Βρεφική – προσχολική – σχολική – εφηβική ηλικία

Βρεφική ηλικία (γέννηση - τέλος 2ου έτους)

 Βιωματική ανάπτυξη

Κινητική ανάπτυξη: γενικές και μαζικές κινήσεις, αλλά και κάποιες εξειδικευμένες (αντανακλαστικά Babinski (πέλμα πατούσας), Moro (αγκάλιασμα κορμού), δαρβίνειο), οι οποίες (εξειδικευμένες) είναι ένας δείκτης νευρολογικής ωριμότητας του παιδιού.

Αίσθημα του πόνου αρχικά είναι μόνο βιοσωματικό και φαίνεται να έχει χαμηλή ένταση.

7ος μήνας κάθεται, 10ος μετακινείται έρποντας, 15ος περπατάει, 5ος φτάνει αντικείμενα, 9ος συντονισμός δακτύλων και αντίχειρα Έλεγχος σφιγκτήρων στα δύο πρώτα χρόνια ζωής για τα 2/3 των παιδιών

 Γνωστική ανάπτυξη

Αισθησιοκινητική περίοδος. Η γνωστική λειτουργία στηρίζεται μόνο στις κατ’ αίσθηση αντιλήψεις και στις ενέργειες που κάνει το βρέφος στο ίδιο του το σώμα και στα πράγματα που το περιβάλλουν. Στερείται χώρου, χρόνου και αντικειμένου.

Μονιμότητα του αντικειμένου στον 18° μήνα.

Γλώσσα: 1° έτος ως προπαρασκευαστική γλωσσική περίοδος: α) Άναρθρες φωνές -κλάμα (2 πρώτοι μήνες), β) βάβισμα-ψελλίσματα (3ος - 10ος μήνας), γ) ιδιόρρυθμες λέξεις (αρχίζει από 6°—8° μήνα, κορυφώνεται στον 11° με την πρώτη σαφή φωνούμενη λέξη)

2° έτος ως γλωσσική περίοδος: α) μεμονωμένες λέξεις - συγκρητικός λόγος (1° εξάμηνο), β) ελλειπτικές προτάσεις - τηλεγραφικός λόγος.

Κατάλληλο περιβάλλον για νοητική ανάπτυξη: Εξασφαλίζει ποσότητα και ποικιλία ερεθισμάτων, η πολυπλοκότητα και η ποικιλία είναι σύστοιχες προς το εκάστοτε επίπεδο μαθησιακής ωριμότητας του παιδιού, παρέχει τη δυνατότητα στο παιδί να επενεργεί πάνω στα πράγματα και να τα χειρίζεται ελεύθερα, οι ενέργειες του παιδιού βρίσκουν «ανταπόκριση» στην αναστροφή του με το περιβάλλον, το οποίο δεν είναι αυστηρά οργανωμένο και στατικό, αλλά το παιδί νιώθει ότι μπορεί να ασκήσει έλεγχο στο περιβάλλον.

Καθοριστικό ρόλο για τη γλωσσική ανάπτυξη παίζει ο λόγος των ενηλίκων σε όλες του τις μορφές - ομιλία, ανάγνωση ιστοριών, αφήγηση ιστοριών, περιγραφή προσωπικών βιωμάτων, προφορικές επεξηγήσεις και ερμηνείες που δίνονται σε ερωτήσεις του παιδιού. Οι γονείς ενισχύουν τη γλωσσική ανάπτυξη με δύο τρόπους: α) Συμπληρώνουν τις ελλειμματικές προτάσεις του παιδιού, β) παρακινούν το παιδί να μιλάει.

 Ψυχοκοινωνική ανάπτυξη

Και η ανάπτυξη των συναισθημάτων διαφοροποιείται και εξειδικεύεται με την πάροδο της ηλικίας. Αρχικά υπάρχει μια γενική διέγερση ή ηρεμία, στον 1° μήνα τα αρνητικά συναισθήματα διαφοροποιούνται ως γενική δυσφορία, στον 3° μήνα γίνεται η πρώτη διάκριση θετικών συναισθημάτων, ως χαρά και ευχαρίστηση. Στον 6° μήνα προοδευτικά η γενική δυσφορία διαφοροποιείται σε θυμό και φόβο και αργότερα σε ζήλεια, ενώ τα θετικά συναισθήματα διαφοροποιούνται σε προσκόλληση, θαυμασμό και αφοσίωση. Στο τέλος του 2ου έτους το βρέφος διαθέτει τουλάχιστον 11 διαφορετικές συναισθηματικές αντιδράσεις. Κύρια χαρακτηριστικά παιδικών συναισθημάτων: μεγάλη ένταση, μικρή διάρκεια και αστάθεια.

Προσκόλληση - άγχος προς ξένα πρόσωπα (7ος μήνας) - άγχος αποχωρισμού (11ος μήνας - 18ος μήνας)

Φάσεις προσκόλλησης: α) αδιαφοροποίητη (ως 5°-6° μήνα), β) μονοπροσωπική, γ) πολυπροσωπική (μετά τον 12° μήνα)

Είδη προσκόλλησης: ασφαλής, ανασφαλής, απουσία προσκόλλησης

Εύκολα, δύσκολα, βραδυψυχικά παιδιά

Παράγοντες που επηρεάζουν την προσκόλληση:

α) Διευκολύνεται όταν υπάρχει σταθερή προσωπική σχέση και διαλλαγή σε βάση 1:1

β) Δεν αναπτύσσεται αναγκαστικά με άτομα που περνούν με το παιδί τον περισσότερο χρόνο, αλλά με αυτά που προσφέρουν στο παιδί τα περισσότερα κοινωνικά ερεθίσματα και διαπροσωπικές εμπειρίες

γ) Σημαντική η ετοιμότητα και η προθυμία της μητέρας για άμεση ανταπόκριση στις σηματοδοτικές αντιδράσεις του παιδιού

 Νηπιακή - προσχολική ηλικία (3 - 5,6 έτος):

Συνεχίζεται η ανάπτυξη στο σωματικό τομέα, χωρίς το γοργό ρυθμό της βρεφικής ηλικίας, αλλά είναι πιο ποικίλη και επηρεάζεται περισσότερο από την άσκηση και την εμπειρία και λιγότερο από την ωρίμανση. Αλλαγές στις αναλογίες του σώματος (ταχύτερη ανάπτυξη του κάτω τμήματος κάθε μέρους του σώματος).

Ετερόπλευρη πλέον ψυχο-κινητική ανάπτυξη, έλεγχος λεπτών κινήσεων. Αναπτυξιακή πορεία αυθόρμητων ζωγραφικών σχεδίων: α) προσχηματικό στάδιο (3-4 έτη, ορνιθοσκαλίσματα που χρησιμοποιεί το παιδί ως συμβολικές παραστάσεις για κάτι που έχει σκεφτεί), β) πρώιμο σχηματικό στάδιο (ατελείς απεικονίσεις, 4-5 έτη), γ) επεξεργασμένο σχηματικό στάδιο (5-6 έτη).

Έξαρση παιδικών ασθενειών, κυρίως του ανώτερου αναπνευστικού (κρυολογήματα, ωτίτιδες), ενώ στη βρεφική ηλικία συχνότερες είναι οι διαταραχές του πεπτικού. Σημαντική μείωση ασθενειών μετά το 6° έτος.

 Κίνδυνοι:

- Ατυχήματα. Το νήπιο δείχνει εμμονή για αυτονομία, την οποία όμως δεν μπορεί να διαχειριστεί ακόμα με αποτελεσματικότητα. Χρειάζεται ταυτόχρονος συνδυασμός ενθάρρυνσης για αυτονομία και καθορισμός ορίων μέσα στα οποία θα ασκεί την αυτονομία του. Έτσι, θα αποκτήσει ικανότητα για αυτοπροστασία. Συχνότερα στα αγόρια τα ατυχήματα.

- Κακοποίηση. Συμβαίνει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, συχνότερη σε περιβάλλοντα με οξύτατα οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα. Κύριο χαρακτηριστικό του γονέα που κακοποιεί το παιδί του είναι ότι ο ίδιος ως παιδί στερήθηκε τη βασική στοργή και βαθιά αίσθηση της γονεϊκής αγάπης και φροντίδας, καθώς και ότι πιθανόν είχε κακοποιηθεί και ο ίδιος.

 Γνωστική ανάπτυξη

Προσυλλογιστική σκέψη, διακρίνεται στις α) προεννοιολογική σκέψη (3° & 4° έτος) και β) διαισθητική σκέψη (5° & 6° έτος). Εμφάνιση ανακλητικής μνήμης (και όχι μόνο αναγνωριστικής), συμβολικού παιχνιδιού και γλώσσας. Εγωκεντρική σκέψη, διακρίνεται σε α) άμεσο εγωκεντρισμό, που είναι η ανεξέλεγκτη υπαγωγή των αντικειμενικών φαινομένων στις προθέσεις του παιδιού και σε β) έμμεσο εγωκεντρισμό, που είναι η ερμηνεία των φαινομένων βάσει των προσωπικών του βιωμάτων.

Ταχύτατη αύξηση νοητικού πηλίκου κατά την προσχολική ηλικία, βαθμιαία γίνεται βραδύτερη και στο τέλος της εφηβείας ολοκληρώνεται.

Πρόοδοι και αλλαγές στη γλωσσική ανάπτυξη. Μεσολαβητικός, διάμεσος ρόλος της γλώσσας στο σχηματισμό εννοιών. Χρησιμοποιούνται όλα τα μέρη του λόγου, από το 4° έτος πλήρεις προτάσεις κατά το πρότυπο των ενηλίκων. Μορφές εγωκεντρικού λόγου: επανάληψη, μονόλογος, συλλογικός μονόλογος. Από το 7° έτος γίνεται επικοινωνιακός, κοινωνικοποιημένος λόγος. Και καθοδηγητικός ο ρόλος της γλώσσας στις νοητικές και κινητικές λειτουργίες.

Σημαντικότατη η επίδραση του παιδικού σταθμού και του νηπιαγωγείου στη νοητική, γλωσσική, ψυχο-κοινωνική επάρκεια.

 Ψυχο-κοινωνική ανάπτυξη

2 αναπτυξιακές κρίσεις κατά Erikson:

Αυτονομία ή αμφιβολία (18ος μήνας - 3 έτος). Αυτονομία έχει αποκτήσει το άτομο όταν μπορεί, ελεύθερα και με ευχαρίστηση, το ίδιο να αποφασίζει και να εκτελεί τις δραστηριότητες του. Αμφιβολία και το συναίσθημα της αναξιότητας δημιουργείται όταν το παιδί νιώθει ότι δεν είναι ελεύθερο να κάνει τις δικές του επιλογές, όταν πιστεύει ότι κάθε δική του επιλογή οδηγεί σε αποτυχία. Η επίλυση της συγκεκριμένης αναπτυξιακής κρίσης συμπίπτει χρονικά και είναι στενά συνδεδεμένη με την άσκηση ελέγχου των σφιγκτήρων. Ο έλεγχος των σφιγκτήρων γίνεται εστία διαμάχης μεταξύ γονέων και παιδιού όταν οι γονείς είναι ιδιαίτερα αυστηροί και εμμένουν στη συμμόρφωση, καθώς το παιδί κάτω από τις αρνητικές αυτές συνθήκες και για να πληγώσει τους γονείς, αρνείται να ασκήσει έλεγχο έτσι, όμως, ματαιώνει και τη δική του προσπάθεια για απόκτηση αυτονομίας.

Πρωτοβουλία ή ενοχή ( 3° - 6° έτος). Πρωτοβουλία έχει αποκτήσει το άτομο, όταν στις επιδιώξεις του για δημιουργική δράση, νιώθει ελεύθερο για κάθε θέμα να προγραμματίζει, να σχεδιάζει, να συλλαμβάνει ποικίλες ιδέες και να προβαίνει σε ποικίλες ενέργειες, χωρίς να νιώθει εσωτερική ψυχική ένταση και ενοχή για τις ενέργειες του. Η επίλυση της συγκεκριμένης αναπτυξιακής κρίσης συμπίπτει χρονικά και είναι στενά συνδεδεμένη με την ανάπτυξη του Υπερεγώ. Το παιδί νιώθει ενοχή για ό, τι αποτολμά στην πραγματικότητα ή στη φαντασία του αν υπάρχει εκ μέρους των γονέων σπουδή να αποκτήσει το παιδί ισχυρό Υπερεγώ.

Ρόλος του φύλου. Διακρίνεται σε βιολογικό και κοινωνικό. Ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι οι εκδηλώσεις ερωτικής συμπεριφοράς στη βρεφική και παιδική ηλικία αποτελούν μορφή παιδικού ερωτισμού, ενώ άλλοι ειδικοί θεωρούν ότι αποτελεί μορφή παιδικού αισθησιασμού, που συντελεί στη μείωση της ψυχικής έντασης και που εμπεριέχει στοιχεία περιέργειας και εξερευνητικής δραστηριότητας. Ως προς τον κοινωνικό ρόλο του φύλου, η μονιμότητα της έννοιας του φύλου αρχίζει να κατακτάται στο 5°-6° έτος, όταν πλέον η διάκριση του φύλου αρχίζει να γίνεται με βάση τα ανατομικά χαρακτηριστικά και το παιδί ήδη από το 4° έτος έχει ταυτιστεί με τον γονέα του ίδιου φύλου.

Σχέσεις με συνομηλίκους: Από το 2° έτος οι αλληλεπιδράσεις με συνομηλίκους έχουν μεγαλύτερη ένταση και αμοιβαιότητα. Με την είσοδο στο σχολείο αναπτύσσει έννοια της ομάδας και του ανήκει σε αυτή. Η συμμετοχή του παιδιού στην ομάδα μετριάζει και αντισταθμίζει τυχόν ιδιορρυθμίες και μονομέρειες στις επιδράσεις της οικογένειας (ομαλοποίηση).

Παιδικό παιχνίδι. Μοναχικό παιχνίδι στο 2° έτος, παράλληλο παιχνίδι στο 3° έτος, συντροφικό παιχνίδι στο 4° έτος. Κατά Piaget παιχνίδι άσκησης στα 2 πρώτα έτη, συμβολικό παιχνίδι στην προσχολική ηλικία, κοινωνικό παιχνίδι από το 7° έτος και μετά.

Επιθετικότητα: Η πιο κοινή συναισθηματική αντίδραση του νηπίου. Διακρίνεται σε εχθρική επιθετικότητα (πρόθεση να προκαλέσει βλάβη, πόνο, τραύμα, ζημιά) και σε συντελεστική επιθετικότητα (αποσκοπεί στην απόκτηση ή διατήρηση κάποιου αντικειμένου ή δικαιώματος). Στην προσχολική ηλικία η επιθετικότητα είναι κυρίως συντελεστικής μορφής (διεκδίκηση), ενώ με την πάροδο της ηλικίας αυξάνει η εχθρική επιθετικότητα, η οποία στρέφεται αρχικά προς τους γονείς και αργότερα προς τους συνομηλίκους.

Περιβαλλοντικά αίτια που διεγείρουν επιθετικές ενέργειες: α) Συγκρούσεις για θέματα καθημερινής φροντίδας, β) συγκρούσεις για απαγορευτικές εντολές των γονέων, γ) προβλήματα διαπροσωπικών σχέσεων. Στις μικρότερες ηλικίες κυριαρχούν οι συγκρούσεις για θέματα καθημερινής φροντίδας, ενώ στο 3° - 4° έτος για θέματα διαπροσωπικών σχέσεων.

Γενικές συνθήκες που διεγείρουν την επιθετικότητα: α) Ορισμένες ώρες της ημέρας (πριν από τον ύπνο και το φαγητό), β) περίοδοι αδιαθεσίας, γ) ασυνήθεις κοινωνικές συνθήκες (παρουσία επισκεπτών, υπέρμετρος διερεθισμός σε παιδικά πάρτι, κλπ). Οι γονείς των οποίων τα παιδιά είναι πιο πιθανό να γίνουν επιθετικά είναι είτε όσοι χρησιμοποιούν οι ίδιοι αυστηρές ποινές και είναι οι ίδιοι επιθετικοί, είτε όσοι δείχνουν μεγάλη ανοχή στην επιθετικότητα του παιδιού και το αφήνουν ελεύθερο να την εκδηλώνει.

Φόβοι: Ο φόβος ως φυσική αντίδραση διακρίνεται από τα άγχη και τις φοβίες. Οι φοβίες είναι έντονοι αδικαιολόγητοι φόβοι που αναφέρονται σε ορισμένο είδος ερεθισμάτων. Με την πάροδο της ηλικίας οι φόβοι για συγκεκριμένες και άμεσες καταστάσεις μειώνονται, ενώ αυξάνουν για φανταστικά και ανύπαρκτα πράγματα. Μετά το 7° έτος μειώνονται και αυτοί αισθητά, ενώ στο 10° σχεδόν εξαφανίζονται. Μετά το 10° έτος γίνονται πιο ρεαλιστικοί και αφορούν θέματα κυρίως της κοινωνικής ζωής. Τα ευφυή παιδιά και τα κορίτσια βιώνουν περισσότερους φόβους. Μέθοδοι που φαίνονται αποτελεσματικές για την αντιμετώπιση των φόβων των παιδιών: α) να τα ενθαρρύνουμε να αναλύουν τους φόβους τους και να προσπαθούν να καθορίζουν κατά πόσο είναι πραγματικοί ή παράλογοι, β) να διδάσκουμε τεχνικές με τις οποίες να αντιμετωπίζει ευθέως τα φοβικά ερεθίσματα (π.χ. να ανάβει το φως), γ) να δίνουμε ευκαιρίες να γνωρίζει και να εξοικειωθεί με το φοβικό ερέθισμα, ενώ συγχρόνως θα νιώθει απόλυτα ασφαλές, δ) να εξηγούμε ότι το φοβικό ερέθισμα δεν είναι επικίνδυνο, ε) να προετοιμάζουμε το παιδί για κάθε νέο και σύνηθες που πρόκειται να του παρουσιαστεί, στ) να δίνουμε ευκαιρίες στο παιδί για παρατήρηση παραδειγμάτων θαρραλέας αντιμετώπισης φοβικών ερεθισμάτων από συνομηλίκους του, ζ) να χρησιμοποιούμε τοποχρονική συνεξάρτηση, η) να ενισχύουμε το αυτοσυναίσθημα του παιδιού, ενθαρρύνοντας την τάση για αυτάρκεια και αυτονομία, θ) να ελέγχουμε τους δικούς μας αδικαιολόγητους φόβους.

Επιδράσεις της οικογένειας:

4 οι λειτουργίες που επιτελεί η οικογένεια σε σχέση με το παιδί: α) φροντίδα για ικανοποίησης βιολογικών αναγκών, για σωματική υγεία και ακεραιότητα του παιδιού, β) φροντίδα για κοινωνικοποίηση του παιδιού, γ) τη φροντίδα για την οικοδόμηση υγιούς προσωπικότητας, την ενίσχυση και διατήρηση συναισθηματικής ισορροπίας και της εν γένει ψυχικής υγείας, δ) τη φροντίδα για την ανάπτυξη και ενίσχυση των γνωστικών ικανοτήτων.

 Σημασία για την ανάπτυξη του παιδιού δεν έχει το τι κάνουν ή δεν κάνουν οι γονείς, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το κάνουν, το συναισθηματικό περίβλημα της πράξης. 2 ομάδες παραγόντων που διαμορφώνουν το ψυχολογικό κλίμα της οικογένειας: α) Οι κοινωνιολογικοί (σύνθεση οικογένειας, σειρά γέννησης, μορφωτικό - οικονομικό επίπεδο γονέων), και β) οι ψυχολογικοί (προσωπικότητα & συμπεριφορά γονέων, ενδοοικογενειακές σχέσεις).

Ως προς τη σειρά γέννησης, ο πρωτότοκος είναι κατά κανόνα προσανατολισμένος προς τους μεγάλους, έχει ισχυρό Υπερεγώ, είναι πειθαρχημένος και συντηρητικός. Το πρωτότοκο παιδί υπερέχει στη γλωσσική ανάπτυξη και στη νοημοσύνη. Ο δευτερότοκος προσπαθεί να ξεπεράσει τον πρωτότοκο, αναπτύσσοντας άλλοτε εργατικότητα και προθυμία και άλλοτε επιθετικότητα, αρνητισμό και επαναστατική διάθεση. Ο τρίτος διαπιστώνει από το μάταιο αγώνα του δευτερότοκου ότι ο ανταγωνισμός σε τίποτα δεν ωφελεί, οπότε αποδέχεται τη φυσική ροή των πραγμάτων και δημιουργεί μια εύθυμη διάθεση στη ζωή.

2 οι βασικές διαστάσεις της ψυχοδυναμικής της οικογένειας: α) ο συναισθηματικός τόνος, με άκρα τη στοργή και την εχθρικότητα και β) ο τρόπος χειραγώγησης του παιδιού, με άκρα την αυτονομία και τον έλεγχο. Ιδανικοί θεωρούνται οι γονείς που συνδυάζουν συγχρόνως στοργή, ενθάρρυνση αυτονομίας και αυτάρκειας παιδιού, και απαιτούν από το παιδί τους ώριμη συμπεριφορά. Εκτός από αυτούς, προκύπτουν και οι εξής συνδυασμοί: οι υπερπροστατευτικοί γονείς, που συνδυάζουν στοργή και έλεγχο, οι αδιάφοροι γονείς, που συνδυάζουν αυτονομία και εχθρότητα και οι σκληροί, βίαιοι γονείς, που συνδυάζουν εχθρότητα και αυστηρό έλεγχο.

 Σχολική ηλικία (6° - 11ο έτος):

(γενικότερα τα κυριότερα εξελικτικά επιτεύγματα που αναμένεται να επιδείξει το παιδί σχολικής ηλικίας είναι):

Να αποκτήσει τις βασικές σχολικές γνώσεις και δεξιότητες, να διευρύνει και ενισχύσει ης κινητικές δεξιότητες που απαιτούνται για την ενεργό συμμετοχή του στα συνήθη οργανωμένα παιχνίδια και αγωνίσματα, να αποκτήσει δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης και συνήθειες της καθημερινής ζωής και να επιδεικνύει ένα βαθμό αυτάρκειας και ανεξαρτησίας από την οικογένεια, να μπορεί να δημιουργεί και να διατηρεί φιλικές σχέσεις με ενηλίκους έξω από την οικογένεια, να επιδεικνύει ενδιαφέρον για τους συνομηλίκους, να επιδιώκει τη συντροφιά τους και της αποδοχή τους, να συνειδητοποιήσει τον κοινωνικό ρόλο του φύλου του, να επιδεικνύει ενδιαφέρον για την ηθική τάξη της κοινότητας στην οποία ζει και να διαθέτει κανόνες ηθικής ζωής, να γνωρίσει τους διάφορους κοινωνικούς θεσμούς και να πάρει στάση απέναντι στους θεσμούς αυτούς, να αποκτήσει μια θετική στάση έναντι του εαυτού του ως αναπτυσσόμενου οργανισμού, να ενδιαφέρεται για την περαιτέρω ενίσχυση και προαγωγή των γνωστικών του λειτουργιών και να είναι παραγωγικό.

Βιοσωματική ανάπτυξη

Ποιοτική μεταβολή, μειώνεται ο ρυθμός ανάπτυξης για να πραγματοποιηθεί μεγαλύτερος έλεγχος και σκόπιμος προσδιορισμός στις βιοσωματικές και ψυχοκινητικές διεργασίες. Συνάφεια μεταξύ βαθμού ανάσχεσης των κινήσεων και γνωστικού τύπου του παιδιού (κινητικό παιδί - παρορμητικός τύπος, παιδί που αναστέλλει τις κινητικές του αντιδράσεις - διασκεπτικός τύπος).

 Γνωστική ανάπτυξη

Περίοδος των συγκεκριμένων νοητικών πράξεων (ταξινομεί και κατηγοριοποιεί, δεν μπορεί όμως ακόμα να σχηματίζει κατηγορίες ως αφηρημένες οντότητες). Σχολική υποεπίδοση - συνηθέστερη στα ευφυή παιδιά. Παρεμβάλλονται ατομικοί και κοινωνικοί παράγοντες. Τα χαρακτηριστικά του παιδιού με σχολική υποεπίδοση αναφέρονται στη βαθύτερη δομή και συγκρότηση της προσωπικότητας του. Εντυπωσιακή βελτίωση γλωσσικής ικανότητας, εμφάνιση κωδικοποιημένης γλώσσας της παιδικής παρέας.

 To 7% περίπου του μαθητικού πληθυσμού (κυρίως τα αγόρια) παρουσιάζουν διαταραχές του λόγου. Οι κυριότερες είναι: η αφασία, ο ψευδισμός, ο τραυλισμός, ο βατταρισμός, η αλαλία, η δυσλεξία (διαταραχή του γραπτού λόγου), κ.ά. Τα αίτια είναι οργανικά (βλάβες των αισθητηρίων, βλάβες των φωνητικών οργάνων, εγκεφαλικά τραύματα) και ψυχολογικά (πιεσμένη δεξιοχειρία, αδιάγνωστη ελαφρά νοητική υστέρηση, ένταση στις σχέσεις γονέων-παιδιού και δασκάλου-παιδιού). Ιδιαίτερη σημασία για την πρόληψη έχει η στάση των ενηλίκων. Οι επίμονες παρεμβάσεις των γονέων και των δασκάλων για τη διόρθωση των πρώιμων γλωσσικών σφαλμάτων συχνά, αντί να εξαλείψουν το ελάττωμα, το μονιμοποιούν (διαγνωσιογενής αιτιολογία).

Τι μπορεί να κάνει το σχολείο για να συμβάλει στην απρόσκοπτη ανάπτυξη των γλωσσικών ικανοτήτων του παιδιού:

α) Να εξασφαλίσει για όλα τα παιδιά μια ζεστή σχέση δασκάλου-μαθητή και μια διάθεση αμοιβαίας αποδοχής, όπου το παιδί θα μπορεί να ενισχύει την αυτοπεποίθηση του και να νιώθει ασφαλές

β) Να παρέχει στα παιδιά ποικίλης μορφής και βαθμού δυσκολίας προαναγνωστικές εμπειρίες και πρώτο αναγνωστικό υλικό, για να ικανοποιούνται όλες οι διαφορετικές αναπτυξιακές ανάγκες κάθε παιδιού

γ) Να δίνει τη δυνατότητα στο κάθε παιδί παράλληλα με τη συστηματική και μεθοδική άσκηση στις βασικές ψυχογλωσσικές ικανότητες, να κάνει αυτοεπιλογή για τις λεκτικές ασκήσεις και άλλες γλωσσικές δραστηριότητες που θα ήθελε να επιδοθεί δ) Να αποφεύγει τη δημιουργία ανταγωνιστικής ατμόσφαιρας, όπου μοιραία οι μαθητές με μειωμένη γλωσσική ικανότητα νιώθουν ταπεινωμένοι ε) Να οργανώνει μικρές ομάδες εργασίας, όπου είναι δυνατή η ενεργός συμμετοχή και αλληλεπίδραση μεταξύ των μαθητών και η διάθεση για ενθάρρυνση και αμοιβαία αποδοχή

στ) Να παρέχει στο κάθε παιδί τη δυνατότητα να επιδείξει αξιόλογα επιτεύγματα σε έναν τουλάχιστον τομέα και να διακριθεί ακόμα και σε τομέα που δεν σχετίζεται άμεσα με τις γλωσσικές δεξιότητες ή τα συνήθη σχολικά μαθήματα. Κάτι τέτοιο θα ενισχύσει το αυτοσυναίσθημα του παιδιού και την εμπιστοσύνη προς τις ικανότητες του.

Δημιουργική σκέψη

Αισθητή κάμψη στη Δ' Δημοτικού, ευθύνες του παραδοσιακού σχολείου και της μονομέρειας του. Χαρακτηριστικά δημιουργικών μαθητών: ευαισθησία στα περιβαλλοντικά προβλήματα, αισιόδοξη διάθεση, επιπόλαιος ενθουσιασμός, πνευματική ευλυγισία, εποικοδομητική δυσαρέσκεια και σχετική αδιαφορία για το κοινώς παραδεγμένο, υποβάλλουν ποικίλες ερωτήσεις, βλέπει νοερά ενέργειες και διαδικασίες επίλυσης προβλημάτων, παράγει νέες λύσεις ακόμα και για κοινά προβλήματα, απεχθάνεται τις ρουτίνες (αντιγραφή, κλπ), δείχνει ενδιαφέρον για εικαστικές τέχνες, κλπ. Μόνο το 1/3 των ευφυών μαθητών είναι ταυτόχρονα και δημιουργικά άτομα (δεν υπάρχει μεγάλη συνάφεια μεταξύ τους).

 Ψυχοκοινωνική ανάπτυξη

Περιορίζεται η μονοκρατορία της οικογένειας στα θέματα κοινωνικοποίησης του παιδιού, επίκεντρο η σχολική κοινότητα. Επιτρέπεται η κοινωνική σύγκριση πλέον, απαραίτητη για μια καλύτερη αυτογνωσία.

Στην ψυχοδυναμική του παιδιού 2 στοιχεία: α) επιθυμία για συμμετοχή στις ομάδες συνομηλίκων και για κοινωνική αναγνώριση, β) τάση για φιλοπονία και παραγωγικότητα

Διαχρονική σταθερότητα κοινωνικής αποδοχής και δημοφιλίας, τα παιδιά αυτά διαθέτουν κοινωνική ευελιξία και προσαρμοστικότητα.

Κάποια άλλα παιδιά, για να αποφύγουν και να αναπληρώσουν αναμενόμενη απόρριψη ή εχθρική διάθεση, υιοθετούν αρνητικούς κοινωνικούς ρόλους: ο ψευτοπαλικαράς, ο κόλακας, ο γελωτοποιός, ο μικρομέγαλος.

Παιδική φιλία: Κυρίως ομόφυλες ομάδες. 4 αναπτυξιακές λειτουργίες φιλίας:

α) Τα παιδιά αναπτύσσουν βασικές κοινωνικές δεξιότητες, όπως επικοινωνία, συνεργασία, ικανότητα να ενταχθούν σε μια ήδη σχηματισμένη ομάδα

β) Παρέχουν στα παιδιά πληροφορίες για τον εαυτό τους, τους άλλους και τον κόσμο

γ) Προσφέρουν διασκέδαση και βοηθούν στην ανακούφιση από το στρες της καθημερινής ζωής

δ) Παρέχουν πρότυπα στενών σχέσεων που θα γίνουν σημαντικές αργότερα στη ζωή.

Erikson: φιλοπονία και παραγωγικότητα ή ανεπάρκεια. Στο σχολείο κατεξοχήν δοκιμάζεται η τάση για φιλοπονία, με τις επιδόσεις και ης αξιολογήσεις αυτών των επιδόσεων. Χρειάζονται όχι μόνοδιατομικά, αλλά και ενδοατομικά κριτήρια.

 Δυσκολίες στο σχολείο:

α) Ελαφρές αναπτυξιακές αποκλίσεις (αισθητηριακές ανωμαλίες, οριακές νοητικές ανεπάρκειες, ειδικές μαθησιακές δυσκολίες), που μπορεί να παραμένουν για πολύ καιρό αδιάγνωστες και παρεμποδίζουν την όλη πρόοδο και προσαρμογή στο σχολείο β) Σημαντικές αποκλίσεις και αναπηρίες (νοητική υστέρηση, σοβαρές αισθητηριακές βλάβες, ψυχικές διαταραχές) που απαιτούν ειδική αγωγή. 8% περίπου σχολική φοβία (κυρίως στη Β' τάξη εμφανίζεται)

4 είδη συνδρόμων προβληιιατικής συμπεριφοράς: αντικοινωνική συμπεριφορά, υπερβολική αναστολή - νεύρωση, ανεπάρκεια - ανωριμότητα, ψυχοσωματικό σύνδρομο. Η σοβαρότητα ενός συμπτώματος εξαρτάται από: είδος και βαθμό εμφάνισης, συνύπαρξη άλλων συμπτωμάτων, βαθμός απόκλισης από το μέσο-φυσιολογικό, αδυναμία αποφυγής του συμπτώματος, πιθανότητα να χαρακτηριστεί το σύμπτωμα ως ποινικό αδίκημα.

 Ηθικότητα: Σύστημα αξιολόγησης πράξεων του ανθρώπου. 3 πλευρές: Γνωστική (κριτήρια που χρησιμοποιούν τα παιδιά για να κρίνουν την ηθικότητα των πράξεων), συναισθηματική (συναίσθημα ενοχής, άγχος τιμωρίας, επίγνωση αρνητικών συνεπειών), πραξιακή-εκτελεστική (κατά πόσο αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό). Σχετικά και με τη συναισθηματική πλευρά της ηθικότητας, οι μορφές πειθάρχησης που χρησιμοποιούν οι γονείς είναι: α) σωματική βία (προσωρινά και περιορισμένα αποτελέσματα), β) ψυχολογική βία (προκαλεί σύγχυση και επιφέρει αντίθετα αποτελέσματα), γ) λογική ανάλυση συνεπειών πράξεων (βοηθά το παιδί να αποκτήσει εσωτερικό έλεγχο, έχει μόνιμα αποτελέσματα).

 Εφηβική ηλικία (12° -18° έτος)

(γενικότερα οι αναπτυξιακοί στόχοι που πρέπει να επιδιώξει και να κατακτήσει ο έφηβος είναι:)

Να αποδεχθεί τη νέα μορφή που παίρνει τελικά το σώμα του και να χρησιμοποιεί τις νέες σωματικές και ψυχοκινητικές του δυνατότητες αποτελεσματικά, να διαμορφώσει μια ώριμη ετερόφυλη σχέση και να αποδεχθεί τον κοινωνικό ρόλο του φύλου του, να εξασφαλίσει μια βέβαιη προοπτική για οικονομική ανεξαρτησία με την εκλογή επαγγέλματος και τη συστηματική προετοιμασία για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, να αποκτήσει συναισθηματική αυτονομία από γονείς και άλλους ενηλίκους, να διαμορφώσει νέες σχέσεις αμοιβαιότητας με συνομηλίκους και των δύο φύλων, να αποκτήσει τις γνωστικές δεξιότητες και τις έννοιες που είναι αναγκαίες για την ενεργό συμμετοχή του στην κοινωνική και πολιτική ζωή, να διαμορφώσει ένα αξιολογικό σύστημα, μια φιλοσοφία της ζωής, να δώσει ικανοποιητική απάντηση στα ερωτήματα: Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Πού πηγαίνω;, να αποκτήσει δηλαδή Ταυτότητα του Εγώ.

 Βιοσωματική ανάπτυξη

Συχνά ο έφηβος δεν μπορεί να προσαρμόσει τα νέα βιοσωματικά δεδομένα στο βιοσωματικό του είδωλο. Τα κορίτσια έχουν νωρίτερα ήβη από τα αγόρια. Αλλαγές στις αναλογίες και συναφής αδεξιότητα κινήσεων. Μεταβολές στη λειτουργία των ενδοκρινών αδένων.

Πρωτεύοντα γνωρίσματα ήβης (αλλαγές στο γεννητικό σύστημα) και δευτερεύοντα γνωρίσματα (αλλαγή φωνής, ηβική κόμη, κλπ - συμβάλλουν στη διαφοροποίηση των δύο φύλων και στην αμοιβαία έλξη και προσέγγιση).

Πρώιμη και καθυστερημένη ήβη. Στην πρώιμη, οι έφηβοι έχουν μικρότερη παιδική ηλικία, με την ανεμελιά και την έλλειψη ευθυνών, αλλά μεγαλύτερη εφηβεία, δηλαδή περισσότερα περιθώρια να αφομοιώσουν τις αλλαγές και να προετοιμαστούν για τον ενήλικο ρόλο. Συνεπάγεται πλεονεκτήματα για τα αγόρια.

 Γνωστική ανάπτυξη

Περίοδος αφαιρετικών σκέψεων (τυπική σκέψη), νέα γνωστικά σχήματα Παράγοντες που επηρεάζουν την κατάκτηση ή μη της τυπικής σκέψης:

α) Ατομικοί - γενική νοημοσύνη, αντιληπτικός τύπος (οι διασκεπτικοί υπερτερούν των παρορμητικών), γνωστικός τύπος (οι ανεξάρτητοι από το χωροχρονικό πεδίο τύποι υπερτερούν των εξαρτημένων από τα δεδομένα της στιγμής), στάση έναντι της ζωής (όσοι πιστεύουν στον ενδοπροσωπικό έλεγχο των γεγονότων υπερτερούν έναντι αυτών που πιστεύουν στον εξωπροσωπικό έλεγχο),

β) Κοινωνικοί - βαθμός πολυπλοκότητας περιβάλλοντος όπου ζει και δρα το άτομο, γνωστικές απαιτήσεις επαγγέλματος που ασκεί, κλπ.

Γλωσσικός τομέας: Αύξηση λεξιλογίου, οι λέξεις αποκτούν πληρέστερο και πιο αφηρημένο περιεχόμενο, για πρώτη φορά κατανοούνται μεταφορικές έννοιες και φράσεις (παροιμίες). Έντονη συναισθηματικότητα του λόγου. Εσωστρεφής μονόλογος και διάλογος, όπου ο έφηβος προσπαθεί να επικοινωνήσει και να κατανοήσει τον εαυτό του (ημερολόγια, συγγραφή ποιημάτων, επιστολών χωρίς παραλήπτη, κλπ). Γλώσσα εφηβικής κουλτούρας.

 Ψυχοκοινωνικη ανάπτυξη

Αλλαγές στις σχέσεις με ενηλίκους, συνομηλίκους, εαυτό. Προς τους ενηλίκους, αρχίζει να απαιτεί βουλητική και εκτελεστική αυτονομία και να επιδιώκει την αυτοδιαχείριση και τον αυτοπροσδιορισμό. Προς τους συνομηλίκους, επιπλέον των ομόφυλων συντροφιών, αναζητεί και την ετερόφυλη παρουσία και αλληλεπίδραση και να διαμορφώσει με το άλλο φύλο σχέση ερωτική. Προς τον εαυτό του, ενώ το παιδί στο προεφηβικό στάδιο κυριευμένο από ενδιαφέροντα πραγματιστικά-εξωστρεφή, επιδίδεται στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων και στη γνωριμία και κατανόηση του εξωτερικού κόσμου, αντίθετα ο έφηβος, παρορμώμενος από ενδιαφέροντα θεωρητικά-ενδοσκοπικά, απαιτεί να γνωρίσει τον εσωτερικό του εαυτό και να αποκτήσει ταυτότητα του Εγώ.

Οι αλλαγές στο ενδοκρινολογικό σύστημα κάνουν τον έφηβο πιο ευσυγκίνητο.

Στις αξιολογήσεις τους για το σώμα και την εμφάνιση τους, συχνά οι έφηβοι χρησιμοποιούν ως πρότυπο για σύγκριση κοινωνικά στερεότυπα - τα ινδάλματα της εποχής τους.

Συνήθεις ψυχολογικές αντιδράσεις στις βιοσωματικές αλλαγές (κυρίως στα πρώτα χρόνια της εφηβείας): επιθυμία να μένει μόνος του, αποστροφή προς την εργασία, έλλειψη συντονισμού στις κινήσεις, ανία-πλήξη, νευρικότητα-ανησυχία, αυξημένη ευσυγκινησία, αντιδραστική-εχθρική στάση προς το άλλο φύλο, εναντίωση προς κάθε μορφή εξουσίας, υπεραπασχόληση με θέματα του σεξ, υπέρμετρη αιδημοσύνη, έλλειψη αυτοπεποίθησης, ονειροπόληση.

Πολλές από τις «κρίσεις» της εφηβικής ηλικίας (έντονη κριτική διάθεση, αμφισβητήσεις, κλπ) οφείλονται στην ανάπτυξη της τυπικής σκέψης και στις συγκρίσεις ανάμεσα στα νέα θεωρητικά ιδανικά σχήματα της σκέψης των εφήβων και στην πραγματικότητα.

Επιπλέον συνάρτηση της θεωρητικής σκέψης του εφήβου: γνωστικός εγωκεντρισμός (επειδή ο έφηβος έχει στο επίκεντρο της σκέψης του τον εαυτό του, νομίζει ότι και οι άλλοι ασχολούνται με εκείνον, ότι είναι δρων πρόσωπο επί σκηνής (φανταστικό ακροατήριο)), προσωπικός μύθος (θεωρεί ότι τα προσωπικά του βιώματα είναι προσωπικά, ανεπανάληπτα), κατάκτηση αυτόνομης ηθικής, χρήση πολύπλοκων μηχανισμών άμυνας (ασκητισμός, διανοουμενισμός), ονειροπόληση, απόκτηση ταυτότητας του Εγώ.

Erikson: Απόκτηση ταυτότητας του Εγώ ή σύγχυση ρόλων. Καλείται να διαμορφώσει ενιαία και σταθερή εικόνα για τον εαυτό του, ιεράρχηση σκοπών και αξιών ζωής. Η έλλειψη ταυτότητας θεωρείται βασική αιτία για πολλές μορφές διαταραχών συμπεριφοράς που παρουσιάζουν οι έφηβοι και οι νέοι. Η ευκολία με την οποία διαμορφώνει σαφή ταυτότητα του Εγώ είναι συνάρτηση:

εμπειριών και βιωμάτων παιδικής ηλικίας: α) είδος λύσεων που έχει δώσει στις προηγούμενες αναπτυξιακές κρίσεις του Εγώ, β) είδος ταυτίσεων που έχει δημιουργήσει στην οικογένεια, γ) εμπειρίες και συγκρούσεις που έζησε στη σχολική κοινότητα, δ) βιωματικό υπόστρωμα που διαμόρφωσε από τα ήθη και έθιμα του τόπου, ε) ευκαιρίες που είχε να γνωρίσει και να ασχοληθεί σε ποικίλες θετικούς κοινωνικούς ρόλους

είδους κοινωνίας στην οποία καλείται να δράσει. Στις κλειστές κοινωνίες όπου οι ρόλοι των ενηλίκων είναι σαφείς και οι εναλλακτικές περιορισμένες, η διαμόρφωση της ταυτότητας γίνεται εύκολη υπόθεση, ενώ στις ανοιχτές πλουραλιστικές κοινωνίες όπου οι ρόλοι των ενηλίκων είναι πολύπλοκοι, απαιτητικοί και ασαφείς, η αποσαφήνιση ενός σχεδίου ζωής και δύσκολο έργο και χρονοβόρο. Μορφές ταυτότητας: Κατακτημένη (θετικότερη μορφή), δοτή ή πρόωρα σχηματισμένη, παρατεταμένο μορατόριουμ.