Η διαφοροποίηση του ρόλου του φύλου στη νηπιακή ηλικία

Εκείνο που πρέπει να τονίσουμε και σ’ αυτήν την ηλικία είναι πως το φύλο είναι σημαντικός παράγοντας, από τους πιο καθοριστικούς στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και των διαπροσωπικών σχέσεων σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου.

Εκείνο που μας κάνει ν’ αναρωτιόμαστε πολλές φορές είναι πότε το παιδί γνωρίζει το φύλο του και πως φτάνει στο σημείο να το γνωρίζει.

Στο σημείο αυτό πρέπει να διαχωρίσουμε τον ρόλο του φύλου του παιδιού σε δύο επίπεδα, από τη μια μεριά έχουμε το βιολογικό ρόλο του φύλου και από την άλλη τον κοινωνικό ρόλο του φύλου.

Ας δούμε όμως χωριστά τι σημαίνει ο καθένας. 

Κατ’ αρχήν ο βιολογικός ρόλος είναι αυτός που έχει σχέση με την ερωτική συμπεριφορά του παιδιού, τα ερωτικά θα λέγαμε ενδιαφέροντα. Παράλληλα σχετίζεται και με την ψυχολογική κατάσταση που ωθεί το άτομο να δείχνει επιθυμία και να έχει την ετοιμότητα να δέχεται ερωτογενές ερεθισμούς. Από την ψυχαναλυτική πλευρά ο Freud μας έδωσε έναν πολύ σημαντικό διαχωρισμό της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης και δέχεται τα εξής στάδια: 

Κατά τη βρεφική ηλικία το άτομο διανύει το ναρκισσιστικό στάδιο, κατά το οποίο εξασφαλίζει μια ερωτική ικανοποίηση από το ίδιο του το σώμα (στοματικό στάδιο, πρωκτικό στάδιο). 

Κατά τη νηπιακή ηλικία κυριαρχεί το φαλλικό στάδιο κατά το οποίο το άτομο αρχίζει να ανακαλύπτει τα γεννητικά του όργανα και να διακατέχεται από μια ενστικτώδη ερωτική ορμή για αιμομικτική σεξουαλική ένωση με το γονιό του αντίθετου φύλου, φαινόμενο που είναι γνωστό σαν οιδιπόδειο σύμπλεγμα. 

Στο τέλος την νηπιακής ηλικίας γίνεται η ταύτιση με τον γονέα του ίδιου φύλου και αρχίζει η περίοδος της λανθάνουσας σεξουαλικότητας, κατά την οποία κυριαρχούν τα ομοφυλικά ενδιαφέροντα και οι συναναστροφές. Η περίοδος αυτή θα διακοπεί γύρω στα 11 χρόνια με την εμφάνιση της ήβης και την εγκαθίδρυση της ετεροφυλικής σεξουαλικότητας.

Ύστερα απ’ όσα ο Freud διατύπωσε για την ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του ατόμου, πράγματα που την εποχή εκείνη ήταν πρωτοποριακά και ταρακούνησαν τα λιμνάζοντα ύδατα της συντηρητικής κοινωνίας, αργότερα πολλοί επιστήμονες ερευνητές επιβεβαίωσαν την ερωτική συμπεριφορά του νηπίου και έδειξαν ότι τα μικρά τους επιδίδονται σε πολλές ερωτικές εκδηλώσεις. 

Στις περισσότερες περιπτώσεις η συμπεριφορά περιλαμβάνει έντονη περιέργεια για να δει τα γεννητικά όργανα άλλων, ενώ σε άλλες υπήρχε μια διάθεση για γυμνιστικές ενέργειες και επιδειξιμανία. Βέβαια πρέπει να επισημαίνουμε ότι η έκταση της ερωτικής συμπεριφοράς που εκδηλώνει το παιδί διαφέρει από κοινωνία σε κοινωνία. Ορισμένες κοινωνικές ομάδες επιτρέπουν μεγαλύτερη ελευθερία ερωτικής έκφρασης και εντονότερη απασχόληση με τα γεννητικά όργανα, ενώ άλλες είναι αυστηρές και περιοριστικές.

Ακόμα, δε μπορούμε να αμφισβητήσουμε πώς κατά την παιδική ηλικία εκδηλώνονται μορφές ερωτικής συμπεριφοράς και ότι ο ερεθισμός των γεννητικών οργάνων, ακόμα και πριν την εφηβεία παράγει ευχάριστα αισθήματα. Παρά ταύτα η αρχική πηγή της ευχαρίστησης είναι αντικείμενο ασυμφωνίας ανάμεσα στους ψυχολόγους. O Freud υποστηρίζει ότι οι εκδηλώσει αυτές αποτελούν αληθινή μορφή ερωτισμού που προέρχεται από την ικανοποίηση της λογικής ορμής, ενώ άλλα δέχονται ότι πρόκειται για έναν αισθησιακό ερωτισμό που συντελεί στη μείωση της ψυχικής έντασης και περιέχει στοιχεία περιέργειας και εξερευνητικής δραστηριότητας ότι δηλαδή, το παιδί νωρίς δείχνει ενδιαφέρον για το σώμα του και στην πορεία της εξερεύνησης του περιβάλλοντος ανακαλύπτει ότι μπορεί να παράγει ευχάριστα αισθήματα με τη διέγερση των ερωτογενών ζωνών του σώματος του, εφ’ όσον ήδη από νωρίς το παιδί διαπιστώνει ότι υπάρχουν ανατομικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων. Βέβαια αυτές οι ερωτικές εκδηλώσεις του νηπίου διαφέρουν ποιοτικά από κείνες που παρουσιάζονται ο συναισθηματικός τους τόνος.

Ωστόσο ο ρόλος που τελικά διαδραματίζουν οι πρωινές αυτές ερωτικές εκδηλώσεις στη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού εξαρτάται από τη συμπεριφορά των γονέων. Και είναι γνωστό ότι οι αντιδράσεις των γονιών στις πρώτες ερωτικές εκδηλώσεις του παιδιού είναι συνήθως αρνητικές.

Στην καλύτερη περίπτωση αρνούνται οι γονείς να παραδεχτούν ότι το παιδί τους εκδηλώνει τέτοιες μορφές συμπεριφοράς. Και σε όσες δε περιπτώσεις δεν είναι δυνατό να τις αρνηθούν καταφεύγουν σε υπεκφυγές ή ακόμα προσπαθούν με κάθε τρόπο να προλάβουν εκδηλώσεις, αποφεύγοντας κάθε σωματικό- αισθητικό ερεθισμό, χωρίζουν σε διαφορετικά δωμάτια τα παιδιά διαφορετικού φύλου, χρησιμοποιούν σε διαφορετικές ώρες το λουτρό, κλείνουν πάντα την πόρτα της τουαλέτας φροντίζουν ώστε τα παιδιά να είναι πάντα ντυμένα.

Πολλοί γονείς δείχνουν έντονο άγχος για τη σεξουαλική συμπεριφορά του παιδιού έτσι ώστε να περιπλέκουν περισσότερο το ζήτημα, γιατί κινδυνεύουν να καταδικάσουν το παιδί να συνδυάσει αυτά τα μέρη του σώματος του με φόβο, ενοχή, τροπή, γεγονός που αργότερα μπορεί να έχει άσχημες συνέπειες στη ψυχοσεξουαλική του ζωή. Γι’ αυτό οι γονείς πρέπει ν’ ανταποκρίνονται θετικά, χωρίς προκαταλήψεις απέναντι στις πρώτες σεξουαλικές συμπεριφορές του παιδιού. Ας δούμε τώρα το δεύτερο διαχωριστικό επίπεδο του ρόλου του φύλου, που είπαμε στην αρχή, που είναι βέβαια, ο κοινωνικός ρόλος.

Ο κοινωνικός ρόλος του φύλου έχει να κάνει με τα πρότυπα συμπεριφοράς που θεωρούνται από την κοινωνική ομάδα αποδεκτά για κάθε φύλο, δηλαδή αποτελείται από ένα σύνολο συμπεριφορών που έχουν κοινωνικά καθοριστεί ότι ταιριάζουν στο κάθε φύλο και η συμμόρφωση προς τα πρότυπα αυτά ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται, ενώ κάθε απόκλιση εμποδίζεται και αποδοκιμάζεται.

Φυσικά το άτομο σχετίζεται με το ρόλο του φύλου με διάφορους τρόπους, όπως π.χ με την προτίμηση που δείχνει για το ένα ή το άλλο φύλο, την υιοθέτηση μορφών συμπεριφοράς του ενός ή του άλλου φύλου, την ταύτιση που έχει κάνει ο ίδιος στην καθημερινή του ζωή με το ρόλο του φύλου που προτιμά. κ.λ.π.

Όμως ο ρόλος του φύλου, όπως είναι φυσικό να περιμένει κανείς δεν είναι δοσμένος από την αρχή, αλλά διαμορφώνεται σταδιακά με την πάροδο της ηλικίας. Στα 3 χρόνια τα παιδιά γνωρίζουν και χρησιμοποιούν σωστά τις λέξεις “αγόρι” - “κορίτσι”, ενώ π.χ στα 2 χρόνια ελάχιστα παιδιά γνωρίζουν το διαχωρισμό. Βέβαια η διάκριση του φύλου στην ηλικία αυτή γίνεται με βάση τα εξωτικά χαρακτηριστικά π.χ ντύσιμο, χτένισμα, ομιλία και όχι βάση τα ανατομικά χαρακτηριστικά.

Εκείνο που πρέπει ακόμα να τονίσουμε είναι αντίθετα απ’ ότι λογικά θα περίμενε κανείς η αναπτυξιακή πορεία αυτής της περιόδου και μορφής δεν επηρεάζεται ιδιαίτερα από τη στάση των γονιών απέναντι στη σεξουαλική συμπεριφορά του παιδιού. Οι οικογένειες που επέτρεπαν ή ενθάρρυναν το γυμνό ή συζητούσαν ελεύθερα ανατομικές διαφορές των δύο φύλων, δεν είχαν παιδιά που συνέδεαν νωρίτερα τα ανατομικά χαρακτηρίστηκα με το φύλο. Ένας παράγοντας που σχετίζεται με την πορεία αυτή είναι η νοημοσύνη: τα έξυπνα παιδιά σε σύγκριση με τα παιδιά μέσης νοημοσύνης, χρησιμοποιούν τα ανατομικά χαρακτηριστικά για να διακρίνουν τα φύλα σε μικρότερη ηλικία. Και ενώ το παιδί μαθαίνει να διαφοροποιεί τα αγόρια από τα κορίτσια, αρχίζει να μαθαίνει και τους διάφορους ρόλους και τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το φύλο.

Είναι σημαντικό ακόμα το γεγονός, ότι τα παιδιά από πολύ νωρίς στη ζωή τους, αντιλαμβάνονται και περιγράφουν το ρόλο κάθε φύλου με τα ίδια στερεότυπα που χρησιμοποιούν οι ενήλικες.

Κάποτε έγινε μια έρευνα και ζητήθηκε από τα παιδιά να ορίσουν τις διαφορές μεταξύ των ανδρών και των γυναικών. Διαπιστώθηκε ότι συστηματικά τα παιδιά περιέγραψαν τους άνδρες σαν ισχυρούς και επιθετικούς, ενώ τις γυναίκες σαν εξαρτημένες και στοργικές. Το κυριότερο είναι ότι τα στερεότυπα αυτά δόθηκαν ακόμη και από παιδιά που οι γονείς τους δεν ανταποκρίνονταν στα πρότυπα αυτά, ή που οι μητέρες τους εργαζόταν έξω από το σπίτι ή που στις οικογένειές τους δεν υπήρχε πατέρας. 

Εκείνο που αξίζει να επισημάνουμε είναι ότι τα κοινωνικά στερεότυπα που χρησιμοποιούν τόσο οι ενήλικες, όσο και τα παιδιά έχουν τεράστια σημασία, γιατί επηρεάζουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τα πράγματα, καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν σ’ αυτά. Κι είναι εύκολο να φανταστούμε πόσο μπορούν αυτά τα πρότυπα να επηρεάσουν τη συμπεριφορά μας όταν λέμε π.χ, “το φοβισμένο κορίτσι” και προσπαθούμε να το καθησυχάσουμε, να το προστατεύσουμε έτσι ώστε ενισχύουμε την εξάρτηση και την παθητική συμπεριφορά.

Ψυχολογικές Διαδικασίες στη διαμόρφωση του ρόλου του φύλου

Επιγραμματικά:
Α) Ψυχανάλυση: Οιδιπόδειο σύμπλεγμα -> λύση και ταύτιση φύλου
Β) Κοινωνική Μάθηση: Behaviourism -> Μίμηση προτύπων και η ενίσχυση: διαδικασία αντιγραφής εκ μέρους του παιδιού της συμπεριφοράς των άλλων.
Γ) Γενετική – γνωστική θεωρία: η ταυτότητα του φύλου είναι μια έννοια και η πορεία της ανάπτυξης της θα πρέπει να ακολουθηθεί στη γενική πορεία που ακολουθεί ο σχηματισμός και των άλλων εννοιών.

Δημήτρης Μπούκουρας
Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής

Comments