Επιθετικότητα και πείσμα στην παιδική ηλικία

Κατ’ αρχήν όταν μιλάμε για επιθετικότητα και πείσμα στην παιδική ηλικία, πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας, ότι αυτές οι συμπεριφορές ανήκουν στο ευρύτερο φάσμα της ψυχολογικής ανάπτυξης του ατόμου.

Και ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία, εκεί έχουμε να κάνουμε με προβλήματα πολύ διαφορετικά απ’ αυτά που θα συναντήσουμε στην ζωή του ενήλικα. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η διαδικασία αυτή δημιουργεί κινδύνους, κι αν θέλουμε να γνωρίσουμε το παιδί μας πρέπει να ξέρουμε πρώτα την δική μας εσωτερική ζωή.

Συνεπώς στις πρώτες επαφές μας με το παιδί αξίζει να έχουμε στο μυαλό μας δύο πράγματα. Πρώτα – πρώτα να βάλουμε ένα στόχο στη διαπαιδαγώγηση, να δημιουργήσουμε δηλαδή ένα άτομο απελευθερωμένο από το δικά μας προβλήματα, ένα άτομο που να μπορέσει να βρει το δικό του δρόμο και το δικό του τρόπο ζωής. Και το δεύτερο είναι να καταλάβουμε ότι το παιδί τόσο ψυχολογικά, όσο και σωματικά είναι το αποτέλεσμα της εξέλιξης του είδους. Μέσα στο ασυνείδητο του κουβαλάει όλες τις δυνατότητες του καλού και του κακού. Μ’ άλλα λόγια πρέπει να βλέπουμε στην ζωή του κατ’ αρχήν από τα μέσα προς τα έξω.

Όπως γνωρίζουμε στην ψυχολογία το μεγαλύτερο μέρος της ψυχικής ζωής του παιδιού βρίσκεται στο ασυνείδητο, όπως και η ζωή του πρωτόγονου. Και φυσικά στον πρωτόγονο άνθρωπο αυτές οι δυνάμεις διατηρούν τον κυρίαρχο ρόλο τους. Η κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε μας αναπτύσσει συναισθήματα όπως η αγάπη, το μίσος, ο θυμός, η οργή κ.λ.π.

Στον κόσμο του παιδιού λειτουργεί η φαντασία, η οποία ταυτίζεται με την πραγματικότητα και τα γεγονότα της ζωής τα εξηγεί το παιδί με τη μαγεία και το μύθο. Έτσι το παιδί όπως και ο πρωτόγονος άνθρωπος είναι αρχικά ένα πλάσμα αισθήσεων, ενώ το συναίσθημα αναπτύσσεται με αργότερο ρυθμό.

Είναι σημαντικό επίσης να ξέρουμε ότι το παιδί προβάλλει τα δικά του συναισθήματα πάνω στα έμψυχα και τα άψυχα πράγματα. Δίνει στα άψυχα αντικείμενα μια προσωπικότητα και η προβολή του σ’ αυτά είναι ολοκληρωτική. Αν π.χ σκοντάψει, θα φταίει το «κακό» τραπέζι. Αν θυμώσει θα φταίει η μαμά του η «κακιά». Έτσι κάθε φορά που βλέπουμε το θυμό ή οποιαδήποτε έντονη και ακαταλόγιστη συγκίνηση (οργή, επιθετικότητα κ.λ.π) να στρέφεται ενάντια σ’ ένα αντικείμενο έτσι που το υποκείμενο να μην μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτό (το αντικείμενο) τότε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι η υπερβολική αυτή σύγκριση είναι μια προβολή.

Ένα παράδειγμα θα σας αναφέρω τώρα για να δείτε τη σχέση της φαντασίας και της προβολής με της βίαιες αντιδράσεις του παιδιού. Ένα μικρό αγόρι ήταν συνεχώς θυμωμένο και απόμακρο. Όταν το πίεζαν στο σπίτι ξεσπούσε σε βίαιες κρίσεις θυμού. Στην οικογένεια υπήρχαν 3 αγόρια και το δωμάτιο του μοιραζόταν πάντα με κάποιο από τα άλλα δύο αδέρφια του που ήταν πολύ ζωηρά, ενώ εκείνο ήθελε ησυχία. Μια μέρα περιέγραψε τη φαντασίωση του, ότι είχε μια χώρα δική του, ένα νησί στη μέση μιας λίμνης και μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να πάει κανείς εκεί. Μέσα από ένα σκοτεινό και μυστηριώδες δάσος, μέσα από το οποίο πάλι βρίσκεις μια σήραγγα και σ’ οδηγεί στο νησί και στο τέλος πρόσθεσε περιφραστικά “Αυτοί δεν το ξέρουν, αυτοί δεν ξέρουν ποιος είμαι.”

Και εδώ δημιουργείται το ζήτημα πόσο γνωρίζουμε ή αγνοούμε την αλήθεια αυτήν των φανταστικών εξηγήσεων. Συχνά τις κοροϊδεύουμε και βέβαια έτσι χάνουμε μια από τις πιο ζωτικές πηγές της σχέσης μας με το παιδί. Και είναι επόμενο να μη θέλει να εκθέσει το εσωτερικό του κόσμο στη γελοιοποίηση και έτσι κινητοποιεί αντιδράσεις, όπως η ισχυρογνωμοσύνη, το γνωστό πείσμα δηλαδή, ο θυμός, η απόσυρση. Η στάση αυτή από την πλευρά μας οφείλεται συχνά στο ότι γίναμε αδιάφοροι στα πνευματικά σύμβολα που περιέχονται στους παλιούς μύθους και τα παραμύθια. Όταν αναγνωρίζουμε αυτές τις εσωτερικές αξίες, μπορούμε να δεχτούμε τις φαντασίες γι’ αυτό που πραγματικά είναι, ένα παραμύθι δηλαδή για το παιδί, και να του δώσουμε την πραγματική εξήγηση χωρίς να παραβιάζουμε τη σχέση μας με το παιδί.

Πρώτα απ’ όλα όμως πρέπει να τα έχουμε εμείς καλά με τον εαυτό μας να επικοινωνούμε μαζί του για να κρατάμε ανοιχτεί την πόρτα επικοινωνίας και με το παιδί, έτσι ώστε οι αντιδράσεις της παιδικής επιθετικότητας να μην είναι φραγμός και απομόνωση μεταξύ μας.

Ας μην ξεχνάμε, ακόμα, ότι πολλά από τον δικός κόσμο ( των ενηλίκων) έχουν λίγη σημασία για το παιδί. Το τι είναι καλό και τι κακό δεν έχουν ιδιαίτερη αξία γι’ αυτό. Για το λόγο αυτό αντιδρούμε αρνητικά (φωνές, βρισιές, ξύλο), σε μια ξαφνική παιδική αντίδραση επιθετικότητας. Αντί να ψάξουμε να βρούμε την αιτία της οργής, του θυμού κ.λ.π. Χτυπάμε κατ’ ευθείαν την ίδια την αντίδραση, με αποτέλεσμα να εντείνουμε την συμπεριφορά, παρά να την καταστείλουμε.

Τα παιδιά, είναι γεγονός ότι συλλαμβάνουν την ατμόσφαιρα που συνθέτουν όλα όσα αγνοούμε μέσα μας. Αν παρουσιαζόμαστε υποκριτικά καλοσυνάτοι, από φόβο, ή από συγκράτηση των νεύρων, ή από ανειλικρίνεια, τότε είναι σίγουρο ότι όταν το παιδί διαισθανθεί τέτοια καταστροφικά γι’ αυτό υπόγεια ρεύματα μπορεί να αρνηθεί τις εντολές που του δίνουν οι γονείς, που φαινομενικά μπορεί να είναι λογικές και ν’ αντισταθεί και να επιτεθεί στην εξουσία του γονέα.

Αν αντίθετα η στάση μας δείχνει ότι είμαστε διατεθειμένοι ν’ αντιμετωπίσουμε τις δυνάμεις που είναι μέσα μας τόσο στο καλό, όσο και στο κακό, τότε υποβοηθούμε μιαν ανάπτυξη προς το θάρρος και το παιδί ανταποκρίνεται και στο εσωτερικό κίνητρο που μας κυβερνά, όσο και στα λόγια που του λέμε. Έτσι θ’ ανδρώσει την εμπιστοσύνη του πάνω μας.

Πρέπει να θυμόμαστε πάντα πως δεν υπάρχει μόνο το πρόβλημα μιας δύσκολης συμπεριφοράς του παιδιού, αλλά και η δική μας στάση, που του δίνει μια εξουσία για το καλό ή το κακό πάνω στη ζωή των παιδιών μας.

Το παιδί δεν χρειάζεται και δεν θα έπρεπε να ξέρει ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά του (θυμός, οργή, βία) μπορεί να είναι προβληματική. Δεν χρειάζεται να βαραίνει το μυαλό του παιδιού με προβλήματα. Αυτό βαραίνει τους ώμους των γονέων που πρέπει θαρρετά ν’ αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, έτσι ώστε η θαρρετή αυτή αντιμετώπιση γίνεται αισθητή από το παιδί και διαισθάνεται τη δύναμη, το θάρρος και την τιμιότητα που χαρακτηρίζουν μια προσπάθεια κατανόησης, σε αντίθεση με τη δειλία, τον ύπουλο φόβο και την αμφιβολία που γεννιούνται.

Θα αναφέρω εδώ ένα παράδειγμα, που δείχνει την οξύτητα με την οποία το παιδί μπορεί να διαισθανθεί το πραγματικό πρόβλημα του γονιού και τον τρόπο με το οποίο το ασυνείδητο του παιδιού δέχεται την ευθύνη για τις λύσεις του. Το παιδί στο οποίο αναφερόμαστε ήταν ένα κοριτσάκι με έντονη ταύτιση προς τον πατέρα του.

Η σχέση τους ήταν πολύ πραγματική. Αυτό, βέβαια, το γεγονός μεγάλωνε τη δυσκολία γιατί η δύναμη του δεσμού της αγάπης συνειδητά και ασυνείδητα ενισχύει τη νεύρωση που δημιουργείται από ένα πρόβλημα των γονιών. Ο πατέρας είχε υποστεί μια σοβαρή νευρική κατάπτωση. Δεν ήταν σε θέση να δουλέψει ή να ξαναβρεί φυσιολογικές σχέσεις με τον εξωτερικό κόσμο. Ολόκληρος ο εαυτός του ήταν σε μια κατάσταση απόσυρσης. Το παιδί απέναντι σ’ αυτό το πρόβλημα έγινε νευρωτικό, οξύθυμο και αντιδρούσε πάντα με βίαιη επιθετικότητα.

Η αστάθεια, θα λέγαμε ακόμη, των οικογενειακών σχέσεων ή το μίσος που υπάρχει ανάμεσα στους δύο συζύγους μπορεί να προβάλλεται πάνω στο παιδί, να δέχεται αυτό την εχθρότητα και την καχυποψία, να διογκώνεται η ανασφάλεια του και να καταφεύγει σε βίαιες συμπεριφορές, σαν άμυνα στις εξωτερικές απειλές.

Η έλλειψη επίσης αγάπης και κατανόησης ανάμεσα στους γονείς, δημιουργεί στο παιδί προβληματικές συμπεριφορές με τη μορφή αντιδράσεων, είτε όταν εκφράζεται με σπασμωδικές εκδηλώσεις, είτε με απόπειρες του ενός γονιού ή του άλλου ν’ αναπληρώσει στο παιδί την αγάπη που δείχνει σ’ αυτόν.

Είναι συνηθισμένο στ’ αταίριαστα ζευγάρια να τα βάζουν με το παιδί, χρησιμοποιώντας το σαν μέσο να διοχετεύσουν το συναισθηματικό τους περίσσευμα που είναι ασυνείδητου τύπου. Το συναίσθημα αυτό στην ουσία δεν ανήκει πραγματικά στο παιδί. Είναι μια προσπάθεια αυτοϊκανοποίησης της ανάγκης των γονέων. Κάθε φορά που φτιάχνουμε μια σχέση με το παιδί πάνω σ’ οποιαδήποτε άλλη βάση από τη δική του ατομικότητα, είναι σαν να βιάζουμε κάτι στην ψυχή του.

Τελειώνοντας, νομίζω, ότι αξίζει να επισημάνουμε το γεγονός των κινήτρων που προσδιορίζουν τη συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Δύο παιδιά π.χ τσακώνονται. Το ένα γιατί θέλει πολύ ν’ αποχτήσει κάποιο αντικείμενο και το άλλο γιατί είναι δικό του και δεν θέλει να το δώσει.

Δύο παιδιά, άλλο παράδειγμα, λένε ψέματα. Το ένα μπορεί να ελπίζει πως θ’ αποκτήσει έτσι κάτι που επιθυμεί, το άλλο μπορεί να μας παρουσιάζει μια φαντασίωση που μπορεί να έχει γι’ αυτό πολύ συγκεκριμένη αξία και μια πραγματικότητα μεγαλύτερη από την αντικειμενική.

Ένα παιδί, ακόμη, μπορεί να δείχνει ισχυρογνωμοσύνη (πείσμα) από μια εσωτερική ανάγκη που το κάνει να μη δέχεται τίποτα μέχρι ν’ αποδειχτεί η αξία του, ή είναι ένας τρόπος επιβεβαίωσης του εαυτού του, ή μια έκφραση της επιθυμίας επιβολής.

Όσο ακολουθούμε τα κίνητρα όλο και πιο βαθειά, διαπιστώνουμε πως ακόμα και τα μικρά παιδιά αντιδρούν σύμφωνα με εσωτερικούς νόμους πολύ διαφορετικούς από τους δικούς μας.

Ο στόχος μας είναι η κατανόηση όσο είναι ανθρώπινα δυνατό και η αποδοχή των διαφόρων που υπάρχουν ανάμεσα στη δική τους και στη δική μας ζωή. Μέχρι να φτάσουμε ως εκεί, το παιδί είναι στο έλεος της ψυχολογίας, κάθε ενήλικα όχι σύμφωνα με τους δικούς του νόμους, αλλά σύμφωνα με τις προσδοκίες του ενήλικα.

Όσο δε πιο στενός είναι ο δεσμός του παιδιού με το γονιό, τόσο πιο πολύ διαμορφώνεται το παιδί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του γονιού συνειδητές και ασυνείδητες που το κάνει να αντιδρά όπως του ζητιέται και όχι όπως ταιριάζει στο τύπο του.

Δημήτρης Μπούκουρας

Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής