπαιδαγώγησης του παιδιού, καθώς περιστρέφονται γύρω από το σύμπαν του εαυτού τους. Φορτώνουν το παιδί με γλώσσες και δραστηριότητες και οι ίδιοι ουσιαστικά... το πηγαινοφέρνουν. Πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι μόλις το 4% των Ελλήνων ανδρών περνούν χρόνο με το παιδί τους το Σαββατοκύριακο, έναντι 40% των Δανών. Ταυτόχρονα, ο νέος γονιός δεν αντιμετωπίζει το παιδί ως συναισθηματική επένδυση ούτε είναι αισιόδοξος απέναντι στις συνθήκες που το παιδί θα αντιμετωπίσει. Η γενιά του ‘40 πολλές φορές αναρωτιέται πώς οι γονείς τους έκαναν τόσα παιδιά βγαίνοντας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η απάντηση είναι απλή: κοιτούσαν με αισιοδοξία το μέλλον. Σήμερα το παιδί απλώς εξασφαλίζει στους γονείς του την κοινωνική αποδοχή. Προσωπικά, το στοιχείο αυτό με φοβίζει και το μέλλον με τρομάζει.

Πολλές αλλαγές στη δομή της ελληνικής οικογένειας βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη, καθώς πρόκειται για φαινόμενα της τελευταίας δεκαετίας. Ένα από τα θέματα αυτά είναι η ανασύσταση της οικογένειας. Δηλαδή, ύστερα από ένα διαζύγιο οι δύο γονείς να ξαναπαντρευτούν με άλλους, να κάνουν και πάλι παιδιά κ.λπ. Αυτή η μορφή οικογένειας είναι πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα και δεν έχει μελετηθεί συστηματικά. Επίσης το ΄70-΄80 δεν υπήρχε η διάσταση του πολυπολιτισμού που υπάρχει σήμερα. Οι μικτοί γάμοι είναι πάρα πολλοί, ακόμα και ανάμεσα σε άτομα διαφορετικού θρησκεύματος. Η γενικότερη επίδραση της πολυπολιτισμικότητας στο κοινωνικό πλαίσιο της οικογένειας (κοινωνική συμπεριφορά, θρησκευτικές αντιλήψεις κ.λπ.) αφορά μια νέα γενιά, που γεννιέται ακόμα και σήμερα και επομένως δεν έχει μελετηθεί επαρκώς.


Γυναίκα- Μητέρα

Το πιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή κάθε παιδιού. Ο πρώτος δάσκαλος, η πρώτη αγάπη. Μαμά, η μία και μοναδική για τον καθένα μας. Δημιούργημα της, το παιδί και "χρέος" της το μεγάλωμα του. Δύσκολη η αποστολή της. Προσωπική υπόθεση για την καθεμία. Ατελείωτες οι ώρες οι αφιερωμένες σε αυτό. Παρόλα αυτά, η φαντασία πολλές φορές στερεύει. Πώς θα απασχολήσει το μικρό της; Τι θα παίξουν, τι θα του διαβάσει, με ποιο τρόπο θα περάσει η ώρα;

Σε μία εποχή που τα πάντα γύρω μας κινούνται και εξελίσσονται, έρχονται στιγμές που πολλοί γονείς αισθάνονται ή και συνειδητοποιούν ότι έχουν παραμελήσει τα παιδιά τους. Γ’ αυτό επιτρέψτε στο παιδί να συμμετάσχει σε ότι κάνετε. Τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού, την καταγραφή της λίστας για τα ψώνια, τον καθορισμό του μενού για το βραδινό δείπνο, τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Προγραμματίστε οικογενειακές εκδρομές και εξορμήσεις οι οποίες έχουν διασκεδαστικό και συγχρόνως μορφωτικό χαρακτήρα (μουσεία, περίπατοι στη φύση, παρατήρηση των άστρων κ.ά). Το παιχνίδι, όμως, είναι το σημαντικότερο όλων. Και με λίγη εφευρετικότητα βρίσκετε άπειρα. Το παιχνίδι γεωγραφίας, για παράδειγμα, που παίζεται με μία υδρόγειο σφαίρα. Τη γυρνάτε και το παιδί τη σταματά ακουμπώντας το δάχτυλο του σε κάποιο σημείο του κόσμου. Μαζί κοιτάτε τη χώρα που σημάδεψε και μαθαίνετε την πρωτεύουσα της. Αν το επαναλάβετε αρκετές φορές, σίγουρα κάτι θα συγκρατήσει. Παίξτε κι’ άλλο...Μη φοβηθείτε να λερωθείτε στην αυλή παίζοντας κυνηγητό ή παλεύοντας. Πέστε στο χαλί του σπιτιού και συναρμολογήστε παζλ ή παίξτε με τα πλέι-μομπίλ και τα λέγκο. Δεν χρειάζεται να αγχώνεστε ή να τρέμετε στην ιδέα ότι μπορεί να τσαλακωθείτε. Γιατί εάν δεν γίνει κι αυτό, δεν έχει πλάκα. Και να είστε σίγουρες ότι το μικρό σας θα το εκτιμήσει. Αυτές οι δραστηριότητες βέβαια αγνοούν την οικονομική κρίση.

Α) Μονονονεϊκή μητέρα

Μία στις πέντε οικογένειες στη χώρα μας είναι μονογονεϊκή. Τον καιρό των γιαγιάδων μας, το να μεγαλώνει μόνη μια μητέρα το παιδί της ήταν κάτι παραπάνω από αδιανόητο. Η χωρισμένη γυναίκα ή, ακόμα χειρότερα, η ανύπαντρη μητέρα, ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος μιας κοινωνίας με αυστηρούς κανόνες και απόλυτες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο πρέπει και το μη.

Τώρα πια, που η ηθική έχει επιτέλους αποσυνδεθεί κατά ένα μεγάλο μέρος από τη σεξουαλική και γενικότερα την προσωπική ζωή τού καθενός, η μητέρα που ανατρέφει το παιδί της χωρίς τη βοήθεια του πατέρα, δεν αντιμετωπίζει κατακραυγές και καταναγκασμούς, αλλά είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει διπλή προσπάθεια για να ανταποκριθεί στο ρόλο της, που η εποχή μας έχει φορτώσει με πλήθος υποχρεώσεων.

Είναι, άλλωστε, δύσκολο να συγχωνευθούν δύο ρόλοι, του πατέρα και της μητέρας, σε ένα πρόσωπο, κι εκείνος που συνήθως υφίσταται τις επιπτώσεις είναι, όχι τόσο ο γονιός -που έχει την ευθύνη των επιλογών του - αλλά το ίδιο το παιδί. Σήμερα στην Ελλάδα, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, οι μητέρες που μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους πλησιάζουν τις 200.000, ενώ οι άνδρες - μόνοι γονείς είναι πολύ λιγότεροι.

Ο κίνδυνος που δημιουργείται στη μονογονεϊκή οικογένεια είναι να ταυτιστεί το παιδί με τη μητέρα και να εγκλωβιστούν κι οι δυο σε έναν κόσμο δικό τους, που δύσκολα χωρά τρίτους. Τα πράγματα είναι χειρότερα όταν από το οικογενειακό περιβάλλον λείπει η τακτική παρουσία άλλων συγγενικών προσώπων παππούδες, θείες κ.λπ. Η εξάρτηση είναι αμφίδρομη και, όπως λένε οι ειδικοί, τα πρώτα σημάδια της γίνονται ορατά όταν το παιδί ξεκινάει το σχολείο. Πρόκειται για μια φάση της ζωής του πολύ δύσκολη, γιατί θα πρέπει να αποκοπεί από τον ισχυρό δεσμό με τη μητέρα και να ενταχθεί στη μεγάλη ομάδα της σχολικής τάξης.

Ως μόνη διέξοδος προβάλλει η ισχυρή παρουσία τού πατέρα, ο οποίος τις ώρες που αφιερώνει στο παιδί, μπορεί να συμβάλλει στην ομαλή συναισθηματική ανάπτυξη του. Μπορεί να είναι απών από την καθημερινότητα του, αλλά αυτό δεν τού στερεί τη δυνατότητα να καλλιεργήσει μια σχέση απόλυτα φυσιολογική με το παιδί, γιατί εκείνο που μετράει πάνω από όλα, δεν είναι ο ίδιος ο χρόνος που του αφιερώνει, αλλά η ποιότητα του.

Είναι κοινώς παραδεκτό, άλλωστε, πως από μια προβληματική "ολόκληρη" οικογένεια, γεμάτη συγκρούσεις και εντάσεις, είναι προτιμότερη μια "μισή" οικογένεια, όπου, όμως, υπάρχει η αναγκαία για την ανατροφή τού παιδιού ηρεμία και ασφάλεια.

Β) Πολύτεκνη μητέρα

Δε χάνουν ευκαιρία, κράτος, δήμοι και εκκλησία, να βραβεύουν κάποιες αφελείς πολύτεκνες και να ενθαρρύνουν έτσι τις ίδιες να κάνουν κι άλλα παιδιά και κάποιες άλλες να ακολουθούν το παράδειγμα τους.

Παρασημοφορούν λοιπόν αυτές τις οικογένειες αντί να τις βοηθήσουν, τουλάχιστον με ενημέρωση για οικογενειακό-οικομικό προγραμματισμό. Και τις παρουσιάζουν ως παράδειγμα για μίμηση και όχι για αποφυγή, όπως θα έπρεπε.

Φυσικά και πρέπει να τις ενισχύουν οικονομικά, γιατί απ’ ότι λένε οι ίδιες τις έχουν αφήσει στην τύχη τους. Αλλά και γιατί ποτέ δε θα πάψουν να υπάρχουν πολύτεκνες οικογένειες. Κι ακόμα γιατί, υπάρχουν γονείς, που τα πολλά παιδιά είναι συνειδητή και υπεύθυνη επιλογή τους.

Βεβαίως με τα χρόνια, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι, ο μεγάλος κίνδυνος να σβήσουμε, σαν ανθρώπινο γένος, δεν είναι η υπογεννητικότητα αλλά ο υπερπληθυσμός. Δεν το πολυκαταλαβαίνουν όμως αυτοί που μας κυβερνάνε.

Φαίνεται ότι έχουν μείνει στον ανταγωνισμό μας με τις άλλες χώρες. Αλλά όσο και να τις συναγωνιστούμε ποτέ δε θα διπλασιαστούμε. Συνεπώς, άδικο κόπο κάνουμε.

Είπαμε για τις πολύτεκνες οικογένειες, για την πολύτεκνη μητέρα. Ας σκιαγραφήσουμε, όπως και όσο μπορούμε, και την πολύτεκνη γυναίκα.

Σχεδόν πάντοτε έχει παντρευτεί, πριν κλείσει τα 20, μπορεί και στα 15. Συνήθως είναι φτωχή.

Μπαίνει στο γάμο ανώριμη, ακόμα και σωματικά. Και πριν προλάβει να προσαρμοστεί στον καινούργιο της ρόλο, αρχίζουν να έρχονται απανωτά τα παιδιά.

Εγκλωβίζεται έτσι στη σφαίρα του ιδιωτικού βίου - δια βίου -πριν προφτάσει να πάρει γεύση από το δημόσιο. Που τη φοβίζει αφού είναι κάτι άγνωστο γι’ αυτήν. Με τον ερχομό των παιδιών, αναπτύσσει υπέρμετρα το συναισθηματικό της κόσμο σε βάρος του λογικού.

Διακατέχεται από συναισθήματα αντιφατικά. Αγάπη για τα παιδιά, που το βάρος τους όμως το νιώθει δυσβάστακτο. Ενοχές γι’ αυτό αλλά και παράπονο γιατί δεν έζησε τη δική της νιότη. Παραμελεί τον εαυτό της. Κι απ’ τα 30 της, σαν γυναίκα, νιώθει γερασμένη, απόμαχη. Δεν παίρνει τίποτα. Μόνο δίνει. Αποχτάει σιγά - σιγά αισθήματα κατωτερότητας, αφού έχει μόνον υποχρεώσεις και κανένα δικαίωμα απ’ αυτά που βλέπει να έχουν όλοι οι άνθρωποι γύρω της.

Προσωπική ζωή λοιπόν ανύπαρκτη. Για ελεύθερο χρόνο ούτε λόγος. Ψυχαγωγία; Ούτε στο όνειρο της. Και για να υπάρξει επενδύει τα πάντα στα παιδιά.

Σχεδόν πάντοτε κλονίζεται η υγεία της, από τις πολλές εγκυμοσύνες, γέννες, μπορεί και εκτρώσεις. Και επειδή, αυτά τα πολλά παιδιά που κυοφόρησε, γέννησε, θήλασε, τα μεγαλώνει όλα μαζί μόνη της. Ο σύζυγος το πολύ πολύ να βοηθήσει με το πενιχρό μεροκάματο. Κι ακόμα γιατί, παρόλο το φόρτο της, συχνά καθαρίζει και σκάλες στις διπλανές πολυκατοικίες. Σιγά-σιγά γίνεται ένα ον παθητικό, άβουλο, έρμαιο όλων και προπαντός του συζύγου που, με μέσον αυτήν, αποδεικνύει συνεχώς την καρπερότητά του.

Από έρευνες που έγιναν προκύπτει ότι ο πολύτεκνος άντρας, στις περισσότερες περιπτώσεις, εγκαταλείπει την οικογένεια ή είναι άρρωστος ή προβληματικός. Αυτά επιβεβαιώνονται και από το ότι, οι εκκλήσεις για βοήθεια σε τηλεόραση και εφημερίδες, γίνονται σχεδόν πάντοτε από πολύτεκνες μητέρες και όχι από πολύτεκνους γονείς.

Γιατί όμως όλα αυτά κουκουλώνονται;

Απλούστατα γιατί η περίπτωση αυτή προσφέρεται, αφού το υποκείμενο της συγκεντρώνει τα απαιτούμενα στοιχεία: Είναι γυναίκα, είναι φτωχή. Δεν είναι βέβαια πάντοτε μαύρη. Είναι ίσως κάτι χειρότερο! Είναι πολύτεκνη.

Και κάνουμε πρόταση: Στις τρεις ιδιότητες που πρέπει να συγκεντρώνει (όπως λέγεται) κάποιος άνθρωπος για να χαρακτηρισθεί ο πιο αδύναμος και ο πιο καταπιεσμένος πάνω στη γη, που είναι, "γυναίκα, φτωχή και μαύρη", να προστεθεί και το "πολύτεκνη".

Γυναίκα και Εκπαίδευση

Ιστορικά, οι Ελληνίδες συμμετείχαν πολύ λιγότερο στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, από τα άρρενα μέλη των οικογενειών τους, τα οποία λόγω της πατριαρχικής δομής της Ελληνικής κοινωνίας, είχαν ευκολότερη πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα γενικά και ειδικά στις υψηλότερες βαθμίδες (γυμνάσιο & πανεπιστήμιο). Ωστόσο, η συνεχής κοινωνικοοικονομική εξέλιξη και βελτίωση της θέσης των γυναικών, λόγω της εισόδου τους στην αγορά εργασίας και της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής που επέβαλε την υποχρεωτική εκπαίδευση, οδήγησε σε βελτιώσεις, δηλαδή εντυπωσιακή αύξηση του ποσοστού των γυναικών που συμμετέχουν στο εκπαιδευτικό σύστημα και βαθμιαία μείωση του χάσματος ανάμεσα στα δύο φύλα, όσον αφορά την ισότητα των εκπαιδευτικών ευκαιριών μεταξύ των δύο φύλων.

Αν και κατά τη διάρκεια των τελευταίων 4 δεκαετιών, οι διαφορές ανδρών-γυναικών ως προς το ποσοστό συμμετοχής τους στους διάφορους επιστημονικούς κλάδους έχουν μειωθεί, υπάρχουν όμως ακόμα διακρίσεις ως προς τους κλάδους στους οποίους εκπαιδεύονται οι γυναίκες. Οι γυναίκες φοιτήτριες, συνεχίζουν να υπερτερούν στους κλάδους των Τεχνών και των Ανθρωπιστικών Επιστημών, παρά στους τομείς των Φυσικών Επιστημών & της Εφαρμοσμένης Μηχανικής. Κατά συνέπεια, στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες, Τέχνες, Κοινωνικές Επιστήμες και Νομικές Επιστήμες, οι γυναίκες ξεπερνούν αριθμητικώς τους άνδρες. Όμως, το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στις Φυσικές Επιστήμες και στον τομέα της Εφαρμοσμένης Μηχανικής έχει αυξηθεί σημαντικά.


Γυναίκα και εργασία


Η έξοδος της γυναίκας στο χώρο της εργασίας και μάλιστα με ισότιμες απαιτήσεις, την φόρτωσαν με νέες υποχρεώσεις και της πρόσθεσαν καινούριο φορτίο και άγχος.


Είναι αμφίβολο το αν η οικονομική αυτοτέλεια και η επαγγελματική καταξίωση της έδωσαν όσα θα περίμενε. Δεν μπορούμε ωστόσο, να της αρνηθούμε το δικαίωμα να επενδύσει για την ολοκλήρωση της προσωπικότητας της και των οραμάτων της.


Τα τελευταία χρόνια, η θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας συζητείται ιδιαίτερα στο πλαίσιο της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE), σχετικά με τις ίσες ευκαιρίες μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ως μέλος της EE, η Ελλάδα όφειλε να συμμορφωθεί με τις κοινοτικές οδηγίες που υποστήριζαν την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών. Αυτές οι οδηγίες αφορούσαν: την ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία, την δυνατότητα ίσης πρόσβασης στην απασχόληση, την επαγγελματική κατάρτιση, τις συνθήκες απασχόλησης, την επαγγελματική εξέλιξη και την βαθμιαία εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Οι στατιστικές των 3 τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι η γυναικεία απασχόληση έχει αυξηθεί με ταχύτερους ρυθμούς από το μέσο ρυθμό αύξησης της συνολικής απασχόλησης σε όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες και επιπλέον ότι η ανισότητα ως προς την συμμετοχή των γυναικών σε επαγγέλματα γοήτρου, τείνει να μειωθεί. Το 1961 μόνο το 3.7% των εργαζόμενων γυναικών περιλαμβάνονταν στις κατηγορίες των "Επιστημονικών επαγγελμάτων" και των "Διευθυντών και Ανώτερων διοικητικών στελεχών", ενώ το 1991, το 19.4% των εργαζόμενων γυναικών βρέθηκε σε αυτές τις επαγγελματικές κατηγορίες. Το 1991, οι «υπάλληλοι γραφείου» αποτελούσαν το 17.7% της γυναικείας απασχόλησης ενώ το 1961 αποτελούσαν μόνο το 5.8%. Εντούτοις, οι κατά φύλο διακρίσεις όσον αφορά τις αμοιβές, συνεχίζουν να είναι μια σημαντική πραγματικότητα σε συγκεκριμένους τομείς στον ιδιωτικό τομέα, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στον δημόσιο τομέα & τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ή οργανισμούς όπως τράπεζες, πανεπιστήμια κ.λ.π., δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Επιπλέον, σήμερα οι γυναίκες αντιπροσωπεύονται καλύτερα σε τομείς οι οποίοι ήσαν παραδοσιακά «κλειστοί» γι’ αυτές, όπως ο Δικαστικός κλάδος (συμπεριλαμβανομένων των θέσεων στην υψηλότερη δικαστική ιεραρχία), το Διπλωματικό Σώμα (μέχρι το 1969) και στις υψηλότερες θέσεις στην ιεραρχία της Δημόσιας Διοίκησης (όπως του Διευθυντή). Επίσης, έχουν ανοίξει για τις γυναίκες, νέες επιλογές σταδιοδρομίας σε κλάδους όπως η Αστυνομία, ο Στρατός, το Εμπορικό Ναυτικό κλπ. Εντούτοις, εκτός από την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης και τη βελτίωση της επαγγελματικής τους θέσης και σταδιοδρομίας στο σύνολο της, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην επαγγελματική διάρθρωση ανάμεσα στα δύο φύλα, με κύρια χαρακτηριστικά την επιλεκτική παρουσία των γυναικών σε ορισμένα μόνο επαγγέλματα που χαρακτηρίζονται «γυναικεία» και την περιορισμένη παρουσία τους σε θέσεις υψηλών βαθμίδων/υπευθυνοτήτων της επαγγελματικής ιεραρχίας καθώς και στον ακαδημαϊκό χώρο (πανεπιστήμια κέντρα έρευνας).


Γυναίκα και Επιστήμη

Παρά τις προσπάθειες που γίνονται για την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, κυρίως στο επίπεδο του θεσμικού πλαισίου και στον τομέα της Ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας, παρατηρείται βελτίωση της θέσης των γυναικών, αντίστοιχη με αυτή που επετεύχθη σε άλλους τομείς της κοινωνικής & οικονομικής ζωής. Αυτή η ελλιπής γυναικεία παρουσία έχει σοβαρές συνέπειες σε διάφορους τομείς, καθώς επίσης και στην ποιότητα της ζωής γενικότερα. Με βάση τις υπάρχουσες στατιστικές της εκπαίδευσης, το ποσοστό της συμμετοχής των γυναικών στο διδακτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι υψηλό (περισσότερο από 50% του συνολικού προσωπικού είναι γυναίκες). Εντούτοις, το επάγγελμα του πανεπιστημιακού παραμένει μέχρι σήμερα «ανδρικό οχυρό»: αν και ο αριθμός των γυναικών έχει αυξηθεί, συνήθως αυτές καταλαμβάνουν τις χαμηλότερες θέσεις στις ακαδημαϊκές βαθμίδες. Εξετάζοντας τα στοιχεία σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στις επιστημονικές θέσεις στα πανεπιστήμια, οι τάσεις είναι παρόμοιες με εκείνες που παρατηρούνται και αλλού, δηλαδή οι γυναίκες στα πανεπιστήμια αποτελούν περίπου το 1/3 του συνολικού διδακτικού προσωπικού. Επίσης, όσο υψηλότερη είναι η θέση στην ακαδημαϊκή ιεραρχία, τόσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό των γυναικών. Οι γυναίκες προάγονται με βραδύτερο ρυθμό συγκριτικά με αυτόν των ανδρών, ειδικά όταν αυτές έχουν οικογενειακές υποχρεώσεις, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ικανοποιητική κρατική μέριμνα με επαρκή μέτρα που θα βοηθήσουν στην «συμφιλίωση» του ρόλου της μητέρας και του ρόλου της εργαζομένης. Το ποσοστό ανέλιξης γυναικών σε θέσεις υψηλής ευθύνης στην ιεραρχία, μειώνεται λοιπόν αισθητά λόγω συνδυασμού πολλών παραγόντων, όπως:


α) η απουσία επαρκών παιδικών σταθμών σε αριθμό και ικανοποιητικών σε παροχή υπηρεσιών (σημειώνεται ότι οι δημόσιοι σταθμοί λειτουργούν έως τις 13.30 μ.μ. και οι ιδιωτικοί έως τις 15.00 μ.μ.),


β) η ισχύουσα ελληνική αντίληψη που θεωρεί τις γυναίκες ως τον βασικό υπεύθυνο για την φροντίδα των παιδιών και


γ) η πραγματική ανάγκη των πολλών ωρών απασχόλησης στις θέσεις υψηλής ευθύνης. Πάντως, το ποσοστό των Καθηγητριών στα ΑΕΙ έχει ανέλθει από 1.36% το 1971 σε 9.94% το 1998, 34,5% το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004.. Σαν ποσοστό, αυτό μπορεί να θεωρηθεί σημαντική αύξηση, αν και όχι ικανοποιητική. Επίσης, οι γυναίκες στην τριτοβάθμια εκπαίδευση τείνουν να αντιπροσωπεύονται περισσότερο σε ιδιαίτερους τομείς, όπως οι Ανθρωπιστικές, οι Κοινωνικές, οι Νομικές και οι Οικονομικές Επιστήμες. Πολλοί είναι οι παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν θετικά, επηρεάζοντας ευνοϊκά την επαγγελματική πορεία της γυναίκας επιστήμονας. Ένας απ’ αυτούς είναι ο παράγοντας του «χρόνου», με την έννοια ότι με την πάροδο του χρόνου, η κοινωνικοοικονομική εξέλιξη των γυναικών θα επιφέρει πολύ γρηγορότερες αλλαγές στις πιο πάνω τάσεις. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι ο «χρόνος», χωρίς την παράλληλη παρέμβαση της πολιτικής πρωτοβουλίας, των ομάδων πίεσης και της δημόσιας ευαισθητοποίησης, δεν μπορεί να έχει ικανοποιητικές επιπτώσεις. Βέβαια όλα αυτά με την οικονομική κρίση μοιάζουν σαν όνειρο!


Συμπέρασμα


Η γυναίκα σήμερα, η σύγχρονη γυναίκα είναι μια δυνατή αγωνίστρια: εκπαιδεύεται, διεκδικεί πολύ δυναμικά τα δικαιώματα στην οικονομική αυτονομία και την επαγγελματική εξέλιξη, υπηρετεί με ζήλο και υπευθυνότητα τους στόχους της, αναπνέει τον αέρα της ελευθερίας από τους αγώνες της για ισότητα και σεβασμό. Όμως δεν δείχνει να είναι ευτυχισμένη. Απορροφημένη από τις προσπάθειες της για αυτονομία και επιβίωση, αμέλησε την θηλυκότητα της, δηλαδή την έμφυτη ικανότητα της να δημιουργεί και να διατηρεί σχέσεις, γεμάτες ζεστασιά και συναίσθημα. Σήμερα, αρκετές από τις επιτυχημένες γυναίκες είναι σαγηνευτικές προσωπικότητες, επιμελούνται την εμφάνιση τους με αισθητική αλλά βιώνουν μια μη ηθελημένη μοναξιά από την απουσία του άλλου φύλλου στην προσωπική τους ζωή. Ίσως αυτό να είναι το αποτέλεσμα μιας μονόπλευρης επιλογής, που τους στέρησε τη δυνατότητα να αφιερώσουν χρόνο και φροντίδα στην δημιουργία σχέσεων.


Ο άνδρας σήμερα, βιώνει μια καινοφανή για τα παλιά δεδομένα του κατάσταση. Νέα και παράξενα δαιμόνια ανατρέπουν το ρόλο του και του δημιουργούν σύγχυση για το πώς θα ήθελε μια σύντροφο δίπλα του. Η γυναίκα σήμερα δεν γίνεται πλήρως κατανοητή από τον άνδρα, που πιστεύει ότι αυτό το κατά τη γνώμη του, νέο μοντέλο γυναίκας, του κλέβει τις κατακτήσεις του, τον απειλεί αντί να τον έλκει. Αρκετοί άντρες εκφράζουν μια θύελλα αρνητικών συναισθημάτων, με κυρίαρχο την επίκριση και την δυσπιστία για την αλλαγή των ρόλων, προτιμούν την απομάκρυνση μπροστά στην πιθανότητα να χάσουν το προβάδισμα και τον έλεγχο της σχέσεις. Οι νέες πραγματικότητες έχουν πικρίες και μοναξιά. Κάθε γενιά που ανατρέπει καθιερωμένα πρότυπα έχει και τους πεσόντες και χρειάζεται να γίνουν νέες επεξεργασίες και προσαρμογές για να βρεθούν και να ξαναγνωριστούν τα 2 φύλλα. Η συνάντηση 2 ανθρώπων, αν μπορέσουν να συμμεριστούν οι σκέψεις και τα συναισθήματα τους, να αναπτύξουν οικειότητα δημιουργεί απεριόριστη ενέργεια. Οι σχέσεις, μας καθιστούν πανίσχυρους , ανίκητους, ικανούς να πετύχουμε τα πάντα. Η οικειότητα και η εγγύτητα, που τόσο αναζητούν και τα 2 φύλλα διαγράφουν το ζήτημα των σχέσεων σκοτεινό για το μέλλον και περίπλοκο για το παρόν. Χρειάζεται να μεταφράσω διαφορετικά την επικοινωνία και τις σχέσεις.


 


Μπούκουρας Δημήτριος

Κλινικός ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής