Ελεύθερος συνειρμός

Το κυριότερο μέσο για να αξιολογήσει κανείς κλινικά τον ασθενή είναι ο ελεύθερος συνειρμός. Κατ’ αρχήν ο αναλυτής πρέπει να εκτιμήσει την καταλληλότητα του ασθενούς στο να μπορέσει να εργαστεί μέσα σ’ ένα πλαίσιο αναλυτικό. Η αξιολόγηση αφορά κατ’ αρχήν την πλαστικότητα των λειτουργιών του –εγώ- δηλαδή την ικανότητα να ταλαντώνεται μεταξύ των απωθημένων λειτουργιών του εγώ (τον ελεύθερο συνειρμό) και των πιο προχωρημένων λειτουργιών του εγώ (να αντιλαμβάνεται τις επεμβάσεις του αναλυτού, ν’ απαντά σ’ ευθείες ερωτήσεις, και όταν τελειώνει η ανάλυση να μπορεί φεύγοντας από τον αναλυτή να βρίσκει τις συνήθειες του χωρίς δυσκολία).

Γενικά ο ασθενής κατά το μεγαλύτερο μέρος της συνάντησης κάνει ελεύθερους συνειρμούς αλλά μπορεί επίσης να διηγείται γεγονότα ή επεισόδια από την καθημερινή του ζωή και το παρελθόν του καθώς επίσης να διηγείται όνειρα. Μέσα στην αναλυτική κατάσταση ο ελεύθερος συνειρμός έχει προτεραιότητα απ’ όλα τα άλλα.

Κατά το τέλος της ανάλυσης ο αναλυόμενος μπορεί να κάνει κακή χρήση του ελεύθερου συνειρμού. Ο αναλυτής πρέπει να επισημάνει αυτόν τον τύπο της αντίστασης και να τον αναλύσει, για να μπορέσει ο αναλυόμενος να ξαναχρησιμοποιήσει σωστά τον ελεύθερο συνειρμό.

Συμβαίνει επίσης κατά την διάρκεια της συνεδρίας ο αναλυόμενος να μην μπορεί να σταματήσει την σκέψη του εξ’ αιτίας μιας κατάρρευσης των λειτουργιών του Εγώ. Εδώ έχουμε μια επείγουσα κατάσταση που πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε. Ο αναλυτής λοιπόν θα προσπαθήσει να ξαναεγκαταστήσει τις δευτερεύουσες εξελίξεις και ορθολογιστική της σκέψης του Εγώ και αυτό μπορεί να το πετύχει χρησιμοποιώντας την υποβολιμότητα ή τις κοφτές διαταγές. Πρόκειται δηλαδή για ένα μέτρο μη ψυχαναλυτικό αλλά αναγκαίο να το εφαρμόσουμε εφ’ όσον διαπιστώνουμε μια τέτοια κατάσταση που για μας είναι μια αρχίζουσα ψυχωτική αντίδραση.

Ο ελεύθερος συνειρμός λοιπόν είναι ο κύριος τρόπος παραγωγής του υλικού για ψυχανάλυση. Δεν κάνουν χρήση του ελεύθερου  συνειρμού οι αντιαναλυτικές θεραπείες δηλαδή οι θεραπείες υποστήριξης ή κάλυψης.

Απ’ όλες τις ψυχοθεραπείες η ψυχανάλυση είναι εκείνη που απαιτεί τα περισσότερα από τον ασθενή. Διότι του ζητά να κάνει πολλές θυσίες αφού πρέπει να υποστεί στερήσεις, άγχος και κατάθλιψη που προέρχονται από την αναλυτική θέση. Αλλά το πιο σπουδαίο και το πιο απαιτητικό απ’ όλα είναι ότι οι ουσιομορφίες και οι εξελίξεις στην ψυχανάλυση ζητούν από τον αναλυόμενο, να θέσει σε κίνηση αντιθετικές λειτουργίες του εγώ, να ταλαντεύεται από τη μια στην άλλη και να τις συνδέει δηλαδή: να οπισθοδρομεί και να προωθείται, να είναι παθητικός και ενεργητικός, να εγκαταλείπει κάθε έλεγχο και να τον συγκρατεί, να εγκαταλείπει τη δοκιμασία της πραγματικότητας και να τη διαφυλάττει δηλαδή για να τα κάνει όλα αυτά πρέπει να κατέχει μια πλαστικότητα ως προς τις λειτουργίες του εγώ. Αυτό φαίνεται αντίθετο με τον προσδιορισμό της νεύρωσης σαν το αποτέλεσμα μιας ανεπάρκειας των λειτουργιών του εγώ, αλλά αυτό το οποίο χαρακτηρίζει το νευρωτικό άτομο που βρίσκεται σ’ ανάλυση είναι ότι η λειτουργικότητα του ελλειπτικού του εγώ περιορίζεται σε πεδία που είναι λιγότερο ή περισσότερο συνδεδεμένα με τα συμπτώματα και τα στοιχεία παθολογικού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια ο αναλυόμενος παραμένει ικανός να λειτουργεί αποτελεσματικά μέσα σε πεδία σχετικώς μη συγκρούστηκα. Έτσι επεξηγείται η ικανότητα να κινητοποιεί αντιθετικές λειτουργίες του εγώ αλλά μόνον τόσο όσο δεν αγγίζουν νευρωτικές συγκρούσεις, κατά το μέτρο όπου οι «εκβλαστήσεις» των νευρωτικών συγκρούσεων έρχονται προς εκφόρτηση συνεπάγεται και μια λιγότερο ή περισσότερο εμπλοκή στη νευρωτική σύγκρουση, η οποία θα εκδηλωθεί σαν αντίσταση στην αναλυτική εξέλιξη. Παρατηρούμε λοιπόν να χάνεται η πλαστικότητα λειτουργιών του εγώ και να εμφανίζεται μια σκληρότητα ή ακόμη μια πρόσκαιρη εξαφάνιση μιας από τις λειτουργίες του εγώ π.χ ένας αναλυόμενος δεν είναι σε θέση να παλινδρομήσει μέχρι την πρωταρχική εξέλιξη του ελεύθερου συνειρμού όλα τα λεγόμενα του παραμένουν συντονισμένα και λογικά ή ακόμη δεν είναι σε θέση να διακόψει τον ελεύθερο συνειρμό, ακόμη και όταν του ζητήσουμε μια συγκεκριμένη πληροφορία χωρίς βέβαια να αντιλαμβάνεται ο ίδιος την παρεξήγηση.

Η δουλειά του αναλυτού είναι να προσπαθήσει την επανασύνδεση των δευτερευουσών εξελίξεων και της λογικής σκέψης του εγώ. Χρησιμοποιούμε και δω τη μέθοδο της υποβολιμότητος. Οι ψυχαναλυτικές – ψυχοθεραπείες έχουν κύριο υλικό τον ελεύθερο συνειρμό, ενώ οι ψυχοθεραπείες “κάλυψης” “υποστήριξης ” ή δεν χρησιμοποιούν τον ελεύθερο συνειρμό.

Είναι γεγονός ότι κατά την διάρκεια της ψυχανάλυσης ο αναλυόμενος «δίνει πολλά» διότι πρέπει να υποστεί τις στερήσεις, το άγχος την κατάθλιψη, που ενεργοποιούνται μέσα στην ανάλυση.

Εφ’ όσον η θεραπεία προχωρεί, περιμένουμε και μια αναλογία παράλληλη εξέλιξη των λειτουργιών του Εγώ. Για να μπορεί να κάνει σκέψεις ελεύθερα ο αναλυόμενος πρέπει να μπορεί μερικώς και χρονικώς να εγκαταλείπει την επαφή του με την πραγματικότητα, ενώ στον χρόνο της ανάλυσης καλείται επίσης να δώσει ακριβείς πληροφορίες και αναμνήσεις παραμένοντας κατανοητός. Δηλαδή ταλαντεύεται μεταξύ πρωταρχικής και δευτερεύσουσας εξέλιξης της σκέψης.

Χρειάζεται λοιπόν σε αυτόν, στις αρχές της ψυχαναλυτικής του αντιμετώπισης, μια πληροφόρηση ψυχαναλυτικών εννοιών που αφορούν την προσωπικότητα και τις λειτουργίες της, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί την αναλυτική εργασία. Επίσης ζητούμε να μας ακούει και να καταλαβαίνει τις επεμβάσεις μας αλλά μαζί να κάνει ελεύθερα συνειρμούς σε σχέση μ’ αυτά που του είπαμε (πλαστικότητα του Εγώ) (Anna Freud, Loewenstein 1956, Bellak 1961).

Εν συντομία ο αναλυόμενος καλείται να αναπτύξει την δυνατότητα του να περνά από τον δέσιμο της εργασίας στην νεύρωση του transfer. Πράγμα που προϋποθέτει επίσης στο επίπεδο των σχέσεων με το αντικείμενο, να διαθέτει την αναγκαία ευλυγισία για να ισορροπεί μεταξύ της παλινδρόμησης και της προόδου και να τις αναμιγνύει. Όσον αφορά τη διαδικασία της αυθεντικής εμπειρίας (συναισθηματική αναβίωση προσέχουμε να μην αποπροσανατολίζεται πολύ. Και κατά το τέλος της συνεδρίας περιμένουμε απ’ αυτόν όσο μακριά και αν πήγε η εμβάθυνση να επιστρέψει σπίτι του χωρίς να θέλει να σκοτώσει άνθρωπο. Επιπλέον διατηρούμε την ελπίδα ότι θα σκεφτεί όσα ειπώθηκαν μέσα στην συνεδρία ως προς τα “έσω του” και θα μας φέρει καινούρια με αναμνήσεις δεσμούς και νέα όνειρα που έχουν νόημα. Φυσικά δεν επιθυμούμε να ζει όλη του τη ζωή σα μια γιγάντια συνεδρία ανάλυσης. Ζητούμε απ’ αυτόν να μην αλλάξει μέσα στην καθημερινή του ζωή, γι αυτό πρέπει να του γνωρίσουμε μερικές από τις αναμενόμενες ενέργειες του μέσα στην ψυχανάλυση χωρίς να του δημιουργήσουμε απελπισία. Διαπιστώνουμε λοιπόν ενδεικτικά δύο αντιθετικές σειρές λειτουργιών του εγώ που απαιτούνται από τον αναλυόμενο: Πρέπει ταυτόχρονα να πειραματίζεται και να παρατηρεί, να είναι παθητικός και ενεργητικός, και να αφήνεται περισσότερο ή λιγότερο στον πρωτογονισμό του και να ελέγχεται. Πριν μπορέσει τα δεδομένα του αναλυτού ο αναλυόμενος πρέπει πρώτα απ’ όλα να επαληθεύει την ακρίβεια διαμέσου της ενδοσκόπησης. Να τα μελετήσει και συλλογιστεί πριν τα εσωτερίκευση.

 

Δημήτρης Μπούκουρας

Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής