Αντίσταση

Αντίσταση είναι μια προσπάθεια που καταβάλλει το άτομο κατά τη διάρκεια της ψυχανάλυσης αλλά και στην υπόλοιπη ζωή του, με τον εαυτό του ή τους άλλους ανθρώπους και που σαν σκοπό έχει να εμποδίσει ασυνείδητες σκέψεις, συναισθήματα, ιδέες και συμπλέγματα. Η προσπάθεια αυτή δεν είναι συνειδητή.

 Που τις παρατηρούμε και πώς

Στην ψυχανάλυση το φαινόμενο των αντιστάσεων παρουσιάζεται με πολλούς τρόπους. Ενώ το άτομο αναλύεται και γι’ αυτό πληρώνει, κάνει θυσίες, γενικά συμπεριφέρεται σαν να μην ήθελε να αναλυθεί. Όταν ο αναλυτής προσπαθεί να φτάσει μυστικά της προσωπικότητας του που πλησιάζουν το πρόβλημα του, ο αναλυόμενος αμύνεται και προσπαθεί να ξεφύγει, να τραπεί σε φυγή, να έρθει σε αντίθεση με τον αναλυτή και με την προσπάθειά του να διεισδύσει στην ψυχή του. Αντιδρά στην αυτογνωσία και στο ξεσκέπασμα του προβλήματος του. Οι προσπάθειες που καταβάλλει για να κρατήσει κρυφό το πρόβλημα του από τον εαυτό του ποικίλουν από άτομο σε άτομο.

Γενικά ασκεί κριτική στις σκέψεις του και προσέχει τι θα πει, δεν αφήνει όλες τις αναμνήσεις να βγουν στην επιφάνεια γιατί μερικές από αυτές “γνωρίζει” μέσα του πως οδηγούν στο πρόβλημα του το οποίο δεν πρέπει να συνειδητοποιηθεί. Μερικά από τα βιωματικά του θεωρεί απόκρυφα, που δεν πρέπει να πει, ντρέπεται γι’ αυτά. Τις σκέψεις του τις θεωρεί ηλίθιες που δεν αξίζει κανείς να τις συζητάει. Θίγεται προσωπικά όταν το αγγίζουν εκεί που πονάει και αλλάζει θέμα. Δεν παραδέχεται το πρόβλημα του στρέφει αλλού την προσοχή του. Αντιδρά, θωρακίζεται ενάντια στην αναλυτική διαδικασία και στη ζωή του ενάντια σε όποιο φίλο τύχει να ξέρει, να μπορεί να δει και να μπορεί να πει βαθύτερα για τον εαυτό του ατόμου.

Το φαινόμενο των αντιστάσεων είναι γενικό. Παρουσιάζεται σε κάθε αναλυόμενο και σε κάθε άνθρωπο ανεξαιρέτως και τον βοηθά να νομίζει ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα, ότι είναι μια χαρά ρυθμισμένος κτλ. Ή στην καλύτερη περίπτωση να ξέρει ότι έχει πρόβλημα αλλά να είναι τόσο μπερδεμένος που δεν μπορεί να το βρει. (Αντίσταση είναι όταν λέμε «Άσε με τώρα δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα, το μυαλό μου σταμάτησε”). Αν ο νευρωτικός έχει εμφανή συμπτώματα, τότε αναρωτιέται αν η θεραπεία θα φέρει κάποιο αποτέλεσμα, αμφισβητεί κάθε ελπίδα σωτηρίας που παρέχει ένας πραγματικά αποτελεσματικός τρόπος θεραπείας όπως η ανάλυση.

Μένει σκόπιμα σε άγνοια προτιμώντας να πάει στον παπά και στον εξομολογητή, διαλέγει “λύσεις” που δεν βοηθούν ούτε που θέλει να ακούει για ψυχοθεραπεία.

Αν τα εμφανή συμπτώματα και η καλλιέργεια του σαν άτομο τον οδηγούν στον αναλυτή τότε ασκεί αντίσταση κατά τη διάρκεια της ανάλυσης. Αναρωτιέται γιατί πήγε, γιατί κάνει τόσες θυσίες, μήπως χάνει την ώρα του και τα λεφτά του. Γενικά οι μέθοδοι που έχει ο νευρωτικός στη διάθεση του για να αντισταθεί ποικίλουν.

 Δύο ομάδες αντιστάσεων διακρίνονται:

             1.  Διανοητική αντίσταση

             2.  Συναισθηματική αντίσταση

 Διανοητική αντίσταση:

Α) Κριτικάρει τις σκέψεις που πριν τις παρουσιάσει, τις κρίνει ως: ασήμαντες, ανόητες, παράλογες, που δεν αξίζει να τις σκέπτεται και να τις συζητά, της ντροπής. Προσπαθεί με κάθε μέσο να αποφύγει να τις εκφράσει. “Καλά, τι τον νοιάζει τώρα αυτόν και με ρωτάει” ή “Πολύ αδιάκριτος είναι, θα προσπαθήσω ν’ αλλάξω θέμα” ή “Αυτό άστο έχω κάτι άλλο πιο σπουδαίο να πω”. Βέβαια όλες αυτές οι κρίσεις δεν πρέπει να γίνουν σεβαστές γιατί είναι εξαρτημένες από συναισθηματικούς παράγοντες, από την αντίσταση.

Β) Απορρίπτει τον αναλυτή και την ανάλυση σαν επιστήμη επιχειρηματολογεί ενάντια στις ανακαλύψεις που γίνονται και που πρόκειται να γίνουν πάνω στον εαυτό του αναλυόμενου. “Δε νομίζω πως είναι έτσι τα πράγματα”, ”Μα τι λες τώρα τρελάθηκες. Εγώ …” “Καλά αυτά που λες αλλά δεν είναι λογικά.”

Είναι δεκτικός σε οποιοδήποτε φίλο που του πει κάτι απορριπτικό για την ψυχανάλυση, σε οποιαδήποτε γνώση του φέρνει ενάντια της. “Μα τι λες τώρα ο Φρόυντ έχει απορριφθεί προπολλού. Είναι ξεπερασμένος”.

Γ) Ακούει τα πάντα, λέει πως συμφωνεί. Η ανάλυση όμως παραδόξως δεν φέρνει αποτελέσματα, τότε βλέπουμε ότι οι συμφωνία ήταν πλασματική. Έλεγε κάτι σαν αυτό: “Όλα αυτά είναι όμορφα κι ενδιαφέροντα. Θα ήθελα να συνεχίσω. Είμαι βέβαιος ότι θα μου έκαναν καλό αν μόνο ήταν αλήθεια. Αλλά δεν τα πιστεύω ούτε στο τόσο κι αφού δεν τα πιστεύω δεν πρόκειται να επηρεάσουν την ασθένεια.”

Δ) Μεταφέρει την προσοχή του σε επουσιώδη σημεία και απομακρύνεται από τα ουσιαστικά προβλήματα.

Ε) Δεν βλέπει τις βελτιώσει που του έχει επιφέρει η αναλυτική προσπάθεια αυτογνωσίας που έχει προκαλέσει δηλαδή θεραπεία, βγάζει off την ανάλυση την αχρηστεύει.

Ζ) Μετά από σημαντικά βήματα προς τη φυσιολογικοποίηση του, πιστεύει ότι ολόκληρο το πρόβλημα λύθηκε. “Εντάξει μέχρι εδώ καλά είμαστε τι θέλαμε παρακάτω” ”Δεν φοβάμαι πια τόσο το ασανσερ καταφέρνω να κατεβαίνω δύο φορές τη μέρα τι θέλω παραπάνω τέρμα η ανάλυση”.

Δηλαδή μερικές μόνο βελτιώσει τις βλέπεις σαν το παν. Δεν θέλει να δει ότι υπάρχουν ακόμα πτυχές που δεν θεραπεύτηκαν δεν βλέπει παραπέρα πρόβλημα και έτσι δεν σκοπεύει να θεραπευτεί.

Η) Τέλος δεν πάει καθόλου στην ανάλυση και λέει ότι έφταιγε η κυκλοφορία. Εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία που του δίδεται για να καθυστερήσει ή να μην πάει καθόλου μπορεί να χάσει λεφτά μ’ αυτό τον τρόπο αλλά αυτό το δικαιολογεί.”Πω, πω, πως το ξέχασα!”

 Συναισθηματική αντίσταση

Α) Μεταβίβαση: Μπερδεύει τον αναλυτή με κάποιο πρόσωπο δικό του π.χ Μαμά, Μπαμπάς, εραστής, ερωμένη.

Αισθάνεται για τον αναλυτή ότι αισθάνεται ή αισθανόταν για τα πρόσωπα αυτά. Σαν μαμά του, αισθάνεται γι’ αυτόν στοργή ή απαιτεί στοργή, ή είναι οιδιπόδεια ερωτευμένος μαζί του. Τον βλέπει ανταγωνιστικά, τον εχθρεύεται, έρχεται σε σύγκρουση μαζί του ή ταυτίζεται μ’ αυτόν. Σαν πατέρα τον φοβάται, τον ερωτεύεται, τον σέβεται, τον απορρίπτει τον βλέπει ανταγωνιστικά, η στοργικά, σαν θεό σα μάγο κλπ.

Καταστρέφει τη σχέση που υπάρχει μεταξύ του αναλυτή και του αναλυόμενου: Σχέση μεταξύ δυο συνεργατών μεταξύ επιστήμονα και ασθενή. Σχέση ουδέτερη χωρίς αισθήματα απομέρους του αναλυτή. Βάζοντας μεταξύ των δύο συναισθήματα σαν τα παραπάνω για τον ασθενή ο αναλυτής παύει να είναι επιστήμονας, ειδικός, γίνεται άσχετος σαν γονιός ή φίλος και δεν έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει. Τον σβήνει από την ύπαρξη σαν αναλυτή και καθιστά την ανάλυση ανήμπορη να βοηθήσει.

Για τον αναλυτή αυτού του είδους οι αντιστάσεις είναι πολύτιμες γιατί περιέχουν θαυμάσιο υλικό για την προηγούμενη ζωή του ασθενούς. Μέσω της μεταβίβασης ο νευρωτικός ξαναζεί τον τρόπο που έζησε ή ζει τα πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος.

 Η Δυναμική Άποψη των Αντιστάσεων . Ο θυρωρός

·         Η σχέση της αντίστασης με το ασυνείδητο

Κατά τη διάρκεια της ύπνωσης οι αντιστάσεις αμβλύνουν πράγμα που σημαίνει ότι έχουν κάποια σχέση με το ασυνείδητο και τη δύναμη του “Εγώ” (ο υπνωτισμός είναι μια ασυνείδητη κατάσταση).

·         Η ένταση της αντίστασης σε σχέση με την απόσταση από το βίωμα.

Αυτά τα δυο είναι αντίστροφα ανάλογα: Όσο πιο μικρή είναι η απόσταση μας από το άγνωστο, απαγορευμένο απωθημένο βίωμα, τόσο πιο μεγάλη είναι η ένταση της αντίστασης. Αυτό συμβαίνει γιατί όσο πιο κοντά φτάσει ο αναλυτής στο απωθημένο βίωμα τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να το ξεσκεπάσει.

Όταν η απόσταση από το βίωμα μηδενιστεί τότε και η ένταση της αντίστασης μηδενίζεται. Όταν ο αναλυτής δηλαδή βρει το βίωμα και το ξεσκεπάσει, τότε δεν υπάρχει πια ο κίνδυνος να ξεσκεπαστεί. Συνειδητοποιείται η απώθηση σπάει.

Η τελική μορφή της αντίστασης πριν το μηδενισμό, δηλαδή το τελευταίο χαρτί της αντίστασης είναι η “Αισθητική ηλιθιότητα”. Το παίζουμε ηλίθιοι για να μην καταλάβουμε η μας λένε π.χ

 - Ψυχολόγος: “Βλέπεις τώρα γιατί φοβάσαι τα ποντίκια”

 Άρρωστος: Παρτον

- Ψυχολόγος: “Λέω, είδες γιατί τα φοβάσαι;”

- Ψυχολόγος: Ποια;

- Ψυχολόγος: Τα ποντίκια

- Ψυχολόγος: Ποια ποντίκια;

- Ψυχολόγος: (Εδώ βάζει τις φωνές για να σπάσει την αντίσταση)”

 Κάθε φορά που φέρνουμε στη συνείδηση του ασθενούς ένα τμήμα του ασυνείδητου που γι’ αυτόν είναι ιδιαίτερα οδυνηρό η κριτική διάθεση του ασθενούς δυναμώνει πολύ. Ακόμα κι αν έχει προηγούμενα καταλύσει και αποδεχτεί πολλά, τώρα όλα σβήνουν γι’ αυτόν.

 Αιτία

Από τα προηγούμενα βγάζουμε το συμπέρασμα ότι υπάρχουν δυνάμεις που αντιστέκονται στην συνειδητοποίηση του προβλήματος του νευρωτικού. Θα πρέπει να είναι οι ίδιες δυνάμεις που το δημιούργησαν.

Κάποτε ο ασθενής ανάπτυξε κάποιες νοητικές διαδικασίες κάποιες σκέψεις η πλέγματα σκέψεων που κίνησαν τη διαδικασία για τον σχηματισμό της νεύρωσης. Μια έντονη προσπάθεια θα πρέπει να ασκήθηκε για να εμποδίσει την εν λόγω νοητική διαδικασία από το να γίνει συνειδητή και έμεινε ασυνείδητη. Όταν ασυνείδητη, δημιούργησε το σύμπτωμα δρώντας υπόγεια. Η ίδια έντονη προσπάθεια δρα πάλι κατά την ανάλυση αντιδρώντας στην προσπάθεια να φέρουμε το ασυνείδητο στη συνειδητότητα. Η διαδικασία αυτή λέγεται απώθηση.

Ένα πλέγμα επιθυμιών οι οποίες δυνατές όπως είναι εκφράσθηκαν και μετά απορρίφτηκαν συνειδητά, χάνουν τη δύναμη τους γίνονται παρελθόν, ανάμνηση.

Ένα πλέγμα επιθυμιών, οι οποίες αν και δυνατές δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιηθούν γιατί απορρίφτηκαν δυνατά από το υπερεγώ πριν γίνουν συνειδητές, δεν χάνουν τη δύναμη τους. Ο ψυχικός μηχανισμός χρησιμοποιεί την ψυχική του ενέργεια για να εξουδετερώσει τη δύναμη τους. Με την απώθηση τις στέλνει από κει απ’ όπου ήρθαν (στο ασυνείδητο). Αυτές χρησιμοποιώντας τη δύναμη τους δρουν υπόγεια (εν αγνοία του Εγώ, της συνείδησης) προσπαθούν να εκφρασθούν μασκαρεμένες. Όταν ξεφύγουν από την αντίσταση δημιουργούν το σύμπτωμα (μασκαρεμένη έκφραση).

Ο αναλυτής προσπαθεί να καταπολεμήσει την αντίσταση, να φέρει τις αναμνήσεις στη συνειδητότητα και να κεντρίσει την περιέργεια του Εγώ.

(τα παραπάνω φαίνονται στο σχήμα το οποίο περιγράφει την δράση των επιθυμιών και των βιωμάτων καθώς και των πλεγμάτων τους, αφού απωθηθούν και μετά. Όταν δηλαδή τους δοθεί η ευκαιρία να εκφραστούν).

 Οι αντιστάσεις οποιουδήποτε είδους είναι πολύτιμες για το άτομο και τον ψυχαναλυτή γιατί μέσα από την εκλεκτική προσπάθεια του ατόμου να εμποδίσει βιώματα να συνειδητοποιηθούν, μαθαίνει τη λειτουργία του εαυτού του και το πρόβλημα του. Οφείλουμε λοιπόν να αποκτήσουμε την ευκαιρία να αναγνωρίζουμε  τις αντιστάσεις γιατί έτσι θα γνωρίσουμε και τον εαυτό μας είτε βρισκόμαστε σε ψυχανάλυση είτε απλά συζητάμε με κάποιο φίλο είτε βιώνουμε μιαν εμπειρία.