Αντικείμενο

Η θεωρία του αντικειμένου στην ψυχανάλυση εξετάζεται κάτω από τρείς κύριες σκοπιές:

α) Σαν σχετική με την ορμή: Είναι αυτό στο οποίο και δια του οποίου η ορμή προσπαθεί να πετύχει τον στόχο της, για να γνωρίσει μια κάποια ικανοποίηση. Μπορεί να πρόκειται για ένα πρόσωπο ή ένα μέρος αντικείμενου, ενός πραγματικού ή φαντασιωστικού αντικειμένου.

β) Σαν σχετικό με τον Έρωτα ή το μίσος: Η σχέση είναι αυτή του όλου προσώπου η μιας διάστασης του εγώ και ενός αντικειμένου που εκλαμβάνεται σαν ολότητα (πρόσωπο, ιδανικό) κ.λ.π

γ) Υπό την παραδοσιακή έννοια της φιλοσοφίας και της ψυχολογίας της μάθησης σε σχέση του ατόμου που αντιλαμβάνεται μια μαθαίνει: Είναι αυτό το οποίο προσφέρεται με σταθερούς και διαρκείς χαρακτήρες, αναγνωρίσιμους από την παγκοσμιότητα τους, ανεξάρτητα επιθυμιών και απόψεων ατομικών.

Οι διαφορετικές χρήσεις του όρου «αντικειμένου» στην ψυχανάλυση έχουν την προέλευση τους στην φροϋδική έννοια της ορμής. Ο Φρόυντ αναλύοντας την έννοια της ορμής κάνει διάκριση ανάμεσα στο αντικείμενο και στο σκοπό: «Εισάγουμε δύο όρους: ονομάζουμε σεξουαλικό αντικείμενο το πρόσωπο που ασκεί τη σεξουαλική έλξη και σκοπό σεξουαλικό την ενέργεια στην οποία ωθεί η ορμή». 

“…. αντικείμενο της ορμής είναι αυτό στο οποίο με το οποίο η ορμή μπορεί να φτάσει στο σκοπό της” Συγχρόνως το αντικείμενο καθορίζεται σαν τυχαίο μέσο της ικανοποίησης: “Είναι το στοιχείο το πιο μεταβλητό μέσα στην ορμή, δεν συνδέεται μ’ αυτήν αρχικά, αλλά μόνο όταν προκαλεί ικανοποίηση”.
Η σταθερή και σπουδαία αυτή θέση στου Φρόυντ, το τυχαίο του αντικειμένου, δεν σημαίνει ότι δεν έχει σημασία ποιο αντικείμενο μπορεί να ικανοποίηση την ορμή, αλλά το ορμητικό αντικείμενο, συχνά δηλώνεται από χαρακτηριστικά μεμονωμένα (ιδιαίτερα), καθορίζεται από την ιστορία – κυρίως την παιδική ιστορία – του καθενός. Το αντικείμενο είναι αυτό που μέσα στην ορμή, είναι το λιγότερο συνταγματικά καθορισμένο.

Για το Φρόιντ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η libido, πολύ νωρίς ακόμη υποτάσσεται στην αποτύπωση του ενός ή του άλλου αντικειμένου, είναι από την αρχή, τελείως προσανατολισμένη προς την ικανοποίηση, την απελευθέρωση της έντασης από τους πιο μικρούς δρόμου σύμφωνα με τους τρόπους που προσαρμόζονται στη δραστηριότητα της κάθε ερωτογενούς ζώνης. 

Όμως η ιδέα, υπογραμμισμένη από την έννοια της σχέσης του αντικειμένου, που υπάρχει μια στενή αναφορά ανάμεσα στη φύση και στη “τύχη” του σκοπού και του αντικειμένου δεν είναι ξένη από τη σκέψη του Φρόυντ. Η διάκριση ανάμεσα στις σεξουαλικές ορμές και στις ορμές αυτοσυντήρησης δεν πρέπει όμως να μας οδηγεί σε μια αντίθεση παρά πολύ αυστηρή όσο αφορά το status (καθεστώς) των αντικειμένων τους.

Η θεωρία του αντικειμένου στην ψυχανάλυση δεν είναι μόνο σε σχέση με την ορμή διότι επίσης η λειτουργία αυτού μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση που να μην επηρεάζεται από οποιοδήποτε ερέθισμα. Υπογραμμίζει επίσης ότι είναι για το άτομο, αντικείμενο έλξης, αντικείμενο αγάπης και γενικά ένα πρόσωπο – το περισσότερο που θα μπορούσε να είναι. Μέσω στης ψυχανάλυσης μπορούμε να ξεσκεπάσουμε, πέρα της σφαιρικής σχέσης του εγώ με τ’ αντικείμενα αγάπης, το παιχνίδι των ορμών μέσα στην πολυμορφία τους στις ποικιλίες τους και στη φαντασιωστική αντίστοιχες σχέσεις.

Το πρώτο καιρό που ο Φρόυντ ανέλυσε τις θεωρίες για την σεξουαλικότητα και την ορμή δεν παρουσιάστηκε αρκετά καθαρή η λύση στο πρόβλημα του να τοποθετήσει μεταξύ της σεξουαλικότητας και της ορμής το αντικείμενο δηλαδή το αντικείμενο της ορμής και το αντικείμενο της αγάπης.

Το 1905 ο Φρόυντ τοποθέτησε πάνω στην αντίθεση μεταξύ της παιδικής σεξουαλικότητα και της προεφηβικής το αντικείμενο. Η πρώτη προσδιορίστηκε τότε σαν αυτοερωτική και σ’ αυτό το στάδιο τονίζεται η σκέψη του Φρόυντ από το πρόβλημα της σχέσεως του με ένα διαφορετικό αντικείμενο από το δικό του σώμα, δηλαδή φαντασιωστικό.
Η ορμή προσδιορίζεται τότε σαν “μερική ” διότι η ικανοποίηση της προέρχεται από ένα επιτόπου όργανο τυχαίο σε μια περίπτωση, αυστηρό καθορισμένο και βιολογικά ορισμένο σε μια άλλη. 

Επίσης ο Φρόυντ έδειξε ότι οι σεξουαλικές ορμές λειτουργούσαν υποστηριζόμενες στις ορμές της αυτοσυντήρησης, αυτό που σημαίνει κυρίως είναι εκείνες που προσδιορίζουν στις πρώτες το δρόμο του αντικειμένου.
Η προσφυγή σ’ αυτή την έννοια υποστήριξης επιτρέπει να ξεκαθαρίσουμε το πολύπλοκο πρόβλημα του ορμητικού αντικειμένου. Εάν αναφέρεται κανείς σ’ αυτό, σε τίτλο παραδείγματος στο στοματικό στάδιο το αντικείμενο είναι, μέσα στη γλώσσα της ορμής της αυτοσυντήρησης αυτό που τρέφει. 

Μόνο κατά την εφηβεία επισέρχεται εκλογή του αντικειμένου (του οποίου μερικές προδιαγραφές ή ιχνοαιτιάσεις ανευρίσκονται μέσα από την παιδική ηλικία). Η οποία επιτρέπει την σεξουαλική ζωή που προσανατολίζεται οριστικά πάνω στον άλλο. Γνωρίσουμε όμως ότι μεταξύ 1905-1924 η αντίθεση μεταξύ παιδικού αυτοερωτισμού και εκλογής του αντικειμένου κατά την εφηβεία προοδευτικά να απορριφθεί. Μια σειρά δηλαδή προγεννητικών σταδίων της λίμπιντο θα περιγράφει έτσι ώστε να διαφανεί ένας πρότυπος τρόπος σχέσεων με το αντικείμενο. Η εξίσωση της θεωρίας του αυτοερωτισμού διαλύεται (όταν μπορούσε να κατανοηθεί σαν άτομο να μην γνώριζε από την αρχή άλλο εξωτερικό αντικείμενο πραγματικό ή φανταστικό). Οι μερικές ορμές που προσδιορίζονται στο παιχνίδι του αυτοερωτισμού λέγονται έτσι επειδή η ικανοποίηση τους συνδέεται όχι μόνο με μια ερωτογενή προσδιορισμένη ζώνη αλλά και με μερικά αντικείμενα. Μεταξύ αυτών των αντικειμένων θεμελιώνονται συμβολικές εξισορροπήσεις που βγαίνουν στην επιφάνεια από τον Φρόυντ και που φανερώνουν ότι η δραστηριότητα των ορμών περνά από μια σειρά αλλαγών.
Η προβληματική επιμέρους αντικειμένων έχει για αποτέλεσμα να καταστρέφει αυτό που η σχετικά διαφοροποιημένη θεωρία του σεξουαλικού αντικειμένου μπορούσε να έχει (στις αρχές της φροϋδικής σκέψης) με το να τις περικλείει.
Πράγματι οδηγούμεθα τότε στο να αντιπαραθέσουμε ένα αντικείμενο καθαρά της ορμή και ένα αντικείμενο της αγάπης. Το πρώτο προσδιορίζεται σαν διαθέσιμο να δώσει την ικανοποίηση στην ορμή, μπορεί να επενεργεί σ’ ένα άτομο, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση, δίνοντας την ικανοποίηση σε ένα μέρος του σώματος. Ο τόνος τότε δίνεται πάνω στην πιθανότητα του αντικειμένου να δίνει την ικανοποίηση.

Ως προς την σχέση με το αντικείμενο αγάπης αυτή επεισέρχεται σαν μίσος. Ο ίδιος ο Φρόυντ βγάζει στην επιφάνεια τις σχέσεις με το επιμέρους αντικείμενο αποφεύγοντας την έκφραση εκλογής του αντικειμένου με τη σχέση του ατόμου με τ’ αντικείμενα αγάπης τα οποία είναι ολότητες. 

Απ’ αυτήν την αντίθετη μεταξύ επιμέρους αντικειμένου - αντικειμένου ορμής και ουσιαστικά προγεννητικού αντικειμένου και ολόκληρου αντικειμένου, αντικείμενο αγάπης και ουσιαστικά γενετικό αντικείμενο. Απ’ αυτήν την αντίθεση μπορούμε να οδηγηθούμε σε μια γενετική θεώρηση της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, η οποία, εκφράζει την ιδέα ότι το άτομο θα περάσει από το ένα αντικείμενο στο άλλο δια μιας προοδευτικής ολοκλήρωσης από τις επιμέρους ορμές του. Στο κέντρο τις γενετικής οργάνωσης, αυτό ας το εκλάβουμε από μια άποψη διαφανέστερη που εξετάζει το αντικείμενο μέσα στην πολυμορφία του και την τον πλούτο της ποιότητας του μέσα στην ανεξαρτησία του.