Φοβίες

Οι φοβίες είναι συνδεδεμένες με μια δειλία ανεξήγητη και αδικαιολόγητη απέναντι σε αντικείμενα, σε έμψυχα ή σε καταστάσεις.

Αναγνωρίζει το παράλογο, αλλά δεν μπορεί να απαλλαγή από την κυριαρχία της επανάληψης, σαν συνέπεια έχουμε μια αναστολή στο πεδίο της δράσης, της πράξης και συχνά ακόμη της παράστασης. Ο Φρόυντ λέει ότι οι φοβίες δεν πρέπει να θεωρούνται ως σύνδρομα που ανήκουν σε κάποια απ’ τις νευρώσεις αλλά δεν μπορούμε επίσης να τις ταξινομούν με ανεξάρτητη παθολογική εξέλιξη είναι συχνές στα παιδιά σε τέτοιο σημείο ώστε να λέγεται ότι η φοβία είναι φυσιολογική νεύρωση της παιδικής ηλικίας. Είναι βέβαιο ότι ο φόβος κάποιου αντικειμένου ή μιας κατάστασης συναντάται συχνά κατά την παιδική ηλικία. Όμως είναι σκόπιμο να κάνουμε ένα διαχωρισμό μεταξύ φοβίας, άγχους και τρόμου. Το διάχυτο άγχος δεν αναφέρεται ούτε σ’ ένα αντικείμενο ούτε σε μια δεδομένη κατάσταση. Ο τρόμος (φαινόμενο που συνδέεται με πραγματικές καταστάσεις ή βρίσκεται σε σχέση με παιδαγωγικές εξελίξεις) απ’ αυτά στην αντίληψη ενός πραγματικού κινδύνου, σε δεδομένες καταστάσεις ή στην πρόβλεψη ενός πιθανού κινδύνου που έρχεται.

Είναι φανερό ότι η φοβία είναι κάτι διαφορετικό ανάλογα αν το θεωρούμε σαν μία αντίδραση ρυθμιζόμενου φόβου ή σαν τη μετάθεση φόβου ενός αντικειμένου ή μίας ειδικής κατάστασης προς μια άλλη κατάσταση πιο ανώδυνη για το εγώ. Δηλαδή σαν μία άμυνα απέναντι σε μία αναζωπύρωση ενός παλιού άγχους. Σ’ αυτή την περίπτωση το φοβικό αντικείμενο έχει μια υποκατάστατο αξία, δεν είναι παρά το συμβολικό μασκαρέματος αυτού που αντικαθιστά. Ας δούμε όμως τις φοβικές εκδηλώσεις περιγραφικά.

1η Φοβία μιας εξωτερικής ενέργειας από μεμονωμένα στοιχεία δηλ. μη αναμενόμενες κινήσεις, χαμήλωμα των φώτων, χάσιμο κάποιου στηρίγματος, παράξενοι δυνατοί θόρυβοι μη αναμενόμενοι, σκοτάδι κ.λπ.

2Η Φοβία φυσιολογικών στοιχείων για τα οποία ταυτόχρονα νοιώθουμε έλξη και δειλία φωτιά, σιωπή, σύννεφα κ.λπ.

3η Φοβία μεγάλων ή μικρών ζώων, σκυλιά, άλογα, γάτες, άγρια ζώα κ.λπ. Ζώη που δαγκώνουν, τρώνε, είναι άσκημα κ’ βρώμικα.

3η Φοβία γνωστών προσώπων, εκτός κάθε πραγματικότητας γιατρός, οδοντίατρος κ.λπ.

4η Φοβία εξωπραγματικών προσώπων, τα οποία κρατούν μία αξία από την πραγματικότητα από το γεγονός ότι έχουν περιγραφεί σαν επικίνδυνοι και έχουν παρουσιαστεί σαν υπερφυσικές καταστάσεις: φαντάσματα, μάγισσες, νεράιδες κ.λπ.

5η Φοβία μιας προσβολής σωματικής ιδιαίτερα στα μάτια.

6ος Φόβος για την βρομιά, ασθένεια ή την μετάδοσή της.

7η Φοβία να ξεσκεπαστεί από το βλέμμα του άλλου, από το γεγονός των εκδηλώσεων του, φόβος ότι κοκκινίζει, χλομιάζει κ.λπ.

8ος Φόβος ενός δυστυχήματος ενός κοντινού προσώπου ή τον θάνατό του.

9ος Φόβος του να κινδυνεύει μέσα σε κλειστούς χώρους, στο δωμάτιο, ασανσέρ, δωμάτιο με πόρτα κλειστή.

10ος Φόβος μέσα σε χώρους κακοφωτισμένους, μισοσκότεινους, μέσα στους οποίους το παιδί αισθάνεται μόνο, ξένο και μακριά από κάθε βοήθεια.

 

Χρονολογία της εμφάνισης των φοβιών

5-9 μηνών εκδηλώνει φόβους για τα ξένα πρόσωπα που εμφανίζονται εκτός της οικογένειας.

Από δύο χρονών στα παιδιά έχει παρατηρηθεί ότι έχουν ένα φόβο να μην τα δαγκώσουν, τα φάνε, ή τα καταπιούν και ότι επίσης τη νύχτα μπορούν να βλέπουν εφιάλτες με παρόμοιο περιεχόμενο. Συνήθως αυτό που φοβούνται είναι μήπως τους συμβεί από ζώα που είναι φανταστικής ή από άγνωστα πρόσωπα ή πρόσωπα παραμυθιού ή ο ξένος, ο αστυφύλακας. Μετά απ’ αυτό εμφανίζεται μια δεύτερη σειρά φόβων, η οποία περιλαμβάνει μεγάλα ζώα αλλά κατοικίδια.

Προς τα 5 χρόνια μπορεί να εμφανιστούν κλειστοφοβίες και φοβίες δωματίου, φωτός κ.λπ.

Κατά 4-5 χρόνια υπάρχει συγκεκριμένος φόβος για το ζώο λύκος.

Συμπερασματικά κατά την προσχολική ηλικία υπάρχει μια προοδευτική αύξηση φόβου για ζώα που αρχίζει απ’ αυτά που τρώνε και δαγκώνουν, λόγο αργότερα γι’ αυτά που είναι πολύ δυνατά και καταστροφικά. Και ένας μεγάλος αριθμός φόβων των παιδιών αυτής της ηλικίας συνδέεται από τραυματισμούς λόγω φωτιάς, πνιξίματος ή ατυχήματος γενικότερα.

Μεγαλώνοντας το παιδί απομακρύνει αυτούς τους φόβους στα πλαίσια ενός κινδύνου φανταστικού με άλλα λόγια δεν φοβάται κάτι το άμεσο αλλά κάτι που θα μπορούσε να του συμβεί στο μέλλον.

Προς την ηλικία των 8 χρόνων εμφανίζεται ο φόβος του θανάτου ή της ανησυχίας των 8 ετών. Μοιάζει θα λέγαμε αυτή η εποχή μ’ αυτό που θα μπορούσαμε να περιγράφουμε σαν «υπαρξιακή κρίση» πίσω από την οποία βρίσκουμε την ανησυχία του αποχωρισμού. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο κύριος φόβος είναι αυτός του θανάτου της μητέρας, στη συνέχεια ο θάνατος παραστάνετε σαν ένας χωρισμός ή περισσότερο σαν μια εγκατάλειψη και πιο αργότερα ο θάνατος προσποιείται σε μια αμφίβολη φιγούρα που θα περιέχει το αγαπημένο πρόσωπο. Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η ηλικία των 8 ετών σημειώνεται σαν μια οριακή γραμμή μεταξύ του «εγωκεντρικού παιδιού» με τις τάσεις του τις μαγικές, φανταστικές, με την σκέψη την συγκεκριμένη την προαιτιολογική, την προλογική και του παιδιού του «πρακτικού» που βλέπει τον κόσμο με λογική και αιτιολογία. Τέλος κατά την περίοδο της εφηβείας οι φόβοι και οι ανησυχίες συνδέονται με ασυμμετρίες και απροσαρμοστικότητες νοητικές και φυσικές καθώς επίσης και με την σεξουαλική δραστηριότητα. Και μια που μιλήσαμε πριν για φόβους στα ζώα θα ήθελα να προσθέσω εδώ ότι η μελέτη των ζώων που προτιμούμε ή απορρίπτουν τα παιδιά έδειξε ότι αυτά προτιμούν τα ζώα που παρουσιάζουν ανθρωπομορφικά στοιχεία και σιχαίνονται εκείνα που δεν τα έχουν. Τα μικρά παιδιά προτιμούν τα μεγαλόσωμα ζώα που ταυτίζονται με τις γονεϊκές φιγούρες, ενώ τα πιο μεγάλα επιλέγουν τα μικρά πάνω στα οποία θέλουν να κυριαρχήσουν και τα οποία γίνονται σύμβολο του παιδιού τους. Η προτίμηση ή η απόρριψη εξαρτάται από συμβολικές αξίες αλλά η απέχθεια ή ο φόβος μερικών ζώων, εξαρτάται από έμφυτους παράγοντες.

Η στάση του παιδιού και φοβική συμπεριφορά του συνδέονται. Δηλαδή όταν το παιδί βρίσκεται αντίκρυ σε φοβογενετικό αντικείμενο, μπορεί να παρουσιάσει αληθινές αντιδράσεις φόβου με λειτουργικές διαταραχές οργανικές η μπορεί να παρουσιάσει μηχανισμούς αποφυγής με τους οποίους προσπαθεί να αγνοήσει το φοβικό αντικείμενο. Εάν δεν μπορέσει τότε αντιδρά πανικόβλητα με φυγή η οποία έχει σαν συνέπεια να του εντείνει την ανησυχία του όπως επίσης να αύξηση την προσκόλληση του στο φοβικό αντικείμενο που θα διαχέεται και σε αντικείμενα παρόμοια. Καμιά φορά προσπαθώντας να ξεπεράσει το φόβο του αντικειμένου, δοκιμάζει δυνατό άγχος που μπορεί να χει σαν συνέπεια την εμφάνιση ενός αισθήματος αδυναμίας ή μιας κατάθλιψης.

Στην αναζήτηση ενός αντιφοβικού αντικειμένου (πρόσωπο, κατάσταση, αντικείμενο) μπορεί να φαίνεται σαν μια λύση που όμως συνήθως είναι προσωρινή επειδή αντίκρισε μια καινούργια φοβική κατάσταση το αντιφοβικό πρόσωπο ή η κατάσταση ή αντικείμενο γίνεται αυτό το ίδιο αιτία σύγκρουσης αφού δεν το εξασφαλίζει πλέον. Γιατί σ’ αυτή την περίπτωση το παιδί κινδυνεύει να βρεθεί σε σύγκρουση με τους φόβους του και το φοβογενετικό αντικείμενο όταν π.χ. είναι ο πατέρας, που τη μία μπορεί να είναι η αιτία και την άλλη το αντίδοτο της φοβίας.

Συχνά, η φοβία περνάει απαρατήρητη από το παιδί καμουφλάροντας την λέγοντας δεν φοβάμαι τίποτα ή υποτιμώντας την αξία του φοβικού αντικειμένου λέγοντας ότι φαντάσματα, μάγισσες, νεράιδες δεν υπάρχουν.

Συμπερασματικά εκείνο που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι οι φοβίες είναι φαινομενικά συνεχή, παρ’ όλο που δεν μπορεί να υπάρχουν εφήμερες φοβικές συμπεριφορές στην πραγματικότητα υπάρχουν καμουφλαρισμένες κάτω από διάφορα σύνδρομα: όπως συμπεριφορά αποτυχίας, κατάσταση ημερήσιας υπερδραστηριότητας η απογευματινή κυρίως αυτής, η κατάσταση αναστολών κυρίως κατά τη σχολική περίοδο, οι καταθλιπτικές αντιδράσεις.

Εξέλιξη και θεραπεία

Από άποψη εξέλιξης γνωρίζουμε ότι οι περισσότερες φοβίες θεραπεύονται αυθόρμητα με την εξέλιξη του παιδιού, είτε από το γεγονός ότι βοηθάει η κλίκα ώστε οι παρορμητικές εκφορτίσεις να μπορούν να εκφράζονται πιο εύκολα επειδή κατά την διάρκεια της ωρίμανσης του παιδιού βρίσκετε αντίκρυ στη μιας κάποιας πραγματικότητας που γι’ αυτόν ήταν αμφίβολη. Η αξιολόγηση ενός συμπτώματος τόσο συχνά όσο η φοβία εξαρτάται από μερικές στάσεις συνδεόμενες με την οικογενειακή καταπίεση απέναντι στην εμφάνιση κάποιας φοβίας εκείνο που πρέπει να ξέρουμε είναι ότι πολλές φορές οι φοβίες προηγούνται της εμφάνισης μιας σοβαρής νεύρωσης ή είναι το σημάδι μιας παιδικής ψύχωσης.

Από πλευράς θεραπευτικής χρειάζεται να επέμβουμε στο οικογενειακό περιβάλλον καθώς επίσης και στο εκπαιδευτικό για να κατανοήσουν ότι πίσω από την νευρικότητα, την τεμπελιά και τα καπρίτσια του παιδιού, βρίσκεται κάποια φοβία που χρειάζεται ιδιαίτερη αντιμετώπιση.

Εδώ πρέπει να τονίσω ότι μια κατάσταση κατανόησης μπορεί να εμποδίσει μια φοβία να εξελιχτεί καταστροφικά. Αναμφισβήτητα χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ψυχοθεραπευτικά, ώστε το παιδί να μπορέσει να εκφράσει τις ορμές του. Χωρίς φόβους μέσα σε μία θετική σχέση μεταβίβασης ώστε να μπορέσει ο αναλυτής εξερχόμενος από την ουδετερότητα του να ζητήσει από το παιδί να νικάει το φόβου του.

Δημήτρης Μπούκουρας 

Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής