Η διερεύνηση της προσωπικότητας του σύγχρονου γονέα


Όταν προσπαθεί κανείς να διερευνήσει την ψυχολογία του σύγχρονου γονέα, τότε βρίσκεται αντιμέτωπος με δύο προβλήματα: το πρώτο αναφέρεται στην ιδιαιτερότητα της προσωπικότητας του κάθε γονέα, σαν ξεχωριστό άτομο δηλαδή με τα βιώματα, τις εμπειρίες και τα προβλήματα που μεταφέρει από το δικό του περιβάλλον αλλά και τον τρόπο που εκφράζει τον εαυτό του, ενεργεί και αντιδρά με βάση αυτές τις εμπειρίες σαν γονέας και το δεύτερο αναφέρεται στα προβλήματα που απορρέουν από την επιβολή που δέχεται του γονεϊκού ρόλου μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο το οποίο ποικίλλει από κοινωνία σε κοινωνία, όσον αφορά την λειτουργία των γονεϊκών ρόλων αλλά και ευρύτερα την οργάνωση της οικογένειας.
Αν θελήσουμε, τώρα, να εξετάσουμε πιο αναλυτικά τι συμβαίνει στη ψυχολογία της μητέρας και του πατέρα στο δικό μας χώρο, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι υπάρχει μια σύγχυση στους ρόλους που ανήκουν στον πατέρα και στην μητέρα. Εάν ένας πατέρας, αναφέρω ένα παράδειγμα, μαγειρεύει, φροντίζει τα παιδιά του ή επιτρέπει στην σύζυγο του να διαχειρίζεται τα οικονομικά κινδυνεύει να θεωρηθεί αδύνατος ή και πλάσμα μειωμένου ανδρισμού,
Συμπερασματικά θα λέγαμε, ότι στο χώρο μας έχει παρατηρηθεί σε ευρεία κλίμακα σ’ ότι αφορά τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας της μητέρας ότι πρέπει να είναι ένας άνθρωπος παθητικός, υποχωρητικός, συναισθηματικός, ευαίσθητος, αγαπητός, δεκτικός, περιποιητικός. Από την άλλη μεριά το να είναι κανείς πατέρας σημαίνει να είναι τολμηρός, αυστηρός, σίγουρος, δυνατός.
Αν λάβουμε, όμως υπ’ όψη μας αυτούς τους χαρακτηρισμούς θα δούμε πως από τη μια μεριά η ψυχολογία δεν έχει θεμελιώσει με έρευνες ότι αυτοί οι χαρακτηρισμοί ανήκουν στο γυναικείο και στο ανδρικό φύλο αντίστοιχα, από την άλλη μεριά όμως διαπιστώνει ότι οι διαφορές αυτές υπάρχουν, εφ’ όσον η κοινωνία εκπαιδεύει, μαθαίνει και συντηρεί τους άνδρες και τις γυναίκες να τις αποδέχονται. Και μια και μιλάμε για διαφορές χαρακτήρων και συμπεριφορών πρέπει να πούμε πως και στο θέμα των γονέων διακρίνουμε συμπεριφορές που ονομάζουμε πατρικές και μητρικές. Αυτή όμως η ταξινόμηση μπορεί να αποδεικνύεται κάπως αυθαίρετη και περιοριστική για τους γονεϊκούς ρόλους και από ψυχολογική και από πρακτική σκοπιά. Αλλά, ας δούμε πιο αναλυτικά πως εμφανίζονται η γυναίκα και ο άνδρας σαν γονείς και ποιες συμπεριφορές μπορούν να εκδηλώσουν.
Κατ’ αρχήν πρέπει να τονίσουμε πως οι ρόλοι τόσο της μητέρας όσο και του πατέρα διαφέρουν σε μορφή και περιεχόμενο κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του παιδιού. Για να κατανοήσουμε καλύτερα την προοδευτική αλλαγή των ρόλων, ας σταθούμε λίγο στο ρόλο της μητέρας, γιατί θα βρεθούμε αντιμέτωποι στο φαινόμενο της αναπόφευκτης βιολογικής σχέσης μητέρας – παιδιού σχέσης σημαντικής που πολλές ψυχολογικές θεωρίες αποδίδουν σ’ αυτήν τις ρίζες της ψυχολογικής ζωής του ανθρώπου. Στα πρώτα λοιπόν βήματα της ζωής του βρέφους διαπιστώνουμε τον μητρικό ρόλο να λειτουργεί για να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες του βρέφους (τροφή, προστασία, φροντίδα), να αμβλύνει την έντασή του, να αποκαταστήσει την δυσαρέσκεια του.
Αυτή όμως η λειτουργία προοδευτικά ελαττώνεται με την ανάπτυξη της ηλικίας και την εξέλιξη της προσωπικότητας του παιδιού, για να δώσει τη θέση της στην ενσάρκωση κάποιου άλλου ρόλου που είναι απαραίτητος σε μια άλλη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Πριν, όμως προχωρήσουμε για να δούμε εκτενέστερα και τον πατρικό ρόλο, νομίζω πως στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφέρουμε το γεγονός ότι: η εκπλήρωση και η λειτουργία ενός γονεϊκού ρόλου εξαρτάται από την ποιότητα, ή το είδος, αν θέλετε της προσωπικότητας του γονέα. Μ’ άλλα λόγια υπάρχουν πολλών ειδών τύποι γονέων και εκδηλώνουν συγκεκριμένες συμπεριφορές ή μεταχειρίζονται διάφορες μεθόδους (χρήση της τιμωρίας και της ανταμοιβής) για να αναπτύξουν ή να επιβάλλουν τις αξίες τους απάνω τους, ή ακόμα να τους περάσουν με κάποιο τρόπο τα δικά τους προβλήματα. Για να διασαφηνίσουμε περισσότερο αυτήν την άποψη πρέπει να επισημάνουμε πως είναι γνωστό ότι υπάρχουν γονείς αυστηροί, εξουσιαστικοί, αγχώδεις, αντίστοιχοι, φιλόδοξοι, απαιτητικοί, προστατευτικοί κ.λ.π. Οι συμπεριφορές, λοιπόν, αυτές που εκδηλώνονται από τους γονείς του κάθε είδους που αναφέρουμε, επηρεάζουν συνεπώς το ρόλο τους και αντανακλώνται στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Επί πλέον τα προσωπικά προβλήματα που απασχολούν ένα γονέα μπορούν να βρουν διέξοδο και να περαστούν με μια συγκεκριμένη συμπεριφορά πάνω στο παιδί. Εάν π.χ μια μητέρα, ή ένας πατέρας είναι ψυχρός και απορριπτικός με το παιδί του, γιατί η εκδήλωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς αγγίζει και ικανοποιεί ένα δικό του προσωπικό πρόβλημα, τότε αυτή η συμπεριφορά χαρακτηρίζει το ρόλο του και φυσικά δημιουργεί συνέπειες δυσάρεστες στο ίδιο το παιδί.
Ας επανέλθουμε, όμως, τώρα να δούμε την πατρική λειτουργία παράλληλα με τη μητρική. Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι για την ύπαρξη και την οργάνωση της οικογένειας είναι αναγκαία η ύπαρξη του πατρικού ρόλου. Ο πατέρας παρουσιάζεται στη διαδρομή της ιστορίας από τη μια μεριά με τη βιολογική του μορφή δηλαδή σαν γεννήτορας, σαν όργανο μεταβίβασης της ζωής και από την άλλη μεριά με τη μορφή του pater familias, του πατέρα αφέντη, του πατέρα σαν μορφή δύναμης και εξουσίας (εδώ θέλω να αναφέρω παρενθετικά ότι κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με την γυναίκα στις μητριαρχικές κοινωνίες).
Έτσι, λοιπόν και ενώ τα τελευταία χρόνια έχουμε εμπειρίες πατρικών οικογενειών, φτάνουμε στη διαπίστωση, παραμερίζοντας τα κατάλοιπα του παρελθόντος, ότι στις σύγχρονες κοινωνίες υπάρχει το φαινόμενο της κρίσης πατρότητας, ένα φαινόμενο που δεν έχει σαν στόχο να απαρνηθεί την πατρική λειτουργία, αλλά να επανατοποθετήσει το πρόβλημα πάνω σε διαφορετική βάση. Αυτό το γεγονός μας εξηγεί ότι ο πατέρας δεν χρησιμεύει μόνο στο να γίνει μια γυναίκα μητέρα, και να έχει δικαιώματα εξουσίας, πάνω στα μέλη της οικογένειας αλλά συμβάλλει ουσιαστικά στην ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού.
Και δεν εννοούμε μόνο την μεταβίβαση “στο παιδί” μέσω του πατέρα “προτύπων”, “στηριγμάτων”, “εικόνας εξουσίας” κλπ, ιδέες βέβαια που έχουν ως ένα βαθμό ένα μερίδιο αλήθειας, αλλά που πιστεύουμε ότι και μητέρα θα μπορούσε να ενσαρκώσει το ίδιο καλά αυτούς τους ρόλους. Γιατί βλέπουμε ολοένα και περισσότερα ζευγάρια να μοιράζονται τα καθήκοντα της μάνας, δηλαδή τις διάφορες φροντίδες που παρέχονται στο βρέφος και στο μικρό παιδί, αφού σκεφτούμε παράλληλα πως σε πάρα πολλές οικογένειες η γυναίκα εργάζεται έξω από το σπίτι και συνεπώς αναλαμβάνει ευθύνες, γεγονός που την σταματά να νοιώθει ανίσχυρη μπροστά σε δύσκολες καταστάσεις.
Ας δούμε όμως τώρα τις βιολογικές και ψυχοσυναισθηματικές ανάγκες του ατόμου που αναγκαιούν τη συμβολή και των δύο γονεϊκών ρόλων.
Κατ’ αρχήν πρέπει να επισημάνουμε την ωρίμανση την βιολογική του ατόμου, γεγονός που έχει σχέση με την σεξουαλική ανάπτυξη του ανθρώπου, την διαμόρφωση του φύλου δηλαδή τη διαφοροποίηση και την ταύτιση του παιδιού με το φύλο του ίδιου γονέα (φάση προς το τέλος της νηπιακής ηλικίας). Κατά δεύτερο λόγο έχουμε την ανάληψη των ψυχολογικών και ψυχοσυναισθηματικών γνωρισμάτων του φύλου του ανθρώπου.
Ως προς την πρώτη περίπτωση έχουμε να παρατηρήσουμε τη στάση που χαρακτηρίζει τους γονεϊκούς ρόλους απέναντι στις πρώτες ερωτικές εκδηλώσεις του παιδιού, μια στάση που θα επηρεάσει αποφασιστικά το παιδί στη διαφοροποίηση του ρόλου φύλου του.
Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με στερεότυπα συμπεριφοράς που θεωρούνται αποδεκτά από το κοινωνικό σύνολο για το κάθε φύλο. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα σύνολο συμπεριφορών που έχουν οριστεί ότι ταιριάζουν στο κάθε φύλο και οποιαδήποτε συμμόρφωση προς τα πρότυπα αυτά ενθαρρύνεται ενώ κάθε απόκλιση εμποδίζεται. Σημαίνει ακόμα όπως οι γονεϊκοί ρόλοι χρησιμοποιούν τα κοινωνικά στερεότυπα για να επηρεάσουν τα παιδιά στον τρόπο που αντιλαμβάνονται, ερμηνεύουν τα πράγματα και αντιδρούν σ’ αυτά.
Ύστερα από τις επιδράσεις των γονεϊκών ρόλων, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού, καταλήγουμε σε μια διαπίστωση ότι ο μητρικός και πατρικός ρόλος λειτουργεί έμμεσα και άμεσα σε σχέση με τα παιδιά.
Έμμεσα, κατ’ αρχήν, γιατί υπάρχει μια συναισθηματική προσφορά, η οποία απευθύνεται σε δύο επίπεδα: και στις σχέσεις ανάμεσα στους γονείς, αλλά και στη σχέση γονέων και παιδιών. Έμμεσα ακόμα λειτουργούν οι γονεϊκοί ρόλοι γιατί εντάσσονται στα γονεϊκά πρότυπα που δίνονται στα παιδιά από τις συζυγικές σχέσεις των γονέων.
Άμεσα, κατά δεύτερο λόγο λειτουργούν σαν ρυθμιστές, διακανονιστές των σχέσεων πάλι σε δύο επίπεδα: αυτό που αφορά τους γονείς και τα παιδιά και κείνο που αφορά τα παιδιά μεταξύ τους (εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως το να είναι κανείς ρυθμιστής σχέσεων, χωρίς να έχει χρισθεί από κανέναν, όπως είναι οι γονείς, τότε στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για άσκηση κάποιου είδους φυσικής εξουσίας).
Επίσης, άμεση λειτουργία, υπάρχει όταν ανάλογα με το φύλο τους οι γονείς βρίσκονται αντίπαλοι κατά την περίοδο της οιδιποδειακής κρίσης που διέρχονται τα παιδιά.
Επιπλέον οι γονείς λειτουργούν σαν αρχικά μεταβιβαστικά όργανα της πραγματικότητας, αυτής που δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή από το παιδί, καθώς επίσης λειτουργούν και τα πρώτα “ξένα” πρόσωπα (εννοείται ξένα από τον εαυτό του παιδιού) στο περιβάλλον του.
Πάνω σ’ αυτά τα αρχικά πρότυπα μεταβίβασης θα στηριχτεί το άτομο για να δημιουργήσει τη εξωτερικές σχέσεις του στον κοινωνικό χώρο.
Δεν ξεχνούμε ακόμα πως στη διαμόρφωση της προσωπικότητα του ατόμου, μια κατάσταση δηλαδή συμμετέχουν ισοδύναμα τόσο η μητέρα και ο πατέρας όσο και το οικολογικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο ζει και μεγαλώνει το άτομο.
Με βάση όλους αυτούς τους συλλογισμούς πάνω στον τρόπο διερεύνηση της ψυχολογίας του σύγχρονου γονέα, νομίζω πως πρέπει ν’ ασχοληθούμε και με το δεύτερο πρόβλημα που επεσήμανα στην αρχή, το πρόβλημα δηλαδή της επιβολής ενός γονεϊκού ρόλου μέσα σ’ ένα ορισμένο κοινωνικό σύνολο. Ταυτόχρονα μ’ αυτό το πρόβλημα δημιουργείται ένα ερώτημα: Πόσα ζευγάρια σήμερα προετοιμάζονται για να γίνουν γονείς, ή αν θέλετε πόσοι είναι έτοιμοι να αναλάβουν κάποιες γονεϊκές ευθύνες και ρόλους;
Η απάντηση βρίσκεται ίσως στο γεγονός ότι η μητρότητα και η πατρότητα δεν είναι φαινόμενα που σχετίζονται μόνο σε βιολογική βάση, δηλαδή στις φυσικές συνθήκες μιας εγκυμοσύνης και μιας γέννησης, αλλά είναι φαινομενικά ψυχολογικής εκπαίδευσης και ωρίμανσης που αποκτιέται με το χρόνο και τις εμπειρίες και εξαρτώνται από τις πολιτιστικές συνθήκες ενός τόπου από το είδος της σχέσης του άντρα και της γυναίκας καθώς επίσης και τα βιώματα της κάθε ανθρώπινης προσωπικότητας.
Είναι εύλογο, ύστερα απ’ όλα αυτά να αναρωτηθεί κανείς κατά πόσο η κοινωνική επιταγή επηρεάζει την συλλογή δύο συντρόφων να γίνουν γονείς ή όχι; 'Η ακόμα όταν δημιουργεί συγκρούσεις στο ίδιο το άτομο αν βρεθεί μπροστά στο δίλημμα του τι πρέπει να κάνει και του τι μπορεί να κάνει σαν γονιός.
Ας θυμηθούμε ακόμα πως η πολιτιστική μας κληρονομιά μας έχει επιβάλλει την αντίληψη ότι ο γάμος δεν νοείται χωρίς παιδιά.
Ας φαντασθούμε μια γυναίκα, η οποία δεν αγαπά ή δεν θέλει ν’ αποκτήσει παιδιά, ιδιαίτερα όταν αυτή ζει σε μη αστικό κέντρο, και τελικά αποκτήσει για λόγους κοινωνικούς. Τότε είναι υποχρεωμένη να εκπληρώσει αναγκαστικά κάποιον μητρικό ρόλο χωρίς βέβαια να τον θέλει ουσιαστικά. Τότε είναι φανερό ότι κατευθύνεται και ελέγχεται από το ρόλο που της επιβάλλει η κοινωνία. Δεν αντιδρά έτσι όπως νοιώθει σαν ξεχωριστή ανθρώπινη ύπαρξη με τις δικές της επιλογές και όρια της, αλλά καθοδηγείται από ένα προκαθορισμένο σύνολο από κανόνες και κώδικες, έτσι όπως ταιριάζει κοινωνικά στο ρόλο της.
Δεν είναι δύσκολο, βέβαια, να υποθέσει κανείς πως είναι πιθανό τέτοια κατάσταση να δημιουργήσει συγκρούσεις με τον ίδιο τον εαυτό της γυναίκας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν διαταραχές στη συμπεριφορά και στην προσωπικότητα της και κατ’ επέκταση να προκληθούν ανωμαλίες στις ενδοοικογενειακές σχέσεις.
Με βάση όλες αυτές τις σκέψεις που διατυπώθηκαν ως εδώ καταλήγουμε στη διαπίστωση ότι οι γονεϊκοί ρόλοι στο μέτρο που είναι συνυπεύθυνοι για την ανάπτυξη της βιολογικής και ψυχοσυναισθηματικής προσωπικότητας του ανθρώπου χαρακτηρίζονται από τη δομή της προσωπικότητας του κάθε γονέα έτσι ώστε ή να είναι σε θέση να επέμβει στο κοινωνικό σύνολο με σκοπό να αναπροσδιορίσει αυτούς τους ρόλους ή να συμβιβάσει τις προσωπικές του επιλογές με τις κοινωνικές απαιτήσεις. 

Δημήτρης Μπούκουρας
Κλινικός ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής