Προβλήματα συμπεριφοράς εφήβων στην οικογένεια και στο σχολείο

Η συμπεριφορά είναι ακατανόητη επειδή χαρακτηρίζεται από συχνές διακυμάνσεις και αλλαγές χωρίς να έχουν καμιά φαινομενικά λογική εξήγηση. Έτσι, οι γονείς καταλήγουν σε διάφορα συμπεράσματα και θεωρούν τη συμπεριφορά των εφήβων σαν επαναστατική ή οτιδήποτε άλλο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συγκρούσεις ή αδιέξοδα.

Αν αναζητήσουμε τα αίτια αυτής της δυσαρμονίας που περιπλέκει και κάνει δύσκολη τη σχέση γονέων και εφήβων, θα ξεχωρίσουμε μεταξύ αυτών τα δύο κυριότερα, που είναι από τη μια μεριά το γεγονός ότι οι γονείς δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι ή δεν έχουν τις επαρκείς γνώσεις για να αντιμετωπίσουν την κρίσιμη αυτή φάση της εφηβείας και από την άλλη δεν γνωρίζουν καλά τον εαυτό τους και επηρεάζονται από τα προσωπικά τους προβλήματα που δεν τους επιτρέπουν να βοηθήσουν ουσιαστικά τα παιδιά τους. Είναι φυσικό, λοιπόν, να μας απασχολήσουν αυτές οι δυο αιτίες που έχουν σχέση αφ’ ενός μεν με την ψυχολογία που διακρίνει, την κρίσιμη αυτή ηλικία των νέων, αφ’ ετέρου δε με την ψυχολογία των ίδιων των γονέων.

Όσον αφορά, λοιπόν, την περίοδο της εφηβείας, ένα από τα κύρια στοιχεία που χαρακτηρίζουν την είσοδο του παιδιού σ’ αυτήν είναι η άρνηση. Εννοούμε δηλαδή την συμπεριφορά εκείνη που δείχνει ότι το παιδί δεν θέλει να είναι πια το καλό και υπάκουο, επειδή με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να επιβάλει την προσωπικότητα του στο περιβάλλον του. [Το φαινόμενο αυτό θα το συναντήσουμε μέχρι τα 17 χρόνια και μετά τα 20.] Οπωσδήποτε το τέλος μιας κρίσης, μιας άρνησης σημαίνει ότι ο έφηβος αναλαμβάνει τις ευθύνες του και ακολουθεί κανονικά το δρόμο του. Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τον έφηβο είναι η ανεξαρτητοποίηση. Αναζητώντας την αυτοτέλεια του εαυτού του αντιδρά σε κάθε τάση προστασίας, κηδεμονίας, συμβουλευτικής από μέρους των γονέων του. Η τάση αυτή για ανεξαρτητοποίηση δεν σημαίνει απαραίτητα και αποξένωση από τους γονείς. Ο έφηβος στην ουσία χρειάζεται τους γονείς του και εδώ ακριβώς μπερδεύονται οι καταστάσεις και ένας κακός χειρισμός του θέματος από τους γονείς μπορεί να σταματήσει κάθε προσπάθεια διαλόγου με τα παιδιά τους.

Μαζί με αυτά τα στοιχεία που προανέφερα συνοδεύεται και η τάση για απομόνωση. Στην περίπτωση αυτή δεν βλέπουμε τις εκδηλώσεις εξωστρέφειας της παιδικής ηλικίας, αλλά την τάση του εφήβου να βρει τη γωνιά του, να μιλήσει με τον εαυτό του, να τον γνωρίσει, να οργανώσει τη φιλοσοφία του. Αυτό δε σημαίνει ότι εκδηλώνει αδιαφορία για τον εξωτερικό του κόσμο, αλλά κλείνεται περισσότερο στον εαυτό του για να διαμορφώσει την προσωπικότητα του.
Δεν παραλείπεται βέβαια ακόμα, το γνώρισμα της υπερευαισθησίας, της ευθιξίας. Δηλαδή, τόσο στα κορίτσια, όσο και στα αγόρια παρατηρούμε να θίγονται με το παραμικρό, να προσβάλλονται. Σχετικό με αυτό το στοιχείο είναι και η δειλία που παρουσιάζουν πολλές φορές οι έφηβοι, η συστολή, η απροθυμία που δείχνουν στις σχέσεις τους με τους άλλους.

Ακόμα ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την έναρξη της εφηβείας είναι η ισχυρογνωμοσύνη, το πείσμα, κάτι που εξασφαλίζει μια ψυχική ισορροπία στον έφηβο. Πάντα κάνει αυτό που θέλει και δεν αλλάζει τις συνήθειες του.
Τέλος ο έφηβος στην προσπάθεια του να δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο, χαρακτηρίζεται από μια διάθεση ρομαντισμού, που αποτελεί και αυτός ένα σπουδαίο στοιχείο της εφηβείας. Η τάση για ωραιοποίηση μιας κατάστασης μέσα από τα ιδανικά του ωραίου, του δίκαιου, του έντιμου, αποτελεί για τον έφηβο πολλές φορές ανασταλτικό παράγοντα για τη ζωή, γιατί τον κάνει αντιρεαλιστικό. Είναι βέβαια, μια τάση που χαρακτηρίζει τους νέους της εφηβείας και που πρέπει να τη δούμε από νωρίς και να την αντιμετωπίσουμε σωστά.

Εκείνο που πρέπει όμως να επισημάνουμε είναι ότι σε αυτό το ξέσπασμα που λέγεται εφηβεία επιδρούν ορισμένοι παράγοντες που την διαμορφώνουν. Ένας σοβαρός παράγοντας που διαμορφώνει την εφηβεία είναι άλλωστε, το περιβάλλον του παιδιού και κυρίως οι γονείς που επηρεάζουν την εξέλιξη της προσωπικότητας του παιδιού. Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε και άλλη μια κατηγορία που είναι τα βιώματα της παιδικής ζωής του εφήβου.
Στην περίπτωση αυτή, τα βιώματα αυτά έχουν σχέση με τους γονείς και τα αδέρφια. Δηλαδή, η σειρά που έχει ένα παιδί μέσα στην οικογένεια μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του και εν γένει την προσωπικότητα του. Από τους γονείς εξαρτάται να καθορίσουν τι είδους ατμόσφαιρα θα επικρατεί στο σπίτι. Όλες αυτές οι εμπειρίες βγαίνουν στην επιφάνεια κατά την περίοδο, για το λόγο ότι κατά τη διάρκεια της αναμοχλεύεται όλος ο ψυχισμός του παιδιού, βγάζει τα ψυχολογικά και βιολογικά του βιώματα και δοκιμάζεται με αποτέλεσμα να αντιδρά και να επαναστατεί. 

Τέλος, μια τρίτη κατηγορία αποτελεί ο τύπος των γονέων. Αυτό σημαίνει ότι πολλοί γονείς ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς όπως είναι οι αγχώδεις, οι υπερπροστατευτικοί, οι ανήσυχοι, οι φιλόδοξοι και απαιτητικοί. Ο κάθε ένας τύπος από όλες αυτές τις συμπεριφορές κουράζει τα παιδιά, δε τ’ αφήνει ν’ ανασάνουν και ζητούν συνεχώς ν’ απαλλαγούν από αυτές. Το γεγονός ότι υπάρχει τούτο το φαινόμενο δεν σημαίνει ότι μπορούν οι γονείς να αλλάξουν, αλλά θα μπορέσουν αφού γνωρίσουν τον εαυτό τους, να συνειδητοποιήσουν τις αδυναμίες τους, να τις ελέγξουν και να τις κυριαρχήσουν.

Στην αντίθετη περίπτωση, όπως είπαμε και προηγουμένως, οι συγκρούσεις και το αδιέξοδο είναι αναμενόμενες και αναπόφευκτες. Μας ενδιαφέρει όμως να δούμε ποια είναι η στάση των εφήβων απέναντι στους γονείς τους. 
Με λίγα λόγια, ο έφηβος έχει μια τάση να αποκολληθεί από το οικογενειακό περιβάλλον, να αντιταχθεί στην εξουσία των γονέων του. Είναι σίγουρο όμως ότι η στάση των εφήβων απέναντι στους γονείς διαφοροποιείται, ανάλογα με την προσωπικότητα των γονέων, τις μεταξύ τους σχέσεις, το φιλικό του περιβάλλον.

Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να μας ενοχλήσει μια απορριπτική στάση των εφήβων προς τους γονείς τους, όταν αρχίζουν σιγά-σιγά να μην τους παραδέχονται, να μειώνουν την εκτίμηση ή τον θαυμασμό του γι’ αυτούς. Ή ακόμα όταν ειρωνεύονται κάποιο ελάττωμα των γονέων τους θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε. Μια τελευταία στάση που βλέπουμε, είναι η επαναστατική εναντίον των γονέων τους. Που οδηγεί στην ανεξαρτητοποίηση τους. Δεν θα πρέπει ακόμα να παραλείψουμε να πούμε ότι κατά τη διάρκεια της εφηβείας ξετυλίγεται όλη η προσωπικότητα των γονέων, γίνονται ανακατατάξεις στο ζευγάρι που οδηγούν σε νέους προσανατολισμούς.

Αλλά ας δούμε ποιες είναι οι διαπιστώσεις των εφήβων γύρω από την συμπεριφορά των γονέων τους.
Κατά κύριο λόγο, πιστεύουν ότι γονείς τους δεν δείχνουν κατανόηση, δεν κάνουν διάλογο. Δεν δείχνουν ακόμα εμπιστοσύνη σε αυτούς, δεν εκτιμούν την προσωπικότητα τους, πράγμα που το βλέπουμε συχνά στην περίπτωση που ο έφηβος έρχεται να αποφασίσει τι επάγγελμα θα διαλέξει. Τότε πολλοί γονείς επεμβαίνουν προκλητικά, θέλοντας να πείσουν επιβάλλοντας την δική τους επιθυμία.

Έτσι, φτάνουν οι έφηβοι στη διαπίστωση ότι στο σπίτι τους επικρατεί δικτατορικό καθεστώς. Οι γονείς τους με έναν δήθεν υποτιθέμενο διάλογο κάνουν ότι θέλουν και όπως το θέλουν. Από την άλλη πλευρά, μια βασανιστικά υπερβολική αγάπη γίνεται κουραστική και καταπιέζει τους εφήβους. Δεν μπορούμε, βέβαια, να αρνηθούμε το γεγονός ότι είναι φυσικό να φροντίζεις τους ανθρώπους που αγαπάς, να ενδιαφέρεσαι γι’ αυτούς, να προφυλάσσεις από τους κινδύνους. Εκείνο όμως που καταλήγει βασανιστικό είναι να προβάλλουμε διαρκώς αυτούς τους κινδύνους, οχυρωμένοι πίσω από την γονεϊκή μας υπερπροστατευτική αγάπη.

Και αυτό βέβαια, δεν περνά απαρατήρητο και ανώδυνα από την εφηβική ηλικία. Η παθητικότητα, η έλλειψη πρωτοβουλιών, η δειλία των κοινωνικών επαφών, η συναισθηματική ανωριμότητα ώστε να φοβάται την είσοδο του στην ενήλικο ζωή, είναι μερικές από τις επιπτώσεις. Ακόμα, πολλοί έφηβοι επαναστατούν στην πατρική επιρροή για να προσπαθήσουν να αποκτήσουν με οποιοδήποτε μέσο την προσωπικότητα τους. Εδώ, παρατηρούμε επιθετικά ξεσπάσματα και θυμούς ενάντια στην οικογένεια.

Όπως καταλαβαίνεται, όλες αυτές οι καταστάσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στον έφηβο και στους γονείς επιδρούν αρνητικά στο να ωριμάσουν ψυχολογικά οι έφηβοι και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. 

Η ψυχολογική ωρίμανση του εφήβου είναι μια μετατροπή της συναισθηματικής και πνευματικής ζωής του, που είναι απαραίτητη για την προσαρμογή του στην κοινωνία και την προσάρτηση του στην αυτονομία του. Και στη φάση αυτή, ακριβώς, ο έφηβος αναζητεί την επιβεβαίωση για τον εαυτό του, αυτή που θα του επιτρέψει να εδραιώσει την αυτοπεποίθηση και αυτονομία του. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη διάρκεια της εφηβείας παρατηρούμε μια τάση των νέων για ταχύτερη ενηλικίωση. Οι έφηβοι πιστεύουν ότι με το να βιαστούν να μεγαλώσουν κερδίζουν την ελευθερία. Έχουν την ψευδαίσθηση ότι ένας μεγάλος μπορεί να κάνει οτιδήποτε. Και εδώ ακριβώς, πρέπει οι γονείς να ξεκαθαρίσουν αυτήν την έννοια στο παιδί τους και να το πληροφορήσουν για το ποιες δεσμεύσεις υπάρχουν και ποιες θα διαλέξει στο πρόγραμμα της ζωής του.

Μέχρι τώρα, αναφερθήκαμε σε οτιδήποτε έχει σχέση με τον έφηβο και τη συμπεριφορά του, τους γονείς και τη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης τις επιδράσεις που έχουν στις μεταξύ τους σχέσεις. Προκειμένου, όμως, να δούμε πως συμπεριφέρεται ή τι συνέπειες μπορεί να έχει η συνεχής μετατροπή της συναισθηματικής κατάστασης που χαρακτηρίζει τον έφηβο, στις σχέσεις του με το σχολείο είναι σκόπιμο να εξετάσουμε και την πνευματική του κατάσταση, δηλαδή, τη νοημοσύνη του. Ο όρος νοημοσύνη ή ευφυΐα για τους πολλούς, θέλει να υπογραμμίσει κατ’ αρχήν μια κατηγορία ενεργειών που δεν είναι ούτε αυτόματες, ούτε ενστικτώδεις. Ταυτόχρονα προσδιορίζει την ικανότητα του ατόμου να μαθαίνει, να κατανοεί, να αιτιολογεί και να βρίσκει καινούργιες λύσεις.

Στην περίπτωση, τώρα, του εφήβου παρατηρούμε ότι η νοημοσύνη ολοκληρώνεται κυρίως στα 15-16 χρόνια του. Στη συνέχεια δεν παρατηρούμε περισσότερη νοημοσύνη, αλλά ίσως πιο πλούσια , πιο απλωμένη σε περισσότερους τομείς. Η μνήμη του κάπως υποχωρεί, η κρίση του γίνεται περισσότερο υποκειμενική και η φαντασία του κυριαρχεί σαν μια κύρια πνευματική ιδιότητα. Εκείνο, όμως, που έχει σημασία είναι να δούμε με όλα αυτά τα στοιχεία, ποια είναι η επίδοση τους στο σχολείο. Ως προς τα μαθήματα, οι έφηβοι συνήθως δεν παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον για μελέτη. Δεν συγκεντρώνονται εύκολα, η βαθμολογία τους είναι χαμηλή ,ενώ επιδίδονται συνεχώς στο εξωσχολικό διάβασμα. Και αυτό το φαινόμενο, βέβαια, εντάσσεται στη γενικότερη κρίση της εφηβείας.

Και σε αυτήν την περίπτωση, πολλοί γονείς δεν έχουν την διάθεση να κατανοήσουν αυτήν την κατάσταση, να προσαρμοστούν και να υιοθετήσουν έναν άλλο τρόπο σκέψης. Εννοούμε, δηλαδή, καταστάσεις που γονείς επιμένουν αυταρχικά στα παιδιά τους να φέρνουν στο σπίτι καλούς βαθμούς και τους ίδιους κάθε χρόνο. Ή ακόμα οι περιορισμοί που θέτουν για το ωράριο επιστροφής στο σπίτι το βράδυ, με την πρόφαση ότι δεν έχει διαβάσει.

Πολλές φορές, η χαμηλή επίδοση των εφήβων στο σχολείο δεν είναι απόρροια μόνο της κρίσης της ηλικίας τους αλλά και άλλων παραγόντων που προϋπήρχαν ή δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτή όπως π.χ. ένας θάνατος κάποιου εκ των δυο γονιών, ένα διαζύγιο, η απομάκρυνση του πατέρα που ταξιδεύει, ή μια αρρώστια κ.α.. Εξ’ άλλου, η έφεση που παρουσιάζουν στο εξωσχολικό διάβασμα πηγάζει από το γεγονός των προβληματισμών των νέων αυτής της ηλικίας, των πνευματικών τους αναζητήσεων. Με στόχο να βρούνε λύσεις στα προβλήματα που τους βασανίζουν. Είναι αναγκαίο να δούμε ακόμα ότι ο σχολικός χώρος είναι και εκείνος που με τη σειρά του θα βοηθήσει την κοινωνικοποίηση του εφήβου, την ένταξη του σε ομάδες.

Θα μας απασχολήσει για λίγο το φαινόμενο της φιλίας, το τόσο διάχυτο μέσα στο σχολείο. Βέβαια, οι συναισθηματικές του εκδηλώσεις έχουν μεταβληθεί από εκείνες της σχολικής ηλικίας, με συνέπεια να μην παρατηρούμε την εξωστρέφεια της παιδικής ηλικίας, αλλά την ενδοστρέφεια και την αποκλειστικότητα. Οι έφηβοι διαλέγουν συχνά μια φιλία και αφοσιώνονται σε αυτήν (πρότυπα-μιμητισμός). Αχνά εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα αγάπης με την πιο πλατιά έννοια. Οι φιλίες μπορεί να κατευθύνονται και προς τα δυο φύλα. Όσον αφορά τώρα την αγάπη προς τους ετερόφυλους πρέπει να τονίσουμε ότι εδώ επικρατεί το σεξουαλικό στοιχείο καθώς και μια ανάγκη για συγκίνηση, για τρυφερότητα. Στη μικρότερη ηλικία οι έφηβοι έχουν περισσότερη ανάγκη για τρυφερότητα, όσο, όμως μεγαλώνουν το σεξ γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος τους. Έτσι κάπως διαφοροποιούνται τα στοιχεία που συγκροτούν τη φιλία για να βρουν αργότερα την ισορροπία τους. 

Μετά τα 15 του χρόνια ο έφηβος δεν ικανοποιείται πια με την αποκλειστικότητα στη φιλία, είτε την ομόφυλη, είτε την ετερόφυλη. Αρχίζει να ανοίγεται και προς την ομάδα, αισθάνεται δηλαδή την ανάγκη μιας πλατύτερης επαφής. Και αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι μέσα στην ομάδα αισθάνεται ασφάλεια, την κατανόηση εκείνη που θέλει και την πιθανότητα να χρησιμοποιήσει τις αδυναμίες και την επαναστατικότητα του μέσα σε μια κοινή δράση με τους άλλους, χωρίς να νοιάζεται για λάθη αφού αυτά μειώνονται σε σημασία, διότι και οι ευθύνες μοιράζονται σε πολλούς και παράλληλα η συλλογική ηθική της ομάδας είναι λιγότερο αυστηρή, επιδρά με αυτόν τον τρόπο την ατομική του ηθική και ελαφρύνει έτσι τις ενοχές του εφήβου. 

Στο χώρο, λοιπόν, του σχολείου είναι που συναντιόνται και σχηματίζονται οι ομάδες, δημιουργούνται φιλίες και δοκιμάζονται οι σχέσεις. Όλα αυτά, δεν είναι ανάγκη να το τονίσουμε, εξαρτώνται από τον τρόπο που τους αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί, τόσο από πλευράς κατανόησης (που σημαίνει γνώση των προβλημάτων τους), όσο και από τη δική τους προσωπικότητα που εκδηλώνεται μέσα στο σχολείο.

Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα άλλο στοιχείο που ξεπηδάει μέσα από τη ζωή του εφήβου τόσο στην οικογένεια όσο και στο σχολείο, και αυτό αφορά τον επαγγελματικό προσανατολισμό. Δηλαδή, όλες εκείνες τις διαδικασίες που απαιτούνται μέσα σε ένα σύστημα πληροφόρησης και που θα βοηθήσουν τον έφηβο να διαλέξει ένα επάγγελμα σύμφωνα με την δική του προσωπικότητα, τον χαρακτήρα, τις κλίσεις του και τα ενδιαφέροντα του. Και σε αυτή την προσπάθεια καλούνται να αναλάβουν το ρόλο τους εκτός από τον ίδιο τον έφηβο και οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί και αβίαστα να αξιοποιήσουν το υλικό της προσωπικότητας του νέου και να τον προσανατολίσουν σε σωστές κατευθύνσεις.
Ύστερα από όλα όσα είπαμε, γίνεται φανερό ότι κατά τη διάρκεια της εφηβείας, αυτού του τινάγματος της ηλικίας, της ωρίμανσης αν θέλετε, διάφορες καταστάσεις μπορούν να δυσκολέψουν, όπως άλλωστε είδαμε, την φυσιολογική εξέλιξη της και αυτές είναι κυρίως οι μη ευνοϊκές οικογενειακές συνθήκες που κάνουν τα πράγματα πιο δύσκολα όταν συνοδεύονται από μη ευνοϊκές κοινωνικές συνθήκες.

Έτσι, λοιπόν, μέσα στις ακατάλληλες ή δυσμενείς για την ωρίμανση του εφήβου, οικογενειακές καταστάσεις θα ξεχωρίσουμε συμπερασματικά τις συναισθηματικές στερήσεις οι οποίες είναι αποτέλεσμα της έλλειψης επικοινωνίας που συμβαίνει όταν το ενδιαφέρον, η αγάπη και η σιγουριά μέσα στην οικογένεια αντικαθίσταται από τους καθημερινούς καυγάδες, εγωισμούς και αυταρχικότητα χωρίς όρια.

Ενώ συμβαίνει πολλές φορές οι κοινωνικές μη ευνοϊκές συνθήκες να χαρακτηρίζονται από δύσκολες οικονομικές περιόδους που προκαλούν ανεργία με συνέπεια να γενικεύεται ένα αίσθημα ανασφάλειας στους περισσότερους, από πολιτικές αναταραχές, κινδύνους πολέμου, ή από αυταρχικές τάσεις καθεστώτων.

Για να ολοκληρώσω, θα σας εκθέσω μια σκέψη μου που αφορά νομίζω όλους μας. Πρέπει να πείσουμε (τους εφήβους, αλλά και πολλοί από μας) τους εαυτούς μας πώς μέσα μας κρύβονται ανθρώπινες αξίες που κάτω από τις συνθήκες που επισημάναμε μπορεί να μην επιτρέψουν την εμφάνιση τους ποτέ.

Είναι εύκολο όμως να το αποφύγουμε όταν ξέρουμε ότι μόνο σωστά ενημερωμένοι γονείς μπορούν να προσφέρουν σωστή βοήθεια και γνώσεις στα παιδιά τους (στο νέο αυτής της προβληματικής ηλικίας), διότι γνώση σημαίνει βεβαιότητα, και βεβαιότητα χρειάζεται κάθε νέος άνθρωπος όταν αρχίζει τον αγώνα του με τον κόσμο τον ενηλίκων.                                                    
Δημήτρης Μπούκουρας
Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής