Άγχος & φοβίες

Το άγχος 

Κάθε νεύρωση, στην οποία εντάσσεται και το άγχος έχει προέλευση συγκρουσιακή, κάτω από την πίεση μιας και μόνο “κατάστασης”, δηλαδή του ίδιου του άγχους.

Το άγχος στις πιο καθαρές – τυπικές μορφές του είναι μια συγκινησιακή- συνειδησιακή κατάσταση, στην οποία το άτομο ζει με μια σωματική αναταραχή,(ταχυπαλμία, εφίδρωση, ιδρώτας, αίσθημα λιποθυμίας, δύσπνοια κ.λ.π), μια απειλή ή ένα κίνδυνο που τον συλλαμβάνει στη σκέψη του σαν άμεσο και αναπόφευκτο. Αυτή όμως η κατάσταση είναι λιγότερο ή περισσότερο κοινή για όλους τους ανθρώπους.

Το παθολογικό- νευρωτικό όμως άγχος είναι αποτέλεσμα διαταραχής της συνείδησης. Αυτό φανερώνεται από το γεγονός ότι είναι “ενδογενής” κατάσταση και όχι αντιδραστικό φαινόμενο, φανταστικό και όχι πραγματικό, ότι είναι φτιαχτό και τεχνητό από την αρχή, είναι υποκειμενικό βίωμα μιας πιθανής, δυνατής κατάστασης, που ενώ λογικά – νοητικά τοποθετείται, κάπου στο μέλλον, όμως το άτομο τη ζει σαν ένα γεγονός υπαρκτό που ξετυλίγεται στην επικαιρότητα αυτής εδώ της τωρινής στιγμής.

Έτσι, λοιπόν, το άγχος εμφανίζεται με δύο μορφές: ή σαν κρίση άγχους που δεν είναι παρά αποτέλεσμα μιας απλής διαταραχής ή σαν παθολογική – αγχώδης προσωπικότητας. Συνήθως το άγχος πρέπει να θεωρηθεί σαv νοσηρό σύμπτωμα (δηλαδή ο χρόνιος συμβιβασμός παθολογικού τύπου μεταξύ υποσυνειδήτου και Εγώ), έστω κι αν οι πολλαπλές, πολιτικές, οικονομικές, επαγγελματικές κρίσεις του σημερινού κόσμου συνηθίζουν όλους τους ανθρώπους σ’ αυτό το συναίσθημα.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το άγχος είναι συναίσθημα συγγενικό με το φόβο, που όμως συναισθηματική αντίδραση, απόλυτα φυσιολογική απέναντι σε κάποιον εξωτερικό και συγκεκριμένο κίνδυνο και χρησιμεύει σαν κουδούνι κινδύνου του οργανισμού που μπορεί να τον αντιμετωπίσει με πάλη ή με φυγή. Διαρκεί όσο υπάρχει το φοβικό αντικείμενο.

Ας δούμε όμως ποιες θεωρούνται σαν πηγές του παθολογικού άγχους:
    1.Απειλές αποχωρισμού (απογαλακτισμός, εξαφάνιση, θάνατος κ.τ.λ).
    2.Απειλές ευνουχισμού (κίνδυνοι σωματικής ακεραιότητας, ανασφάλειας κ.τ.λ)

Συμπέρασμα, θα λέγαμε ότι το άγχος μαζί με το φόβο, την ενοχή, την αποστροφή την ντροπή αποτελεί το σύμπτωμα, αλλά και το υποσυνείδητο κίνητρο που συντηρεί και τροφοδοτεί τη νευρωτική σύγκρουση.

Σχηματικά, λοιπόν, έχουμε:
  • Το φοβικό αντικείμενο είναι άγνωστο και απροσδιόριστο στο άγχος ενώ είναι γνωστό και συγκεκριμένο στο φόβο.
  • Η προέλευση της απειλής βρίσκεται στον εσωτερικό κόσμο στο φόβο.
  • Το αγχώδες άτομο περιγράφει αόριστα την αιτία του άγχους του, ενώ το φοβικό συγκεκριμένα.
  • Η διάρκεια του άγχους μπορεί να κρατήσει χρόνια ενώ στο φόβο είναι μικρή όσο διαρκεί το φοβικό αντικείμενο.
  • Η αντιμετώπισή του γίνεται από το άτομο με κινητοποίηση των μηχανισμών άμυνας στο άγχος ενώ στο φόβο γίνεται με πάλη ή φυγή.
  • Αλλά ας δούμε τώρα πως δημιουργείται η ενδοψυχική σύγκρουση.
  • Από τη μια μεριά έχουμε τις ορμές που προέρχονται από το ασυνείδητο, που ζητούν άμεση ικανοποίηση με τη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών. Συνθήκες όμως κατάλληλες για ικανοποίηση μπορούν να δημιουργούν μόνο με τη βοήθεια του εξωτερικού κόσμου. Έτσι μπαίνει σε κίνηση το μέρος εκείνο του ψυχικού μηχανισμού που είναι στραμμένο στον εξωτερικό κόσμο, το Εγώ η συνείδηση, που αναλαμβάνει τη ρύθμιση των πραγμάτων και αποφασίζει τι θα γίνει. 
Αλλά το αν θα ικανοποιηθεί μια ορμή εξαρτάται:
α) Από την ποιότητα και την ένταση της ίδιας της ορμής, δηλαδή αν αυτή η επιθυμία κρίνεται επικίνδυνη ή όχι από το Υπερεγώ. Το Υπερεγώ πιέζει το Εγώ για το αν θα ικανοποιηθεί μερικά, ολικά ή καθόλου η επιθυμία. Ο βαθμός μέχρι τον οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί η επιθυμία αυτή κρίνεται από το Υπερεγώ, αλλά οι απαιτήσεις του βέβαια, διαφέρουν από άτομο σε άτομο, γιατί η δόμηση του εξαρτάται και από τις διαπροσωπικές σχέσεις  του παιδιού με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
β) Από την ποιότητα του Υπερεγώ, έτσι όπως προαναφέρθηκε.
γ) Από την κοινωνική πραγματικότητα που οριοθετεί τη δυνατότητα ικανοποίησης της ορμής. Από τη στιγμή που μια ορμή θέλει να ικανοποιηθεί και το Υπερεγώ εναντιώνεται δημιουργείται μια σύγκρουση μεταξύ τους.

Καθήκον τώρα του Εγώ είναι να μεσολαβήσει ανάμεσα στις απαντήσεις του Ασυνειδήτου και στο δικαίωμα του VETO του εξωτερικού κόσμου. Ν’ αναπτύξει τη δραστηριότητα του προς δύο κατευθύνσεις: από το ένα μέρος να παρακολουθεί τον εξωτερικό κόσμο για ν’ αρπάξει μια ευκαιρία για ακίνδυνη ικανοποίηση και από το άλλο να επιδρά πάνω στο Εκείνο “προτρέποντας” τις ορμές ν’ αναβάλλουν την ικανοποίηση τους αν είναι ανάγκη να τροποποιήσουν τους σκοπούς τους να παραιτηθούν με αποζημίωση. Ν’ αντικαταστήσει δηλαδή την καθοριστική αρχή της ηδονής με τη αρχή της πραγματικότητας, η οποία τελικά, επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς, αλλά συμμορφώνεται με τους όρους που θέτει ο εξωτερικός πραγματικός κόσμος. Για ένα δυνατό “Εγώ” αυτό είναι σχεδόν εύκολη υπόθεση.
Αλλά, ας δούμε, όμως τι γίνεται όταν το Εγώ είναι αδύναμο.

Το αδύναμο Εγώ δεν καταφέρνει να κρατήσει την ισορροπία και αναγκάζεται να κάνει ένα παθολογικό συμβιβασμό, δηλαδή ν’ αφήσει να εκδηλωθεί μια συμπεριφορά (ικανοποίηση μιας επιθυμίας) παρ’ όλο που Υπερεγώ πιέζει για το αντίθετο.

Μια υποσυνείδητη ορμή, όταν δεν μπορεί ν’ ικανοποιηθεί απωθείται από το Εγώ, το Εγώ κρύβει την επικίνδυνη παράσταση της επιθυμίας.

Η ενέργεια όμως αυτή καθ’ αυτή παραμένει. Το Εγώ στην προσπάθεια του ν’ αμυνθεί ενάντια στις απαιτήσεις των ορμών χρησιμοποιεί και άλλους μηχανισμούς άμυνας, εκτός από την απώθηση, όπως την προβολή, την υποκατάσταση την άρνηση κ.α. 

Η απομονωμένη όμως ορμή δεν ησυχάζει από κει που βρίσκεται ασκεί συνεχώς ασφυκτική πίεση, όποτε το Εγώ είναι αναγκασμένο να συνεχίσει την άμυνα του ενάντιο της.

Η επιθυμία ξέρει να αποζημιώνεται για την απαγόρευση της φυσιολογικής της ικανοποίησης, δημιουργεί ψυχικές διακλαδώσεις, που την αντιπροσωπεύουν, συνδυάζεται με άλλες διαδικασίες στις οποίες επιδρά και τις αποσπά από τον έλεγχο του Εγώ και τελικά με μια εντελώς αλλαγμένη μορφή εισβάλλει στο Εγώ και στη συνείδηση και δημιουργεί αυτό που ονομάζουμε σύμπτωμα.

Τα συμπτώματα είναι οι καινούργιες ικανοποιήσεις-υποκατάστατα που έγιναν απαραίτητες λόγω στέρησης. Στο σύμπτωμα έχουμε διοχέτευση της ψυχικές ενέργεια προς άλλες κατευθύνσεις, που δεν είναι τόσο οδυνηρές.

Στις νευρώσεις το Υπερεγώ και η εξωτερική πραγματικότητα δεν μπορούν να βρουν τρόπο να διοχετεύσουν κατάλληλα την ψυχική ενέργεια. Αυτή η διοχέτευση είναι κατά ένα ποσοστό μη κοινωνικά παραδεκτή. Μια τέτοια κατάσταση, όμως, δεν εμποδίζει το άτομο να προσαρμοστεί, παρόλο που παρουσιάζει προβλήματα συμπεριφοράς.

Τα συμπτώματα μπορεί να είναι οποιαδήποτε μορφής: αλλεργία, ενούρηση κ.τ.λ. και η σημασία του είναι πάντοτε άγνωστη στον ασθενή.

Συμπερασματικά ολόκληρη η εικόνα μιας νευρωτικής διαταραχής είναι η ακόλουθη:
    α) Ένα Εγώ που δεν ασκεί σοβαρή επιρροή σε ορισμένα μέρη του ασυνείδητου, που πρέπει να παραιτηθεί από μερικές δραστηριότητές του, για να αποφύγει μια νέα σύγκρουση με το απωθημένο Εγώ που είναι εξαντλημένο από τις συνήθως μάταιες αμυντικές του αντιδράσεις απέναντι στις απωθημένες επιθυμίες.
    β) Ένα ασυνείδητο μέσα στο οποίο έχουν ανεξαρτητοποιηθεί ορισμένες ορμές οι οποίες, χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψη τους το συμφέρον ολόκληρου του ατόμου, ακολουθούν δικούς τους δρόμους και υπακούουν περισσότερο στους νόμους της πρωτόγονης επιθυμίας που κυριαρχεί στα βάθη του Εκείνου.
Η νεύρωση συνεπώς είναι η συνέπεια μιας σύγκρουσης ανάμεσα στο ασυνείδητο και το συνειδητό.

Φοβική νεύρωση

Χαρακτηρίζεται από άγχος μπροστά σε εξωτερικές καταστάσεις, αντικείμενα, προσωπα που συνήθως δεν προκαλούν τέτοιες αντιδράσεις στους υγιείς (όπως ζώα, ξυράφια, ύψος κ.λ.π), με αποτέλεσμα την υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς για την αποφυγή των φοβικών αντικειμένων.

Η φοβία εκφράζει τη μετατροπή του άγχους που βρίσκεται στο άτομο σ’ ένα φοβικό αντικείμενο, πρόσωπο ή κατάσταση που βρίσκεται στο περιβάλλον του. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι πως ο άνθρωπος απαλλάσσεται από την ανυπόφορη κατάσταση του άγχους του, του οποίου δεν γνωρίζει τις αιτίες που το προκαλούν και το προσδιορίζουν και που μπρος του είναι ανίκανος ν’ αντιδράσει. Έτσι στρέφει την προσοχή του στα φοβικά αντικείμενα (πρόσωπα ή καταστάσεις), τα οποία επειδή του είναι γνωστά μπορεί και να τα αποφύγει.

Η φοβία προκαλείται είτε με την αύξηση του φόβου, που προϋπάρχει, και την υπερβολική του διόγκωση, είτε από τη μετάθεση – μετατόπιση ενός βιωμένου εσωτερικού κίνδυνου προς έναν άλλο σ’ εξωτερικό, ξένο προς αυτόν που βρίσκεται στον εσωτερικό ψυχικό χώρο.
Στη φοβία έχουμε αναδρομή της προσωπικότητας στην παιδική ηλικία τότε που το άτομο αντιδρούσε με πανικό σε καταστάσεις δύσκολες και επικίνδυνες και έβρισκε προστασία στους γονείς και στο σπίτι. Έτσι αυτός ο τύπος νευρωτικού αποφεύγει δρόμους-πλατείες-κόσμο και ζητά προστασία στο σπίτι, σε φιλικό περιβάλλον, ή ζητά να έχει συνοδό.

Σ’ αυτήν την νεύρωση το Εγώ χρησιμοποιεί πολλούς μηχανισμούς άμυνας. Πρώτα την απώθηση μετά την υποκατάσταση, δηλαδή ή ψυχική ενέργεια, ποιοτικά και ποσοτικά που εκφράστηκε στην παράσταση της επιθυμίας και του καταδικάστηκε, μεταφέρεται τώρα και εκδηλώνεται με μια επιθυμία λίγο πολύ κοινωνικά αποδεκτή. Συγχρόνως έχουμε και μετάθεση ή μετατόπιση μιας υποσυνείδητης ιδέας ή συναισθήματος, που συνδέεται οπωσδήποτε με τις ορμές προς ένα εξωτερικό αντικείμενο που γίνεται φοβικό.

Ακόμα την προβολή με την οποία το Εγώ υποσυνείδητα προβάλλει την εσωτερική σύγκρουση του στον εξωτερικό χώρο. Ο μηχανισμός αυτός ακολουθείτε πάντοτε από το μηχανισμό άμυνας της ταύτισης με τον “επιτιθέμενο”.

Δημήτρης Μπούκουρας
Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής