Ο άνθρωπος, η κοινωνία και η θρησκεία

Αυτή η τριπλέτα του τίτλου οδηγεί στον προβληματισμό πως ο άνθρωπος μέσα από την ιστορική του διαδρομή, δημιούργησε κοινωνίες, δομές και κανόνες στους οποίους υπακούει, δημιουργεί αλλαγές, προάγει πολιτισμούς, αλλά ένα βασικό σημείο αναφοράς υπαρξιακό πλέον, παραμένει η σταθερή στον χρόνο ανάγκη του να παραπέμπει στις σκέψεις του και τα συναισθήματα του σε δυνάμεις πέρα από τον άνθρωπο που εκφράζονται μέσα από θρησκευτικές φιλοσοφίες.

Εκείνο που μας κάνει να φτάσουμε σ’ αυτήν τη σκέψη είναι η αξιοπερίεργη θεώρηση της φύσης και του κόσμου, που παρατηρήσαμε στους πρωτόγονους λαούς, που μας είναι γνωστοί, είτε ανήκουν στην ιστορία, είτε υπάρχουν ακόμα και στη σημερινή εποχή.

Οι λαοί αυτοί προσπάθησαν να θεοποιήσουν φυσικά φαινόμενα, να εγκαταστήσουν στον κόσμο αναρίθμητα πνευματικά όντα, που θεωρούνται ότι έχουν καλές ή κακές προθέσεις. Θεωρούντο επίσης σαν οι αιτίες των φυσικών φαινομένων και πιστεύεται ότι εξαιτίας τους είναι έμψυχα όχι, μόνο τα ζώα και τα φυτά, αλλά και τα άψυχα αντικείμενα.

Αλλά πως έφτασαν οι πρωτόγονοι να έχουν αυτήν την παράξενη αντίληψη που πάνω της στήριξαν ένα πνευματικό - θρησκευτικό σύστημα;

Υποθέτουμε ότι αυτό έγινε με παρατήρηση του φαινομένου του ύπνου (των ονείρων) και του θανάτου, που τόσο πολύ μοιάζει στον ύπνο και την προσπάθεια για εξήγηση αυτών των καταστάσεων που είναι πολύ οικίες στον κάθε άνθρωπο. Το πρόβλημα του θανάτου πρέπει μάλιστα να είναι το κύριο σημείο, από όπου ξεκινά και η δημιουργία της θεωρίας. Για τους πρωτόγονους η διατήρηση της ζωής δηλαδή η αθανασία ήταν κάτι το αυτονόητο. Η παράσταση του θανάτου είναι μεταγενέστερη και έγινε με πολύ δισταγμό αποδεκτή ακόμη και για μας μένει χωρίς περιεχόμενο και με ασαφή επακόλουθα.

Μας φαίνεται τελείως φυσιολογικό και καθόλου περίεργο το γεγονός, ότι οι πρωτόγονοι αντέδρασαν στα φαινόμενα που τους δημιούργησαν απορίες με την επινόηση ψυχικών παραστάσεων αυτών πάνω στα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου.

Ο Βούντ μπροστά στο γεγονός ότι οι ίδιες ανιμιστικές παραστάσεις ισχύουν για τους πιο διαφορετικούς λαούς και στις πιο διαφορετικές εποχές αναφέρει ότι πρόκειται για τα αναπόφευκτα ψυχολογικά προϊόντα της μυθοποιητικής συνείδησης και ότι ο πρωτόγονος ανιμισμός θα πρέπει ναι είναι η πνευματική έκφραση της φυσικής κατάστασης του ανθρώπου, τουλάχιστον απ’ ότι οι παρατηρήσεις μας επιτρέπουν να διαπιστώσουμε.

Ο ανιμισμός είναι ένα σύστημα σκέψης. Δεν δίνει απλώς εξήγηση για ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά παρέχει τη δυνατότητα να κατανοηθεί από μια σκοπιά ολόκληρος ο κόσμος σαν ενιαίο σύνολο. Η ανθρωπότητα έχει υιοθετήσει, σύμφωνα με όσα παραδέχονται σχετικά οι συγγραφείς, στο πέρασμα των αιώνων τρία τέτοια συστήματα σκέψης, δηλαδή τρεις μεγάλες κοσμοθεωρίες: την μυθολογική – ανιμιστική, τη θρησκευτική και την επιστημονική.

Αυτή που εμφανίστηκε αρχικά, ο ανιμισμός, είναι ίσως η πιο συγκροτημένη και πλήρης και εξηγεί ολοκληρωτικά τη φύση του κόσμου.

Αυτή, λοιπόν η πρώτη κοσμοθεωρία της ανθρωπότητας είναι μια ψυχολογική θεωρία.

Ξεπερνάει την πρόθεση μας να δείξουμε πόσο καλά διατηρείται ακόμα και στις μέρες μας, είτε υποτιμημένη με τη μορφή της δεισιδαιμονίας, είτε ζωντανή και ενεργή στη βάση της γλώσσας της πίστης και των παραδόσεων μας.

Έχοντας υπόψη μας αυτό το σύνολο των κοσμοθεωριών, μπορούμε να πούμε ότι ο ανιμισμός μόνος του δεν είναι θρησκεία, αλλά περιέχει τη βάση που πάνω της αναπτύσσονται αργότερα οι θρησκείες. Είναι επίσης προφανές ότι οι μύθοι έχουν ανιμιστική καταγωγή, αν και οι λεπτομέρειες της σχέσης των μύθων και του ανιμισμού δεν είναι πλήρως αποσαφηνισμένες.

Ωστόσο η εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος, η ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης, που εκφράζει και αποδεικνύει την αλήθεια, μεταβάλλει το σκηνικό στην ιστορική διαδρομή του ανθρώπου και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος με τις ανάγκες του, τις ιδιαιτερότητες του, τις δραστηριότητές του διαφοροποιεί δομές στην οικογένεια στην κοινωνία, στα ήθη και έθιμα, στις θρησκείες και τις παραδόσεις του, στον ευρύτερο πολιτισμό του. Η σφαιρική θεώρηση όλου του ανθρώπινου είδους είναι αδύνατο να εκτιμηθεί και να παρατηρηθεί από οποιαδήποτε οπτική, γι’ αυτό άλλωστε αποτελεί πάντα θαυμαστό αντικείμενο έρευνας και παρατήρησης.

Στο σημείο αυτό θα σταθούμε λίγο περισσότερο στην έννοια της ανάπτυξης του ανθρώπου, και της δημιουργίας της πρώτης πυρηνικής εστίας του, της οικογένειας για να εντάξουμε αργότερα μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο την κοινωνική του δραστηριότητα και την ανάγκη του για θρησκευτική έκφραση.

Η ανάπτυξη είναι μια προοδευτική σειρά από μεταβολές που συμβαίνουν κατά τρόπο συστηματικό. Είναι μια βαθμιαία εκδίπλωση και ενεργοποίηση των γενετικών καταβολών, κάτω από τις επιδράσεις του περιβάλλοντος που τείνει προς ένα ορισμένο σκοπό. Η εντελέχεια αυτή του ανθρώπινου οργανισμού καθιστά το άτομο ικανό να κατακτά νέες μορφές δραστηριοτήτων μέσα στο περιβάλλον.

Ανάπτυξη δε σημαίνει αποκλειστικά και μόνο αύξηση, αλλά και φθίση. Ορισμένες, δηλαδή λειτουργίες φθίνουν και χάνονται, ενώ συγχρόνως άλλες νέες μορφές συμπεριφοράς δημιουργούνται.

Η ανάπτυξη είναι μια πολύπλοκη διαδικασία που περιλαμβάνει πολλές ψυχοβιολογικές διεργασίες και συνεπάγεται διαρκή μεταδόμηση του συνόλου της ψυχοσωματικής υπόστασης του ατόμου. Ο ρυθμός της ανάπτυξης μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο, τα στάδια- φάσεις, όμως που διέρχεται είναι ίδια για όλα τα άτομα. Η διαπίστωση αυτή έχει μεγάλη πρακτική σημασία, γιατί έτσι είναι δυνατό να καθοριστούν τα γενικά χαρακτηριστικά κάθε ηλικίας και να χρησιμοποιηθούν ως κριτήρια για την αξιολόγηση ατομικών περιπτώσεων.

Η πορεία της ανάπτυξης παρουσιάζει μια περιοδικότητα που χαρακτηρίζεται από εναλλαγή περιόδων ισορροπίας και αναστάτωσης. Τις καταστάσεις ισορροπίας και γαλήνης διαδέχονται κρίσεις και αναστατώσεις κατά τις οποίες συμβαίνει αναδόμηση του ψυχοφυσικού οργανισμού και δημιουργούνται νέες μορφές συμπεριφοράς. Σε ορισμένες ηλικίες παρατηρείται μια “διάσπαση” και συγχρόνως μια ανασυγκρότηση της προσωπικότητας, ενώ σε άλλες ηλικίες επικρατεί ηρεμία και ισορροπία. Η γνώση και η κατανόηση της εναλλαγής αυτής των φάσεων ηρεμίας και αναταραχής είναι βασική προϋπόθεση για την ορθή ερμηνεία και αντιμετώπιση της συμπεριφοράς του ατόμου στις διάφορες ηλικίες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ανάπτυξης είναι ότι διέρχεται διάφορες εξελικτικές φάσεις, περιόδους. Σε κάθε περίοδο το άτομο έχει διαφορετικά κυρίαρχα χαρακτηριστικά συμπεριφοράς. Επίσης κάθε περίοδος έχει έναν επί μέρους αναπτυξιακό σκοπό. Ο αναπτυξιακός αυτός σκοπός εκφράζεται σε αναπτυξιακά επιτεύγματα, τα οποία, αν δεν πραγματοποιηθούν, θα παρεμποδίσουν την μετάβαση στην επόμενη εξελικτική βαθμίδα. Τα αναπτυξιακά επιτεύγματα καθορίζονται για κάθε περίοδο με βάση:

α) το επίπεδο ωριμότητας των διαφόρων ψυχοσωματικών δομών,

β) το κοινωνικές αποκτήσεις,

γ) τις φιλοδοξίες και το επιδιώξεις του ίδιου του ατόμου.

 

Πρέπει ακόμα να επισημάνουμε πως η ανάπτυξη είναι αποτέλεσμα της ωρίμανσης και της μάθησης. Η ωρίμανση προέρχεται από τις εσωτερικές καταβολές, από την προικοδότηση του είδους. Είναι μια αυτόβουλη ανάπτυξη, ανεξάρτητη ως επί το πλείστον από τις επιδράσεις του περιβάλλοντος η οποία προσφέρει την πρώτη ύλη και καθορίζει το γενικό σχέδιο και την πορεία της ανάπτυξης. Η μάθηση προέρχεται από την άσκηση και την ατομική προσπάθεια. Κύριο χαρακτηριστικό της μάθησης είναι ότι αντίθετα προς την ωρίμανση, είναι αποτέλεσμα εξωτερικών επιδράσεων. Ωρίμανση και μάθηση αλληλεπιδρούν και έχουν ως κοινό αποτέλεσμα την ανάπτυξη.

Τίθεται εύλογα το ερώτημα: ποιος από τους δύο παράγοντες η ωρίμανση, ή η μάθηση, διαδραματίζει το σπουδαιότερο ρόλο στην ανάπτυξη; Στην πορεία της ανθρώπινης σκέψης δημιουργήθηκαν δύο αντίθετες ομάδες στοχαστών, οι φυσιοκράτες υποστηρίζουν ότι η κληρονομικότητα είναι ο πρωταρχικός, σχεδόν ο μοναδικός παράγοντας στην ανάπτυξη, ενώ οι περιβαλλοντικές δέχονται ακριβώς το αντίθετο, την απόλυτη δηλαδή κυριαρχία των εξωτερικών επιδράσεων.

Στο πρακτικό επίπεδο η διαμάχη μεταξύ φυσιοκρατών και περιβαλλοντιστών έχει εντοπιστεί, όχι στο “ποιος” παράγοντας ασκεί τις αποφασιστικές επιδράσεις, αλλά στο “πώς” ο καθένας ασκεί τις οποιεσδήποτε επιδράσεις του. Οι επιστήμονες δεν ασχολούνται πλέον με την ποσοστιαία συμβολή του κάθε παράγοντα ανάπτυξης, αλλά κυρίως προσπαθούν να καθορίσουν τον τρόπο, τους μηχανισμούς, με τους οποίους επιδρά ο κάθε παράγοντας. Έτσι, στον τομέα της κληρονομικότητας γίνονται γενετικές έρευνες για τα χρωμοσώματα και τα γονίδια με σημαντικά αποτελέσματα. Ομοίως, στον τομέα των περιβαλλοντικών επιδράσεων γίνονται αναλυτικές μελέτες για να καθοριστεί “τι” είναι ακριβώς αυτό που ασκεί θετική ή αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη. Το θέμα της αλληλεπίδρασης, της ωρίμανσης και της μάθησης τίθεται βασικά ως εξής: οι κληρονομικές καταβολές, οι αναπτυξιακές δομές, προϋπάρχουν για να δραστηριοποιηθούν όμως οι δομές αυτές και να αναπτυχθούν πρέπει να βρεθούν κάτω από κατάλληλες περιβαλλοντικές επιδράσεις.

Εδώ, πρέπει να υπογραμμίσουμε πως οι παραπάνω απόψεις συμβάλλουν κατά ένα μέρος στην καλύτερη διερεύνηση του φάσματος της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πολλές θεωρίες για την προσωπικότητα και την ανθρώπινη συμπεριφορά διευρύνουν σε μεγάλο βαθμό το πεδίο των γνώσεων σχετικά με τον άνθρωπο και είδαν πολυδιάστατα σύνθετα και σε βάθος το αντικείμενο τους, γέννησαν αντιρρήσεις και συζητήσεις και έδωσαν αφορμή να διεξαχθούν και άλλες έρευνες.

Με τα όσα συμβαίνουν στον άνθρωπο η επιστημονική σκέψη καλείται να απαντήσει σε μερικά βασικά ερωτήματα:

α) Πρέπει να δούμε τον άνθρωπο σαν ένα ον με τελολογικές ιδιότητες; σαν ένα ον δηλαδή, που θέτει σκοπούς και τους επιδιώκει συνειδητά σχεδιάζοντας την πορεία του και που έχει δυνατότητες να προβλέψει την πιθανή επίτευξη των σκοπών του διέπονται από μηχανιστικούς καθαρά νόμους;

β) Η μελέτη της συνειδητής μόνο πλευράς της ζωής του ανθρώπου είναι ικανή να δώσει ερμηνεία σε ό,τι του συμβαίνει; ή μήπως είναι απαραίτητο να μελετηθεί και η μη συνειδητή πλευρά ή και οι δύο;

γ) Πόσο αληθεύει το γεγονός ότι κάθε άτομο και κάθε πράξη του είναι πράγματι τόσο μοναδικά και ιδιόμορφα, ώστε ούτε το άτομο να μπορεί να ταυτιστεί με ένα άλλο, ούτε μια πράξη του με την πράξη ενός άλλου ατόμου, παρόμοια έστω, γιατί υπάρχουν πάντοτε σ’ αυτό ιδιόμορφες και σημαντικές ιδιότητες που το διαχωρίζουν από την προσωπικότητα όλων των άλλων ανθρώπων και του δίνουν των ατομικότητα του;

Είναι ευνόητο που πλήρεις απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν είναι δυνατό να δοθούν αυτήν τη στιγμή. Μπορούν ωστόσο να γίνουν πολλοί προβληματισμού για μια περαιτέρω συζήτηση.

Εξ’ άλλου η ανθρώπινη προσωπικότητα θεωρήθηκε βασικά σαν ένα σύνθετο σύστημα ενέργειας που συντηρείται και επιβιώνει μέσω των επαφών του με τον εξωτερικό κόσμο. Οι ψυχολογικές διεργασίες που συνιστούν την προσωπικότητα και η δομή τους υπηρετούν αυτούς τους σκοπούς. Μερικές προσωπικότητες κατορθώνουν ευχερέστερα από άλλες ν’ ανταποκρίνονται στους σκοπούς αυτούς.

Έτσι μπήκαν στην ψυχολογική σκέψη της εποχής οι έννοιες των ατομικών διαφορών και της προσαρμογής – δυσπροσαρμοστικότητας.

Ο άνθρωπος είναι ένα όν με απεριόριστη δραστηριότητα που μπορεί να μεταβάλλεται και να πλάθεται συνεχώς και ο κοινωνικός παράγοντας επηρεάζει αυτές τις μεταβολές της κοινωνίας δηλαδή μέσα στην οποία ζει και δρα.

Είναι βέβαιο, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζει μόνος. Έχει ανάγκη από την παρουσία και τη σχέση των άλλων για την άμυνα του, για την διαιώνιση του είδους και την ανατροφή των παιδιών. Έχει την ανάγκη των άλλων στην εργασία, στο παιχνίδι, στη μετάδοση γνώσεων, για την απορρόφηση, των υλικών αγαθών. Αλλά πέρα απ’ όλα αυτά έχει την ανάγκη της ίδιας της σχέσης την ανάγκη να ανήκει στην ομάδα. Η απομόνωση είναι κάτι ανυπόφορο, κάτι ασυμβίβαστο με ψυχική υγεία.

Ο ιδιαίτερος τρόπος που το κάθε άτομο σχετίζεται με τους άλλους και που μπορεί να πάρει τη μορφή της αγάπης με τους μίσους της ισότητας ή του αυταρχισμού, της ελευθερίας ή της καταπίεσης, εκφράζει το χαρακτήρα του. Γι’ αυτό ο χαρακτήρας μπορεί να οριστεί σαν η σχετικά μόνιμη μορφή με την οποία διοχετεύεται η ανθρώπινη ενέργεια κατά τη διαδικασία της αφομοίωσης και της κοινωνικοποίησης. Το άτομο ρυθμίζει τη ζωή του κατά ένα τρόπο που ταιριάζει με το χαρακτήρα του, γιατί ο χαρακτήρας επηρεάζει και τη σκέψη του ατόμου και τα αισθήματα του.

Μ’ αυτούς τους προβληματισμούς μεταφέρουμε τον άνθρωπο στις σύγχρονες κοινωνίες ζούμε σε μια εποχή μαζικών κοινωνικών και ηθικών σχηματισμών. Στο διάστημα δύο αιώνων έχει εμφανιστεί ένα ευρύτερο σύνολο κοινωνικών αλλαγών των οποίων ο ρυθμός σήμερα μάλλον έχει επισπευθεί, παρά επιβραδυνθεί. Αυτές οι αλλαγές προερχόμενες αρχικά από τη δυτική Ευρώπη, έχουν τώρα παγκόσμιο αντίκτυπο. Έχουν καταλύσει σχεδόν ολοκληρωτικά τις μορφές κοινωνικής οργάνωσης με την οποία η ανθρωπότητα είχε ζήσει τα χιλιάδες χρόνια της προηγούμενης ιστορίας της.

Ο πυρήνας τους βρίσκεται σ’ αυτό που μερικοί έχουν περιγράψει ως τις “δύο μεγάλες επαναστάσεις” της Ευρώπης του 18ου κ’ 19ου αιώνα. Η πρώτη είναι η γαλλική επανάσταση το 1789 – σύμβολο πολιτικών – κοινωνικών – ηθικών – μετασχηματισμών και η δεύτερη η “βιομηχανική επανάσταση” στο τέλος του 18ου αιώνα στην Βρετανία και το 19ο εξαπλώνεται σ’ όλη την Ευρώπη. Από δω ουσιαστικά ξεκινά η αστικοποιημένη κοινωνία και οι ραγδαίες τεχνικό-οικονομικές εξελίξεις που οδήγησαν τον άνθρωπο σε μια νέα τάξη κοινωνικών πραγμάτων.

Τα πρώτα κρούσματα αυτών των κοινωνικών αλλαγών πλήττουν κατά κανόνα τον πυρήνα των κοινωνικών θεσμών, την οικογένεια.

Η ιστορική έρευνα απέδειξε ότι στο μεγαλύτερο μέρος της δυτικής Ευρώπης η οικογένεια ήταν ουσιαστικά περισσότερο πυρηνική παρά εκτεταμένη για αρκετές, τουλάχιστον δεκαετίες πριν την αρχική διαμόρφωση του καπιταλισμού – αν και οι ευρύτερες οικογενειακές σχέσεις είχαν μεγαλύτερη σημασία απ’ όση έχουν σήμερα.

Η εξέλιξη της οικογένειας κατά τη διάρκεια των τριακοσίων ετών από το 16ο ως τις αρχές του 19ου αιώνα παρουσιάζει διάφορες φάσεις. Πριν από το 16 αιώνα και κατά τη διάρκεια του κυριαρχούσε ο τύπος οικογένεια “ανοιχτή γενεαλογική γραμμής”. Παρ’ όλο που κέντρο της ήταν η πυρηνική οικογένεια το σύνολο των μελών της είχε ευρύτερες σχέσεις μέσα στην κοινότητα συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων, με άλλες οικογένειες.

Οι οικογενειακές σχέσεις, όπως και γενικά οι σχέσεις μέσα στην κοινότητα, ήταν εντελώς διαφορετικές απ’ αυτές που γενικά οι διαφορετικές απ’ αυτές που επικράτησαν μεταγενέστερα. Ο γάμος δεν αποτελούσε το κεντρικό σημείο του συναισθηματικού δεσμού ή της εξάρτησης σε κάθε επίπεδο του ταξικού συστήματος.

Η άποψη που κυριαρχούσε ήταν ότι οι άνθρωποι έπρεπε να προσδοκούν την ευτυχία στον άλλο κόσμο μόνο και όχι σ’ αυτόν και ότι ο έρωτας δεν ήταν ευχαρίστηση αλλά αμαρτωλή αναγκαιότητα, η οποία μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο από την ανάγκη για να αναπαραγωγή της φυλής. Το δικαίωμα επιλογής κάθε ατόμου έπρεπε όλες τις φορές να υποτάσσεται στα συμφέροντα των άλλων, ανεξάρτητα απ’ το αν ήταν πρόγονοι γονείς, γείτονες, η εκκλησία ή το κράτος. Όσον αφορά την ίδια τη ζωή ήταν ευτελής και μικρή ο θάνατος ερχόταν ώστε αποτελούσε απερισκεψία ή συναισθηματική εξάρτηση από οποιοδήποτε ανθρώπινο ον.

Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σ’ ένα βασικό ζήτημα που απασχολεί την ανθρώπινη ύπαρξη. Το δικαίωμα του ανθρώπου στην ευτυχία. ο τρόπος και τα μέσα προσέγγισης της μέσα από υπαρξιακές αναζητήσεις. Οι αναζητήσεις αυτές πέρασαν από πολλά μονοπάτια. Από σκέψεις φιλοσοφικές, ψυχολογικές, θρησκευτικές.

Αυτές οι σκέψεις που οργανώθηκαν από εμπνευσμένα ανθρώπινα μυαλά συστηματοποιήθηκαν και γαλούχησαν λαούς σ’ όλον τον πλανήτη, και δημιούργησαν στάσεις ζωής.

Θα σταθούμε ιδιαίτερα σ’ αυτό που αποκαλούμε θρησκευτικό συναίσθημα και πως λειτουργεί στον άνθρωπο απέναντι στη ζωή.

Ωστόσο, και εδώ υπάρχουν μερικά σημεία που πρέπει να αποσαφηνιστούν. Δεν βασίζονται όλες οι θρησκείες στην αρχή της πραγματικότητας. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι  για τους οποίους η θρησκεία αποτελεί ένα “μηχανισμό φυγής”, είναι δηλαδή το μέσον για να παρακάμπτουν τις δύσκολες και δυσάρεστες πλευρές της ζωής. Καταφεύγουν στο θεό για να βρουν προστασία και ασφάλεια και όταν τους συμβεί κάτι δυσάρεστο αρκούνται να πουν “γιατί θεέ μου, μου το κάνεις αυτό, γιατί με τιμωρείς έτσι”;

Μια τέτοια αντιμετώπιση της θρησκείας είναι επιβλαβής για το άτομο από ψυχολογική άποψη και στερείται κάθε έννοιας φιλοσοφικού προβληματισμού.

Η έρευνα της ύπαρξης του ανθρώπου οδηγεί σ’ ένα Υπερπέραν, στην ανάγκη ύπαρξης μιας υπερδύναμης που από την μια μεριά θα εξηγεί τα ανεξήγητα φαινόμενα, από την άλλη θα προσφέρει δύναμη, αισιοδοξία, πίστη και ασφάλεια στον άνθρωπο. Αναζητεί συνεπώς ένα θεό για τον οποίο δεν έχει συγκεκριμένες γνώσεις, παραμένει άγνωστος και σωπαίνει. Στο όνομα όμως, αυτού του θεού, υπήρξαν άνθρωποι, πνευματικοί πατέρες, όπως λέγεται, οι οποίοι δημιούργησαν κείμενα, απόψεις, στάσεις ζωής, θεσμοθέτησαν αν θέλετε θρησκευτικές πίστες και δόγματα και καθοδήγησαν λαούς.

Ας θυμηθούμε, το πάντρεμα της επιστήμης- θρησκεία και της κρατικής εξουσίας σε ιστορικές στιγμές, όπως ο μεσαίωνας (από τις μελανές στιγμές της ιστορίας), το Βυζάντιο (η ενθάρρυνση του λαού και του στρατού μέσω της χριστιανικής πίστης για την αντιμετώπιση των βαρβάρων), η καταλυτική επικράτηση της θρησκευτικής πίστης στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα ή ακόμα η επίδραση των θρησκευτικών δοξασιών στη διαμόρφωση της ηθικής στη Βικτωριανή εποχή στην Αγγλία.

Από την άλλη μεριά, όμως, όμως, πρέπει να υπογραμμίσουμε πως ένα  σύνολο θρησκευτικών πεποιθήσεων και δογμάτων της πίστης, Ευαγγελίζεται και κάποιες θεμελιώδεις πανανθρώπινες αξίες που έχουν γίνει και αντικείμενο μελέτης και άλλων φιλοσοφικών συστημάτων. Αυτές οι αξίες επικεντρώνονται σε κάποια πρωταρχικά σημεία όπως:

      1. Ότι η ζωή δε κυλά, όπως στα παραμύθια αλλά είναι γεμάτη από σκληρούς αγώνες και ότι σε μας – ανάλογα με τον τρόπο ζωής του καθένα μας εναπόκειται να βρούμε διεξόδους και λύσεις στα προβλήματα μας.

  2.Ότι ζούμε για να αναπτυχθούμε πνευματικά, να ολοκληρωθούμε πνευματικά, να ολοκληρωθούμε σαν άτομα και ότι όλες οι εμπειρίες μας, θετικές ή αρνητικές συνεισφέρουν στον ίδιο αυτό υπέρτατο στόχο.

    3.Ότι η αλήθεια, η καλοσύνη, η αγάπη είναι αξίες και ιδιότητες επιθυμητές από όλους, δεν είναι εφήμερες, αλλά έχουν την θέση τους σε μια παγκόσμια τάξη πραγμάτων.

    4.Ότι όλοι μας είμαστε προορισμένοι να υπηρετούμε όχι μόνο τον εαυτό μας αλλά και τους συνανθρώπους μας, συμβάλλοντας στο κτίσιμο ενός δίκαιου κόσμου.

 

Φτάνουμε, λοιπόν στο συμπέρασμα ότι, πίσω απ’ όλα όσα είπαμε σχετικά με την κατάκτηση της ευτυχίας και την ολοκλήρωση του ανθρώπου κρύβεται η ανάγκη του ατόμου να έχει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, ένα φιλοσοφικό προβληματισμό για τη ζωή ή μια θρησκευτική πίστη να συμβαδίζει με την πραγματικότητα.

Αναζητεί κανείς την αλήθεια, λέει η ψυχολογία, αλλά το ποια είναι αυτή η αλήθεια καθορίζεται από τη φιλοσοφική μας θεώρηση ή από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Αν βλέπει κανείς όμως τα πράγματα μέσα από το πρίσμα μιας ιδεολογικής τοποθέτησης ή μιας θρησκευτικής πίστης, είναι σίγουρο, ότι οι υψηλές αξίες που αναφέραμε, έχουν τη θέση τους σε μια αιώνια τάξη πραγμάτων και είναι στενά συνυφασμένες με την ίδια την έννοια της ανθρωπότητας.

Η αλήθεια, η αγάπη δεν είναι ιδιότητες που αγωνίζεται κανείς να τις κατακτήσει και οι οποιες χάνονται όταν πεθάνουμε. Είναι οι απόλυτες αξίες μέσα από τις οποίες ανακαλύπτει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό το πνεύμα ή η προσωπικότητα που θέλει κανείς να διαμορφώσει σύμφωνα μ’ αυτές τις αξίες είναι προορισμένο να αναπτυχθεί σε βαθμό αξιοζήλευτο.

Αν, λοιπόν, θέλει κανείς να βρει μια διέξοδο στην προσωπική του αναζήτηση μπορεί να καταφύγει στην διαδικασία επεξεργασίας του υλικού της προσωπικότητας του, ν’ αναζητήσει τη δική του πραγματικότητα.

Είναι υποχρεωμένος, όμως, κάποιος να θέσει στον εαυτό του το ερώτημα, τι είναι πραγματικότητα, και δεν διαφεύγει το γεγονός, ότι έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος με τον οποίο θα απαντήσει κανείς στην ερώτηση.

Τελειώνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι η ζωή είναι για όλους τους ανθρώπους ένα πεδίο όπου μπορεί κανείς να αναπτύξει την προσωπικότητα του και να καλλιεργήσει τις ψυχικές και πνευματικές του ικανότητες.

Κάθε εμπειρία που προσθέτει τον βοηθά να εκπληρώσει αυτόν τον προορισμό του.

 

Δημήτρης Μπούκουρας

Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής