Εθισμός στα ναρκωτικά

Οι άνθρωποι μπορούν να εθιστούν στα φάρμακα, στο κάπνισμα (νικοτίνη), ακόμη και στον τζόγο. Ένα είδος εθισμού είναι και αυτό στις ναρκωτικές ουσίες. Η εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες είναι κοινή πραγματικότητα στις σημερινές κοινωνίες. Ξεκινάει σαν κατάχρηση μίας ουσίας και καταλήγει να γίνει τρόπος ζωής. Πρόκειται για μία χρόνια και βασανιστική ασθένεια, η οποία δεν κάνει διακρίσεις σε φύλο, ηλικία, σε κοινωνικό, μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο. Πρόκειται, για μία ασθένεια που υποτροπιάζει, αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί και να θεραπευτεί.
Η χρήση ναρκωτικών ουσιών αλλά και οι θάνατοι από ναρκωτικές ουσίες έχει τεράστιες κοινωνικές, οικονομικές και ψυχολογικές επιπτώσεις τόσο σε ατομικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο στην Ελλάδα και διεθνώς. Δύναται να οδηγήσει τον χρήστη ή και την οικογένεια του σε οικονομική δυσχέρεια, αφού η αγορά ναρκωτικών ουσιών γίνεται σε καθημερινή βάση. Οι ναρκωτικές ουσίες προκαλούν επίσης αλλοιώσεις στη συμπεριφορά του ατόμου που πολύ συχνά οδηγείται σε ακραίες αντιδράσεις και κινήσεις κοινωνικά μη αποδεκτές, στην προσπάθεια εύρεσης ουσιών.
Ο κοινωνικός στιγματισμός του χρήστη θεωρείται ο βασικός υπεύθυνος για την κοινωνική απομόνωση, τις μειωμένες ευκαιρίες απασχόλησης, τη μείωση αυτοεκτίμησης, ακόμη και για τις αρνητικές επιπτώσεις στην πορεία αποθεραπείας. Ιδιαίτερο βάρος επωμίζεται και η οικογένεια που στιγματίζεται επίσης κοινωνικά. Ο στιγματισμός μπορεί να οδηγήσει σε αντιδράσεις θυμού και κινητοποίησης του ατόμου μέσα από ομάδες "ομοίων" και πολύ συχνά σε εγκληματική συμπεριφορά. Η παραδοχή του προβλήματος είναι το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του. Η κατανόηση ότι είναι δύσκολο να σπάσει κάθε είδους εθισμός είναι εξίσου σημαντική. Με αποδοχή θεραπείας και συμμετοχή σε προγράμματα θεραπευτικών κοινοτήτων, ατομικής και συλλογικής
συμβουλευτικής αγωγής, ομάδων αυτοβοήθειας, οικογενειακής θεραπείας, κοινωνικής και επαγγελματικής στήριξης καθίσταται δυνατόν να ξεπεραστεί η εξάρτηση. Μένει μόνον να το πιστέψουμε, να ενημερωθούμε και να το στηρίξουμε.
Τα οπιούχα και κυρίως η ηρωίνη ευθύνονται για τους περισσότερους θανάτους από οξεία δηλητηρίαση, ενώ άλλες ναρκωτικές ουσίες όπως τα παράγωγα της κάνναβης προκαλούν το θάνατο έμμεσα. Η προαναφερθείσα οξεία δηλητηρίαση εκδηλώνεται ύστερα από λήψη υψηλής δόσης. Σε πολλές περιπτώσεις η περιεκτικότητα του προϊόντος σε δραστική ουσία είναι άγνωστη και εξαρτάται από τα συμφέροντα του λαθρέμπορου. Η οξεία δηλητηρίαση εξελίσσεται ταχέως, με κυάνωση, αναπνευστική δυσχέρεια (που μπορεί να οφείλεται και σε εγκατάσταση πνευμονικού οιδήματος) και προοδευτική απώλεια της συνείδησης που καταλήγει σε κώμα. Ο θάνατος επέρχεται λόγω παράλυσης του κέντρου της αναπνοής (μηχανισμός που αποδίδεται στην άμεση δράση των οπιούχων), ενώ μπορεί να συντελούν και άλλες ενέργειες των ουσιών αυτών, όπως αρρυθμία ή υποξία. Υπάρχει ακόμη η ερμηνεία των θανάτων από ηρωίνη και διαμέσου του μηχανισμού της αναφυλακτοειδούς αντίδρασης, βασιζόμενη στη δυνατότητα των οπιοειδών να διεγείρουν μη ειδικά την απελευθέρωση της ισταμίνης, καθώς και άλλων συστατικών, που περιέχονται στα κοκκία των μαστοκυττάρων. Αυτό σημαίνει πως αρκετοί θάνατοι οφειλόμενοι στην ηρωίνη μπορούν να αποδοθούν σε αναφυλακτικό shock. Τοξικολογικές αναλύσεις σε περιπτώσεις θανάτων που συνδέονται με τη χρήση ναρκωτικών συχνά αποκαλύπτουν την παρουσία περισσότερων της μιας ναρκωτικών ουσιών, ενώ η ταυτόχρονη κατανάλωση οινοπνεύματος είναι γνωστό ότι αυξάνει τους κινδύνους
που συνδέονται με τη χρήση τόσο της ηρωίνης όσο και της κοκαΐνης. Εξάλλου, ένας αρκετά μεγάλος αριθμός θανάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά είναι βίαιοι θάνατοι. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι αυτοκτονίες και τα τροχαία ατυχήματα.

Η κοινωνία μας δεν πρέπει να νιώθει μονάχα ντροπή για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Οφείλει να αντιληφθεί τη συλλογική της συνενοχή. Δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να αναπτύξει έναν συνεκτικό και δομημένο δημόσιο προβληματισμό πάνω στο ζήτημα, ούτε και μπόρεσε να προτάξει το συγκεκριμένο πρόβλημα ως βασική προτεραιότητα της πολιτικής ατζέντας. Στα πρόσωπα των ανθρώπινων ερειπίων που περιδιαβαίνουν αβοήθητα τους δρόμους τούτης της πόλης η αθηναϊκή κοινωνία οφείλει να διακρίνει την εικόνα του συλλογικού της εξευτελισμού. Είναι γεγονός ότι το πρόβλημα των ναρκωτικών αποτελεί σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα και δυσεπίλυτα προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών με κοινωνικές αλλά και οικονομικές προεκτάσεις. Τα ναρκωτικά καθώς και άλλα κοινωνικά προβλήματα όπως η εγκληματικότητα, η βία και η νεανική παραβατικότητα βρίσκονται σε άμεσο συσχετισμό με αδυναμίες τις κοινωνίας μας, του εκπαιδευτικού μας συστήματος αλλά και των κρατικών δομών πρόληψης και θεραπείας. Με λίγα λόγια θα λέγαμε ότι τα σύγχρονα ψυχοκοινωνικά προβλήματα αποτελούν απόρροια των νέων κοινωνικών δεδομένων και του σύγχρονου τρόπου ζωής.
Η ανάπτυξη της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας συμβαδίζει με την ανάπτυξη του προβλήματος της κατάχρησης φαρμακευτικών ουσιών και αυτό δεν αποτελεί βέβαια τυχαίο γεγονός. Η επίλυση μιας σειράς απλών βιοποριστικών προβλημάτων, η αποξένωση, η μοναξιά των μεγαλουπόλεων, η εντατικοποίηση της εργασίας, η ανεργία και η οικονομική κρίση το στρες και ο ανταγωνισμός που επιβάλλουν οι σύγχρονοι ρυθμοί ανάπτυξης, καθώς και η ψευδαίσθηση της κατάκτησης της ευτυχίας με τη συσσώρευση χρήματος και δύναμης, φαίνεται ότι αποτελούν σημαντικές πλευρές της αιτιολογίας του προβλήματος αλλά και της κατακόρυφης αύξησης του τα τελευταία χρόνια.
Επιδημιολογικές έρευνες δείχνουν, όλο και περισσότερο, την αύξηση των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων, ακόμα και σε μικρές ηλικίες, πράγμα που επιβεβαιώνει τους φόβους μας, ότι οι παραδοσιακές άμυνες της κοινωνίας μας, όπως είναι η οικογένεια, η γειτονιά, η παρέα, οι τοπικοί σύλλογοι, το σχολείο και γενικότερα η Ελληνική παράδοση αποδυναμώνονται και τη θέση τους παίρνει η αποξένωση, η παθητικότητα, ο εγωκεντρισμός και εν γένει ο δυτικός τρόπος ζωής.
Είναι γενικά παραδεκτό ότι το πρόβλημα των ναρκωτικών είναι ένα πρόβλημα με πολλές συνιστώσες, κοινωνικές και ατομικές. Δεδομένου λοιπόν, μιας κοινωνικής κατάστασης όπου προβλήματα όπως η ανεργία, η ακρίβεια και οι έντονες ψυχοπιεστικές συνθήκες που προαναφέραμε διογκώνονται, διάφοροι ατομικοί παράγοντες συνεπικουρούν στην εξάπλωση του προβλήματος και καθιστούν τα άτομα ευάλωτα. Ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να καλύπτει τις πρωτογενείς ψυχικές του ανάγκες όπως αγάπη, συντροφικότητα, επικοινωνία κ.α. Το γεγονός αυτό της μη κάλυψης ψυχικών αναγκών, τα άσχημα παιδικά και εφηβικά χρόνια, η κακή οικογενειακή κατάσταση και η έλλειψη συναισθηματικής πληρότητας αποτελούν σαφέστατα προδιαθετικοί παράγοντες εξάρτησης από ουσίες.
Πολλοί νέοι προκειμένου να καλύψουν πρωτογενείς ψυχικές ανάγκες όταν αυτές δεν καλύπτονται από την ευρύτερη οικογένεια και το σχολείο προσφεύγουν σε μια σειρά από δημιουργικές ασχολίες όπως η μουσική, ο χορός, ο αθλητισμός και γενικότερα η ένταξη σε υγιείς ομάδες που θα μπορούσαν να προσφέρουν στο άτομο ευχαρίστηση και συναισθηματική κάλυψη. Κάποιοι άλλοι όμως αναζητούν να καλύψουν αυτές τις ανάγκες μέσω των ναρκωτικών. Η ηρωίνη δεν κατευνάζει μόνο το σωματικό πόνο αλλά και το ψυχικό ενώ το χασίς και τα χάπια δεν δημιουργούν απλά αίσθημα εφορείας αλλά και φυγής από τα προβλήματα. Προβλήματα τα οποία αφετηρία έχουν την οικογένεια, το σχολείο ίσως και την ίδια την κοινωνία που αρνούνται να προσφέρουν βοήθεια, εθελοτυφλούν, δε παραδέχονται ή δεν αναγνωρίζουν αυτά τα προβλήματα που πιθανώς θα οδηγήσουν σε εξάρτηση από ουσίες. Η εξάρτηση λοιπόν αποτελεί επιλογή του χρήστη σε μια τυχαία χρονική στιγμή συνάντησης του με την ουσία και μια στάση ζωής με σκοπό τη φυγή από τα προβλήματα.
Είναι φανερό ότι οι εκάστοτε κοινωνίες παίρνουν διάφορα μέτρα τόσο καταστολής όσο και πρόληψης που επιεικώς θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε πυροσβεστικά. Ο αγώνας κατά των ναρκωτικών χρειάζεται συνεχώς παρεμβάσεις σε σχολεία, ενημέρωση από τα Μ.Μ.Ε. , περαιτέρω εκπαίδευση των ειδικών και έντιμη στάση των ιδίων απέναντι στο πρόβλημα.
Από την έρευνα ESPAD, που πραγματοποίησε το ΕΠΙΨΥ το 2007 στο μαθητικό πληθυσμό, φαίνεται ότι η χρήση παράνομων ουσιών αυξήθηκε σημαντικά από τη δεκαετία του '80, και μάλιστα διπλασιάστηκε στα αγόρια, όπου σημαντική αύξηση παρατηρείται μεταξύ 2003 και 2007. Παράλληλα αυξάνεται το ποσοστό των μαθητών που υποτιμούν τους κινδύνους από τη χρήση ναρκωτικών, ιδιαίτερα της κάνναβης και της Έκστασης (ecstasy).
Ο αριθμός των προβληματικών χρηστών παραμένει σταθερός τα τελευταία χρόνια, μειώνεται όμως το 2008 ο αριθμός των χρηστών που κάνουν ενέσιμη χρήση. Ως προβληματική χρήση ναρκωτικών ορίζεται η ενέσιμη χρήση ναρκωτικών ή η μακροχρόνια ή συστηματική χρήση οπιούχων, κοκαΐνης και/η αμφεταμινών. Ο ορισμός αυτός εξαιρεί τη χρήση «ecstasy» και κάνναβης καθώς και τη σπάνια ή μη συστηματική χρήση οπιούχων (στα οποία περιλαμβάνονται τα οπιούχα που χορηγούνται με ιατρική συνταγή, όπως η μεθαδόνη), κοκαΐνης ή αμφεταμινών. Στον ορισμό περιλαμβάνονται και τα συνταγογραφούμενα οπιούχα (όπως η μεθαδόνη). Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε ότι αυξάνεται ο αριθμός των χρηστών που χρησιμοποιούν άλλους τρόπους χρήσης της ουσίας εκτός από την ένεση είτε ότι ο πληθυσμός των Ελλήνων χρηστών «γηράσκει» και δεν μπορεί πλέον να κάνει χρήση σε ενέσιμη μορφή. Αυτό είναι μια αμφίσημη διαπίστωση, διότι από τη μια μεριά σημαίνει ότι οι χρήστες μεγαλώνουν χωρίς να απαλλάσσονται από την εξάρτηση τους και από την άλλη ότι επιβιώνουν των κινδύνων που η εξάρτηση εγκυμονεί. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις είναι σχετικά ασφαλές το συμπέρασμα ότι το έργο των υπηρεσιών μείωσης της βλάβης αποδίδει καρπούς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Τμήματος Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας (μέχρι 30-6-2009), το έτος 2008 αναφέρθηκαν 209 θάνατοι από ναρκωτικά, από τους οποίους οι 111 (53,1%) έχουν επιβεβαιωθεί με τις απαραίτητες τοξικολογικές αναλύσεις. Μελετώντας διαχρονικά τον αριθμό των βεβαιωθέντων θανάτων από ναρκωτικά, το 2008 φαίνεται να συνεχίζεται η μείωση του αριθμού που έχει αρχίσει να καταγράφεται ήδη από το 2005. Θετική εικόνα παρουσιάζει ο τομέας της κοινωνικής επανένταξης, με την ίδρυση νέων προγραμμάτων και τη σημαντική αύξηση των απεξαρτημένων χρηστών που επωφελήθηκαν το 2008 από τέτοιου είδους παρεμβάσεις.
Πράγματι, με την ισχύουσα οικονομική κρίση χρειάζεται εντατικοποίηση των προσπαθειών στην κοινωνική επανένταξη, και ιδιαίτερα στο κομμάτι της ένταξης στην αγορά εργασίας. Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτό ότι το πρόβλημα της εξάρτησης δεν περιορίζεται στα ναρκωτικά, στο αλκοόλ και στον καπνό. Έτσι, εμφανίζονται προγράμματα που είτε απευθύνονται σε άλλου είδους εξαρτήσεις, όπως είναι ο τζόγος, η παθολογική χρήση του διαδικτύου, οι διατροφικές διαταραχές, είτε περιλαμβάνουν παρεμβάσεις για άλλες εξαρτήσεις παράλληλα με αυτές των ναρκωτικών. Αυτό οδηγεί, ενδεχομένως, όχι μόνο σε μια ολιστική θεώρηση της εξάρτησης αλλά και της ένταξης της σε ένα γενικότερο πλαίσιο κοινωνικών διαταραχών. Πρέπει να τονιστεί πως οι θάνατοι από ναρκωτικά αποτελούν ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα με σοβαρές κοινωνικές προεκτάσεις παγκόσμια.
Η διακίνηση και η χρήση ναρκωτικών είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με πολλές από τις πιο πιεστικές σημερινές ανησυχίες. Η χρήση ναρκωτικών έχει επιπτώσεις στην παγκόσμια υγεία και ανάπτυξη, την εγκληματικότητα και την ασφάλεια των προσώπων καθώς και στη διεθνή ασφάλεια. Σχεδόν καθημερινά, τα δελτία ειδήσεων του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης περιλαμβάνουν ειδήσεις που έχουν σχέση με τα ναρκωτικά: συλλήψεις λαθρεμπόρων ναρκωτικών, αποδράσεις φυλακισμένων λαθρεμπόρων, θάνατοι νέων ανθρώπων, προβλήματα και ανεπάρκεια των κέντρων απεξάρτησης κλπ. Κάθε τόσο, όταν η συσσώρευση απελπισίας και απόγνωσης ξεπερνάει τα ανεκτά όρια, παρατηρούμε μια επαναδραστηριοποίηση των αρμοδίων ατόμων και φορέων που περιλαμβάνει συζητήσεις, συσκέψεις, ημερίδες, άρθρα, σκέψεις για νέα πιο σύγχρονη νομοθεσία, προτάσεις για αντιμετώπιση του προβλήματος κλπ. Ολα καταλήγουν στο ήδη γνωστό συμπέρασμα ότι το πρόβλημα είναι δύσκολο και ότι χρειάζεται ριζική αντιμετώπιση, αλλά δυστυχώς κανείς δεν φαίνεται πρόθυμος να
αναλάβει δράση και να προτείνει και να προωθήσει μια πραγματικά ριζοσπαστική λύση.
Το πρόβλημα των ναρκωτικών θεωρείται και ίσως είναι το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η νεολαία της χώρας και έχει σημαντικότατες και προφανείς αρνητικές προεκτάσεις για τη δημόσια ζωή. Όπως έχει λεχθεί, το πρόβλημα είναι τόσο σοβαρό και δύσκολο, και η ως σήμερα αντιμετώπιση του είναι τόσο αναποτελεσματική που το εμπόριο των ναρκωτικών οργιάζει και θερίζει. Η άποψη ότι απαιτούνται ριζικά μέτρα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Το ερώτημα είναι ποια μέτρα είναι τόσο ριζικά ώστε να αναμένεται ότι αν υιοθετηθούν θα έχουν κάποιο ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Αν ρωτήσει κανείς εκείνους που γνωρίζουν το πρόβλημα από κοντά ή τις διάφορες πλευρές του, όπως π.χ. αστυνομικούς, δικαστές, νομικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους και ψυχιάτρους, είναι βέβαιο, θα πάρει πολλές απαντήσεις που είναι πιθανόν να διαφέρουν σημαντικά. Το πρόβλημα βέβαια είναι τόσο σοβαρό ώστε κάθε απάντηση απαιτεί λεπτομερή και συστηματική εξέταση.
Θα νόμιζε κανείς ότι οι λιγότερο σχετικοί για να εκφράσουν γνώμη για τη λύση αυτού του προβλήματος είναι οι οικονομολόγοι. Στο άρθρο αυτό προτίθεμαι να υποστηρίξω το αντίθετο, ότι δηλαδή η λύση ή μια σοβαρή αρχή για τη λύση του προβλήματος μπορεί να βρεθεί από την οικονομική ανάλυση του προβλήματος. Τα ναρκωτικά διακινούνται σε μια αγορά που είναι παράνομη και εξαιρετικά επικερδής. Το κόστος παραγωγής των ναρκωτικών είναι μικρό αλλά η τιμή τους πολύ μεγάλη λόγω της ανελαστικότητας της ζήτησης και του καθεστώτος της παρανομίας μέσα στο οποίο λειτουργεί αυτή η αγορά. Τα κέρδη για τους μεγάλους και μεσαίους εμπόρους είναι τεράστια. Έχει εκτιμηθεί ότι ο συνολικός τζίρος του παγκοσμίου λαθρεμπορίου ναρκωτικών είναι ίσος με το εθνικό εισόδημα των Η ΠΑ. Μπορεί η εκτίμηση αυτή να είναι υπερβολική, αλλά δείχνει την τάξη μεγέθους της παράνομης αγοράς
ναρκωτικών. Στην αγορά αυτή συμμετέχουν όχι μόνοι οι παραγωγοί και οι χρήστες, αλλά ένα τεράστιο διεθνές κύκλωμα με εθνικά υποκυκλώματα στο οποίο συμμετέχουν οι έμποροι, μεγάλοι, μεσαίοι και μικροί, λιανοπωλητές στις πλατείες και στις γειτονιές, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, διεφθαρμένοι σωφρονιστικοί υπάλληλοι, διεφθαρμένοι δικηγόροι, διεφθαρμένοι δικαστές και διεφθαρμένοι πολιτικοί. Ο βαθμός επέκτασης και διείσδυσης των ναρκωτικών σε κάθε περιοχή της χώρας, σε κάθε πόλη, σε κάθε γειτονιά και σε κάθε κοινωνικό στρώμα, δείχνει ολοφάνερα την ανάγκη για αντιμετώπιση του προβλήματος με πράγματι δραστικά μέτρα. Ενα τέτοιο μέτρο θα ήταν η εξουδετέρωση του ισχυρότατου οικονομικού κινήτρου που βρίσκεται πίσω από την εξάπλωση των ναρκωτικών που αποτελεί έναν από τους παράγοντες αυτούς της εξάπλωσης. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος εξουδετέρωσης του οικονομικού κινήτρου είναι η απομάκρυνση των ναρκωτικών ουσιών από τον κόσμο του εγκλήματος και η πώληση τους από ειδικά φαρμακεία σε τιμές νόμιμης αγοράς. Το εξαρτημένο από ναρκωτικά άτομο δεν είναι εγκληματίας, αλλά μάλλον άρρωστος και ως άρρωστος πρέπει να αντιμετωπισθεί. Αυτό σημαίνει ότι με ιατρική συνταγή θα πρέπει να παίρνει ότι χρειάζεται ενώ παράλληλα θα μπαίνει σε διαδικασία θεραπείας.
Οι λεπτομέρειες μιας τέτοιας αντιμετώπισης δεν είναι αυτής της στιγμής, ούτε ο συγγραφέας αυτού του άρθρου είναι το καταλληλότερο πρόσωπο για μια τέτοια εισήγηση. Εκείνο όμως που φαίνεται λογικό είναι ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών προϋποθέτει την τοποθέτηση του σε πλαίσιο νομιμότητας και την εξ ορισμού πλέον εξαφάνιση των τεραστίων παρανόμων κερδών και συνεπώς του κινήτρου για τη διάδοση τους. Εχει λεχθεί από άτομα που έχουν ασχοληθεί με το θέμα ότι η χρήση ναρκωτικών δεν είναι καινούργιο πρόβλημα. Από πολλούς αιώνες οι κοινωνίες των ανθρώπων αντιμετωπίζουν το πρόβλημα των
ναρκωτικών και είναι μάλλον απίθανο να επιτύχουμε την πλήρη εξαφάνιση τους. Υπάρχουν πολλοί λόγοι, υποστηρίζεται, για τους οποίους οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι καταφεύγουν στα ναρκωτικά, και στον βαθμό που οι λόγοι αυτοί συνεχίζουν να υπάρχουν τα ναρκωτικά θα προσφέρονται με διάφορους τρόπους. Αυτά μπορεί να είναι σωστά, αλλά εκείνο που δεν φαίνεται να γίνεται κατανοητό από τους υποστηρικτές αυτής της άποψης είναι ότι στη σημερινή αγορά ναρκωτικών υπάρχουν τεράστια οικονομικά συμφέροντα που τα προωθούν σε χώρους και σε άτομα που ποτέ δεν εκδήλωσαν επιθυμία χρήσης ναρκωτικών. Πώς να πιστέψει κανείς ότι το 90% των φοιτητών στα αμερικανικά πανεπιστήμια που δηλώνουν ότι έχουν χρησιμοποιήσει ναρκωτικά τουλάχιστον μία φορά, ξαφνικά στράφηκαν σε αυτά από προσωπικά, οικογενειακά ή άλλα προβλήματα;
Η ιδέα είναι ότι ο βασικός μηχανισμός προώθησης των ναρκωτικών στη σημερινή Ελλάδα είναι όχι τα κοινωνικά προβλήματα αλλά τα τεράστια παράνομα κέρδη και ότι η προώθηση και διάδοση των ναρκωτικών, η διαφθορά, η δυστυχία τόσων οικογενειών και οι θάνατοι τόσων ανθρώπων δεν θα σταματήσουν αν δεν εξαλειφθεί το πανίσχυρο οικονομικό κίνητρο με την κάποιας μορφής νομιμοποίηση της απόκτησης των ναρκωτικών.
Συμπερασματικά, το πρόβλημα της εξάρτησης είναι σαφέστατα πολυπαραγοντικό με ατομικές και κοινωνικές μεταβλητές. Οι θεωρίες αιτιοπαθογένειας πολλές με ιατρικό ή μη περιεχόμενο. Η φυσική εξάρτηση εμφανίζεται όταν το σώμα στερείται τις ναρκωτικές ουσίες. Η αποστέρηση οδηγεί σε φυσικά συμπτώματα όπως πόνος, έντονος τρόμος και σπασμοί. Η ψυχολογική εξάρτηση μπορεί να διαρκέσει πολύ περισσότερο από τη φυσική εξάρτηση. Το σύστημα ανταμοιβής διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ψυχολογικής εξάρτησης. Όμως το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους ειδικούς αλλά
όλους τους πολίτες. Καθένας μπορεί να βοηθήσει τόσο στη πρόληψη όσο και στη καταπολέμηση της εξάρτησης. Εκείνοι όμως που οφείλουν να προσφέρουν είναι οι γονείς προς τα παιδιά τους, οι εκπαιδευτικοί προς τους μαθητές τους και οι επιστήμονες υγείας προς τους ασθενείς τους. Δεν χρειάζεται ούτε γνώσεις, ούτε εμπειρία το να είμαστε αλληλέγγυοι προς το συνάνθρωπο και να δείχνουμε αγάπη, κατανόηση και ενδιαφέρον. Να μην απομακρυνόμαστε από τα παιδιά μας, να στηρίζουμε τις επιθυμίες τους και να μην τα φορτώνουμε με τα προβλήματα μας ενώ παράλληλα να δείχνουμε αγάπη γιατί αυτό χρειάζεται η κοινωνία μας σήμερα και αυτό έχει ανάγκη ο άνθρωπος εδώ και αιώνες. Όταν λοιπόν συμβεί αυτό τότε θα έχουμε πραγματικά επιτύχει πρόληψη της εξάρτησης, της βίας και πολλών άλλων κοινωνικών προβλημάτων.