Επιθετικότητα – πείσμα και αντίδραση στο περιβάλλον

Το πρώτο πράγμα που θα μας κάνει να πούμε ότι ένα παιδί είναι δύσκολο είναι το γεγονός ότι θυμώνει εύκολα, τσακώνεται με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του ή είναι έντονα πεισματάρικο. Ωστόσο αυτό που συμβαίνει στα μικρά παιδιά ή ακόμα και στα λίγο μεγαλύτερα, να χάνουν τον έλεγχο του εαυτού τους όταν ένα εμπόδιο ή μια απαγόρευση απ’ τη μεριά του ενήλικα ή μια στέρηση, είναι μια ανάγκη βίαιης αντίδρασης αντίθεσης απέναντι σ’ αυτό που μπορούμε να το αποκαλέσουμε οργή, που θα συμπεριλαμβάνει μέσα της την επιθετικότητα το πείσμα, την αντίδραση στο περιβάλλον, στον ενήλικα. Εάν στο παιδί ενός έτους η οργή εκδηλώνεται με δυνατές και επαναλαμβανόμενες κραυγές και κινήσεις του σώματος, στο παιδί των 10-12 χρόνων δημιουργεί μια συμπεριφορά κυρίως ανυπόφορη για κείνους που την υφίστανται, διότι είναι μια έκρηξη των κινήσεων που δεν ελέγχεται, χωρίς σκοπό και στόχο που συνοδεύεται από φωνές, βωμολοχίες, άναρθρες κραυγές και συχνά στεγνώνει το στόμα τους, κιτρινίζουν ή κοκκινίζουν έντονα στο πρόσωπο.

Ο θυμός διαφέρει από την οργή γιατί είναι κάτι πιο ελεγχόμενο, εκφράζεται ταυτόχρονα με βίαιες κινήσεις, άρα κατευθύνονται προς ένα συγκεκριμένο στόχο, δημιουργώντας και την ανάγκη να τον πετύχει , συνοδεύονται δε με λέξεις που πληγώνουν ή διαπιστώσεις που μειώνουν τον άλλον.

Το μέγιστο του ελέγχου μέσα στο θυμό πραγματοποιείται όταν η επιθετικότητα στρέφεται προς ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Αυτή βέβαια έχει κι άλλες μορφές, όπως μια καταστρεπτική κίνηση ή η ειρωνική παρατήρηση. Καμιά συμπεριφορά δεν είναι τόσο αρνητική όταν δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν καθαρή επίθεση. Για να πούμε την αλήθεια τίποτα δεν είναι πιο συνηθισμένο από το να διαπιστώνουμε στην συμπεριφορά του παιδιού την επιθετικότητα, δηλαδή την οργή, το θυμό την ειρωνεία ή την αντίσταση, (άρνηση προς το περιβάλλον). Ο καθένας ξέρει ότι μερικά παιδιά που είναι παρορμητικά και πιο κλειστά στον εαυτό τους από τα άλλα, είναι ιδιαίτερα επιθετικά. Αυτοί οι θυμοί που εμφανίζονται συχνά μαζικοί δηλαδή η επιθετική συμπεριφορά που εμφανίζεται κατά καιρούς, μπορεί να ανταποκρίνεται σε περιόδους κρίσεως που επισημαίνουν την μετάβαση από το ένα στάδιο στο άλλο της εξέλιξης. Αυτές οι μεταβατικές περίοδοι είναι γεμάτες από ανασφάλεια και αβεβαιότητα.

Αυτή είναι και η βαθύτερη αιτία, που στον ενήλικα περνάει απαρατήρητη, της επιθετικότητας ή του πείσματος, τα οποία εμφανίζονται σ’ αυτές τις περιόδους.

Επίσης το οικογενειακό περιβάλλον είναι αιτία να προκαλεί το παιδί είτε εάν η κύρια αιτία είναι η ζήλια προς ένα από τα αδέλφια είτε εάν οι συγκρούσεις μεταξύ των γονέων είναι αιτία να στερηθεί το παιδί βασικές συναισθηματικές ανάγκες του. Αναλυτικότερα η επιθετικότητα προς ένα από τα αδέλφια του είναι η πιο άμεση εκδήλωση μιας σύγκρουσης που δημιουργήθηκε μεταξύ τους και εκφράζει την εκδίκηση. Εδώ δεν λαμβάνουμε υπ’ όψη μιας την αρχή διότι η συμπεριφορά «ζηλιάρη» προς τον αδελφό δημιουργείται μέσω τρίτου προσώπου, δηλαδή της μητέρας ή του πατέρα, οι οποίοι μπορεί να είναι άδικοι, ή να ανέχονται τις εκδηλώσεις βίας μεταξύ των αδερφών, πράγμα που αναγκάζει εκείνον που δέχεται την επίθεση συνήθως να αντιδράσει με βία.

Στην επιθετικότητα όμως που συνοδεύεται και από μια τάση για κλοπή ή ψέμα ή δυσκολίες κοινωνικής προσαρμογής πρέπει να αναγνωρίσουμε μια ιδιαίτερη σημασία που εξηγείται από την αδυναμία του παιδιού να υποστεί την παραμικρή στέρηση ή την τοποθέτηση του σε μειονεκτική θέσει που φέρνει εσωτερική ανησυχία. Όταν η επιθετικότητα του παιδιού αρχίζει να γίνεται αισθητή από το περιβάλλον σαν μια σταθερή αλλαγή της συμπεριφοράς του παιδιού, τότε μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι είναι συνέπεια μιας εσωτερικής ανησυχίας π.χ. μπορούμε να δούμε ένα παιδί 3,4 ή 5 ετών που έχει δυσκολίες στη γλώσσα ή μια κινητική δυσκαμψία να γίνεται επιθετικό ή πεισματάρικο από τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι διαφέρει από τα άλλα παιδιά, δημιουργώντας του έτσι ένα αίσθημα κατωτερότητας. Έτσι μπορεί να συμβεί όταν πάει στο νηπιαγωγείο για πρώτη φορά και συγκριθεί με τα άλλα παιδιά. Τότε ξαφνικά μπορούμε να το δούμε να γίνεται επιθετικό απέναντι στα άλλα παιδιά χωρίς καμιά φαινομενική αιτία, αλλά από μια ανάγκη να αναπληρώσει αυτό που του λείπει ανακατεμένη βέβαια με μια εσωτερική ανησυχία. Αυτή του η συμπεριφορά δημιουργεί αντιδράσεις και από τα παιδιά και από τους εκπαιδευτές, πράγμα το οποίο το αναγκάζει να αναδιπλώνεται στον εαυτό του. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, για να βοηθήσουμε το παιδί να βγει απ’ αυτήν την κατάσταση πρέπει να το βοηθήσουμε στο γλωσσικό ή στην κινητικότητα του.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα καθαρά συναισθηματικό είναι η ευερεθιστότητα του παιδιού που ζει μέσα σε μια οικογένεια με γονείς που διαφωνούν τσακώνονται και χωρίζουν. Επίσης η μελαγχολική ή καταθλιπτική αντίδραση που εμφανίζεται μετά τον θάνατο ενός αδερφού ή μιας αδερφής σ’ ένα παιδί 4-5 τροποποιώντας τη συμπεριφορά του προς την επιθετικότατα.

Φαινομενικά δεν υπάρχουν αίτια που προκαλούν την επιθετικότητά του, αλλά διερευνώντας βαθύτερα παρατηρούμε διαταραχές στον ύπνο, εφιάλτες που τον κάνουν να ξυπνάει κατά την διάρκεια της νύχτας, ενούρηση και γενικά μια ανησυχία που εντοπίζεται στα πλαίσια ενός φόβου να μείνει μόνο του. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να περάσουν και 2 χρόνια ώσπου να παραδεχτεί το θάνατο του αδερφού ή της αδερφής του.

Εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέραμε και που εξηγούν μια επιθετική συμπεριφορά με αίτια μη παθολογικά, υπάρχουν και επιθετικές συμπεριφορές που κρύβουν υποβόσκουσες ανησυχίες και είναι αίτια μαζικών εκδηλώσεων επιθετικότητας και βίας.

Αυτές οι έντονες σε επιθετικότητα και ανυπόφορες συμπεριφορές που έχουν σαν αιτία μια σφαιρική ανησυχία με αποτέλεσμα να είναι ευαίσθητα στην παραμικρή αλλαγή εξηγείται από το ότι δεν δέχονται καμιά αντίθεση στην άμεση επιθυμία του, δηλαδή συμβαίνει να απομονώνονται από την πραγματικότητα και να κυριαρχούνται από παρορμήσεις στις οποίες ζητούν άμεση ικανοποίηση.

Έχοντας υπ’ όψη αυτά που είπαμε προηγουμένως οφείλουμε να αναζητήσουμε τη γνωριμία μας με το παιδί μέσω του περιβάλλοντος του για να προσδιορίσουμε εάν είναι δυνατόν τα αίτια και να τα διαχωρίσουμε στα πλαίσια μιας παθολογικής ή μη κατάστασης δηλαδή είναι κάτι που ξεκίνησε πρόσφατα ή πάντα ήταν έτσι, υπάρχει κάποια μειονεξία οργανική, διανοητική ή συναισθηματική; Τέτοιους προσδιορισμούς μπορεί να τους κάνει καλύτερα ένας ειδικός και συνήθεις μέθοδοι σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι μια θεραπεία αγωγής ή μιας ψυχοθεραπείας.

Συμπερασματικά εκείνο που χρειάζεται για να αντιμετωπίσουμε τα παιδιά αυτά με σωστό τρόπο είναι να κάνουμε μια προσπάθεια για διερεύνηση των αιτιών που προκαλούν αυτές τις αντιδράσεις, κάτι που μ’ άλλα λόγια σημαίνει κατανόηση και απαραίτητο υπόστρωμα γι’ αυτή είναι η στοργή και η υπομονή.

Συγκεκριμένα να κάνουμε μια προσπάθεια για να ξεκαθαρίσουμε το πεδίο, συναισθηματικό και περιβαλλοντολογικό. Κάνοντας να εξαφανιστούν κατά το δυνατό τα ορατά αίτια κατ’ αρχήν, δηλαδή τις γλωσσικές δυσκολίες, τις κινητικές, τις δυσκολίες της μάθησης κ.α με ειδικούς παιδαγωγούς. Το σπουδαιότερο και το πιο ουσιαστικό είναι σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο ρόλος των γονέων που οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν το γνωρίζουν ή που τον φαντάζονται σαν ξεπερασμένο, εμφανίζονται κατά διαστήματα αποφασιστικά ή αυταρχικά, πράγμα το οποίο πρέπει να αποφεύγεται κυρίως στα παιδιά που ζηλεύουν. Αυτό επειδή τη στιγμή εκείνη είναι γεμάτα άγχος, που γεννιέται από τη σύγκρουση την εσωτερική των διαστάσεων της προσωπικότητας.

Ο ρόλος των δασκάλων, των φίλων είναι εξίσου σπουδαίος διότι ο δάσκαλος είναι εκείνος που μπορεί να μετατρέψει ή να επηρεάσει μια ομάδα στο σχολείο έτσι ώστε να δεχτούν η να απορρίψουν ένα παιδί με προβλήματα.

Οι φίλοι πάλι κοροϊδεύουν και επιτείνουν την αγωνία του παιδιού.

Δημήτρης Μπούκουρας

Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής