Έννοια των Ψυχοσωματικών Διαταραχών

             Ο άνθρωπος είναι ένα σύνολο – ολότητα ψυχοσωματικό. Το σύμπλεγμα σώμα – ψυχή γίνεται αντιληπτό ολικά, δηλαδή χωρίς ανάλυση των στοιχείων που το συναποτελούν. Επομένως και οι ψυχοσωματικές διαταραχές επιδρούν ολικά στον άνθρωπο, στο σώμα και την ψυχή. Η επιστήμη που εξετάζει τον άνθρωπο ολικά λέγεται ψυχοσωματική.

          Σήμερα η ψυχοσωματική είναι κλάδος των επιστημών της ψυχολογίας και της ιατρικής. Πρόκειται για επιστημονική μεθοδολογία που έχει σκοπό την κλινικοδυναμική θεώρηση και αντικειμενική εκτίμηση των ψυχολογικών (συγκινησιακών) και των σωματικών (οργανικών) παραγόντων κάθε νόσου 

          Η ψυχοσωματική με την αναδρομική ανασύνδεση της ψυχοσυναισθηματικής εξέλιξη του ατόμου, δηλαδή με το να καθορίζει και ν’ αναλύει το ποιόν και τη φύση των σχέσεων ανάμεσα στις συγκινήσεις και τις οργανικές (σωματικές) λειτουργίες του ανθρώπου, δεν εξετάζει αφηρημένα την αρρώστια, όπως η ιατρική. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ψυχοσωματική ιατρική, ιδιαίτερα, παραμελεί την εργαστηριακή (βιοχημική) και (κλινική) σωματική εξέταση του ατόμου. Μ’ άλλα λόγια, η ψυχοσωματική πιστεύει ότι οι συγκινήσεις και οι συναισθηματικοί τραυματισμοί παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό και την εξέλιξη των σωματικών ασθενειών. Η ψυχοσωματική στηρίζεται στη διαπίστωση ότι ο εγκέφαλος είναι το κέντρο για το συντονισμό της συναισθηματικότητας. Η περιοχή αυτή του εγκεφάλου ενσωματώνει από τη μια πλευρά τις συγκινήσεις και από την άλλη επιδρά στον υπόλοιπο οργανισμό με το νευροφυτικό σύστημα. Η λειτουργία του εγκεφαλικού αυτού κέντρου αρχίζει αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού, πράγμα, που ξέρουμε από τις συναισθηματικές βιώσεις του κατά την πρώτη παιδική ηλικία.

          Κατά τον Henri Ey “οι ψυχοσωματικές διαταραχές είναι νόσος που λαβαίνει χώρα σ’ ένα επίπεδο οργάνωσης όπου η ανατομία, η φυσιολογία, οι ενστικτώδεις και συναισθηματικές τάσεις ενώνονται και συναποτελούν μια αδιαφοροποίητη ολότητα”.


Η έννοια του Stress

          Προκειμένου να γίνει κατανοητός ο μηχανισμός γένεσης των ψυχοσωματικών διαταραχών, είναι σκόπιμο ν’ αναφερθούμε περιληπτικά στην έννοια του stress.

          Η λέξη stress είναι αγγλική και δηλώνει ένταση, βία και εξαναγκασμό. Είναι μια κατάσταση οξεία έντασης που κινητοποιεί ο οργανισμό. Το επιθετικό ερέθισμα μπορεί να είναι φυσικό, π.χ ένας τραυματισμός, μια ασθένεια κ.τ.λ, όπως επίσης μπορεί να είναι και ψυχολογικό (συγκίνηση).

          Η αντίδραση του οργανισμού χαρακτηρίζεται από νευρο-ενδοκρινολογικές μεταβολές, που επηρεάζουν τον υποθάλαμο (κέντρο της συγκίνησης στον εγκέφαλο), τους αδένες της υπόφυσης και τους αδένες jurrenales (κέντρο της αντίδρασης)

          Η αντίδραση αυτή του οργανισμού είναι φυσιολογική για κάθε άτομο που δέχεται ένα επιθετικό ερέθισμα.

          Ο οργανισμός προκειμένου ν’ αντισταθεί και να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση (φυσικό ή ψυχολογικό ερέθισμα) χρησιμοποιεί ορισμένους μηχανισμούς με τους οποίους απαντά στα επιθετικά ερεθίσματα. Αυτοί οι μηχανισμοί είναι το stress.

         Αυτός ο όρος έχει επικρατήσει σήμερα διεθνώς βέβαια, η προσαρμογή του οργανισμού στο φυσικό ή ψυχολογικό ερέθισμα, γίνεται με αντιστάθμισμα μια μικρή ή μεγάλη διαταραχή της ισορροπίας του, που είναι πηγή άγχους, νόσου ή ακόμη και θανάτου.

Κατά τον Selye το γενικό σύνδρομο Προσαρμογής του οργανισμού στο stress περιλαμβάνει τρείς φάσεις:

1.Μία φάση συναγερμού

2.Μία φάση αντίστασης (άμυνας) π.χ με το άγχος

3.Μια φάση εξάντλησης που επιφέρει το θάνατο ή αποδιοργάνωση της προσωπικότητας.

Οι τρείς αυτές φάσεις αντιπροσωπεύουν την προσπάθεια του οργανισμού ν’ αποκαταστήσει, το ταχύτερο δυνατό τη διαταραγμένη ισορροπία του.


Μηχανισμός γένεσης των ψυχοσωματικών διαταραχών

           Η σύγκριση είναι πράγματι μια αντίδραση του οργανισμού σε μια κατάσταση. Προκειται για μια ένταση του οργανισμού για να αντιμετωπίσει μία επίθεση. Η εκφόρτιση αυτής της έντασης μετατρέπεται κανονικά σε μια εξωτερική μορφή επίθεση, μια φυγή ή οποιαδήποτε εκφραστική μορφή (χειρονομία, λόγος).

          Αν όμως η εκφόρτιση, κατά Freud η ικανοποίηση της ορμονικής ενέργειας μ’ ένα “αντικείμενο” είναι αδύνατη, γιατί δεν ανταποκρίνεται (δεν είναι ισοδύναμη) στις απαντήσεις της κατάστασης που την προκάλεσε, τότε η ήδη εσωτερικοποιημένη συγκίνηση συμπεριφέρεται σαν ένα ξένο σώμα, που διαταράσσει την ισορροπία του οργανισμού, αποτελεί δηλαδή παράγοντα δημιουργίας stress.

          Εδώ είμαστε υποχρεωμένοι ν’ αναπτύξουμε την έννοια του διάμεσου, της μεσολάβησης στη σχέση οργανισμού – περιβάλλοντος. Σε φυσιολογικές καταστάσεις υπάρχει στον παθογενή παράγοντα και στον οργανισμό. Στις ψυχοσωματικές, όμως, διαταραχές έχουμε έμμεση αλληλεπίδραση που μπορεί να περιγράφει ως εξής: 

          Η κατάσταση που προκάλεσε το ερέθισμα (κοινωνιοψυχολογικά ερεθίσματα) προκαλεί ενεργητική κινητοποίηση της ψυχοσωματικής ολότητας του ατόμου. Η ανταπόκριση (απάντηση) του ατόμου στο ερέθισμα δημιουργεί συγκίνηση (ενδοψυχικό γεγονός).

         Η συγκίνηση είναι το διάμεσο, ο εσωτερικευμένος μεσολαβητής, που απαντά στις απαντήσει που ερεθίσματος κινητοποιώντας τις δυνάμεις του οργανισμού με τη μορφή μυϊκής έντασης, ορμονικής εκφόρτηση και γενικά με την απελευθέρωση ενέργειας. Η σύγκρουση αυτή συνεπάγεται δημιουργία (έκλυση) άγχους που σωματικοποιήται, δηλαδή μετατρέπεται σε σωματικό σύμπτωμα. Στην περίπτωση των ψυχοσωματικών διαταραχών το σύμπτωμα μπορεί να εκδηλωθεί έξω από το σώμα, δηλαδή στη συμπεριφορά όπως συμβαίνει στις νευρώσεις, γιατί δεν καταφέρνει να ξεπεράσει το φράγμα του σώματος, όπου και σταματάει.

         Η παθογένεια, λοιπόν, εδώ δεν προέρχεται από τις αποκτήσεις του ερεθίσματος, αλλ’ από το γεγονός ότι αφού η συγκίνηση δεν μπορεί να εκφραστεί και απωθείται, συμπεριφέρεται σαν παράγοντας που δημιουργεί stress στο σώμα, δηλαδή έχουμε μετατροπή του άγχους σε σωματικό σύμπτωμα.

          Ο ανθρώπινος οργανισμός, ξέρουμε, ότι πιέζεται εξωτερικώς και εσωτερικώς από πολυάριθμους και ποικίλους βλαβερούς παράγοντες: μικροβιακούς, τοξικούς, φυλετικούς, πολιτισμικούς, κοινωνικούς, συναισθηματικούς κ.λ.π, κανένας από τους οποίους πρέπει να αντιμετωπισθεί με προσοχή και να αξιολογηθεί κατάλληλα, με προσπάθεια ψυχοσωματικής προσέγγισης του κάθε προβλήματος.


Κλινική Ταξινόμηση

Όσον αφορά την κλινική κατάταξη των ψυχοσωματικών διαταραχών μπορούμε να πούμε τα εξής:

1.Οι οργανοφυτικές διαταραχές ή νευρώσεις οργάνου (οργανονευρώσεις). Αποτελούν κλινικά συμπτώματα οξεία ή χρόνια που εκδηλώνονται κυρίως από ένα μεμονωμένο όργανο ή από σύστημα οργάνων. Αντίθετα με τις ψυχονευρωτικές αντιδράσεις οι οποίες οφείλονται συνήθως σε πρώιμους ψυχοτραυματισμούς, οι οργανονευρώσεις προκαλούνται από παρούσα ή χρόνια συγκινησιακή αναστάτωση, συναισθηματικό τραυματισμό, ο οποίος διαταράσσει την τωρινή φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού. Τυπικό παράδειγμα οργανονευρώσεων είναι οι καρδιονευρώσεις, τα γαστρεντερικά σύνδρομα, το βρογχικό άσθμα, ο θυρεοειδής κ.α.

2.Οι εμφανές ψυχοσωματικές διαταραχές: όπως είναι η ψυχική ανορεξία, η ψυχογενής πολυφαγία, οι νευροδερματώσεις, τα αλλεργικά σύνδρομα, μερικά από τα αφροδίσια νοσήματα, η ρευματοειδής αρθρίτις κ.α. 

3.Οι σωματο-ψυχικές διαταραχές, όπως είναι οι συγγενείς δυσπλασίες, οι σωματικές παραμορφώσεις, τα “ατυχήματα”, τα “τυχαία” εγκαύματα, οι τραυματισμοί κ.α.


Διαγνωστικά κριτήρια

1.Η διαταραχή πρέπει να προκαλείται, να ακολουθεί ή να επιβαρύνεται από κάποιον ψυχικό τραυματισμό ή συγκίνηση, ή συναισθηματική κάκωση.

2.Οι πάσχοντες από ψυχοσωματικό διαταραχές έχουν συνήθως, κάποια κοινά χαρακτηριστικά ή κοινό τύπο δομής της προσωπικότητας. Η άποψη αυτή όμως εγκαταλείπεται με την πάροδο του χρόνου.

3.Υπάρχει αναλογία ευρείας κατανομής κατά φύλο, ηλικία, φυλή, κοινωνική τάξη κ.λ.π.

4.Παρατηρούνται φάσεις ή εναλλαγές στην κλινική πορεία της ψυχοσωματικής διαταραχής.(αλλαγή ή μετατόπιση συνδρόμου).

5.Διαπιστώνονται όμοια, παράλληλα ή ανάλογα ψυχοσωματικά σύνδρομα στο άμεσο περιβάλλον του ασθενούς, στους γονείς π.χ στους αδερφούς, στους στενούς συγγενείς (ψευδοκληρονομικότητα).

6.Επίσης αξιόλογο κλινικό κριτήριο κάθε ψυχοσωματικής διαταραχής, θεωρούμε την κατά φάσεις πορεία με τις χαρακτηριστικές βελτιώσεις, εξάρσεις, υποτροπές και επιβαρύνσεις του ψυχοσωματικού συμπτώματος.


Ειδική επιλογή του οργάνου 

Για την ερμηνεία του συγκεκριμένου φαινομένου μπορούμε να πούμε τα εξής:

1.Η ιδιοσυστασιακή ή επίκτητη μειονεξία του οργάνου το καθιστά πιο ευάλωτο από παθολογική εξεργασία.

2.Η σημασία στην οποία “το άτομο” προσδίδει στο συγκεκριμένο όργανο και τη λειτουργία του.

3.Η κατάσταση του οργάνου κατά τη στιγμή της επενέργειας των διαταραχών παραγόντων της λειτουργίας του.

4.Η ειδική ετοιμότητα και επιρρέπεια ορισμένων οργάνων προς μία ασθένεια σε ώρα ψυχικής εντάσεως και προς συμβολική έκφραση της ενδοψυχικής διαμάχης.


Ψυχοσωματική θεραπεία

           Κάθε ψυχοσωματική διαταραχή είναι και πρέπει ν’ αποτελεί αντικείμενο συστηματικής και ειδικής μεθοδολογικής – επιστημονικής διερεύνησης και μόνο εάν γίνεται από ειδικό αποτελεί μορφή θεραπείας.

           Δεν υπάρχει, ωστόσο, ειδική μορφή “ψυχοσωματικής” ψυχοθεραπείας, ο δε χειρισμός των ασθενών με τέτοιες διαταραχές εμπίπτει στα πλαίσια της κλασικής ψυχοθεραπεία.

           Η ψυχοθεραπεία εδώ είτε ακολουθεί τις φροϋδικές αρχές είτε είναι επιφανειακή ψυχοθεραπεία (καθησύχαση, συμβουλευτική, ιατρικές οδηγίες, ηθική ενίσχυση κ.α) είναι προσαρμοσμένη σε κάθε τέτοια ανάγκη.


Κλινικές μορφές Ψυχοσωματικών Διαταραχών 

Ψυχογενής Ανορεξία 

           Παρατηρείται συνήθως στα κορίτσια και σε νεαρές γυναίκες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν απαντάται και στους άνδρες, σε αναλογία όμως 1 προς 11. 

           Από πολλούς θεωρείται και περιγράφεται η ανορεξία σαν ιδιαίτερη μορφή νεύρωσης. Είναι λογικότερο, όμως να καταταγεί στις ψυχοσωματικές διαταραχές, για το λόγο, ότι κατά τη διάρκεια της ανορεξίας πάσχει στο σύνολο της όλη η ψυχοβιολογική υπόσταση του ατόμου.

          Το άτομο κατά την ανορεξία κατέχεται από την έμμονη επιθυμία να αδυνατίσει, παλεύει σε απεγνωσμένα ενάντια σε μια υπερορεξία που παρουσιάζεται κατά περιόδους και υπερφασία, ώστε, μετά τη λήξη υπερβολικής ποσότητα τροφής να καταφεύγει στην αποβολή της με εμετό, ή να χρησιμοποιεί διάφορα ανορεξικά για να καταπολεμήσει την όρεξη και την πάχυνση.

           Η καχεξία, αποτέλεσμα του υποσιτισμού, φθάνει συχνά τα ακρότατα σημεία. Τα άτομα αρνούνται τη λήψη τροφής ή προσποιούνται ότι τρώνε κρύβοντας το φαί σε σακούλες ή σε απίθανους χώρους. Άλλοτε. Πάλι, τρώνε κατακόρο μπροστά στους γονείς και μετά το κάνουν εμετό. 

           Συχνά ανατρέπεται και το ωράριο του φαγητού, (νυχτερινή πολυφαγία) ή ακόμα εμφανίζονται ιδιοτροπίες της όρεξης.

           Εκτός από την ανορεξία συνυπάρχει κατά κανόνα αλιγομηνόρροια ή αμηνόρια (η οποία και προηγείται συνήθως της ανορεξίας, χάσιμο βάρους, δυσκοιλιότητα και συμπτώματα κατάθλιψης.

           Παρατηρείται επίσης: υπόταση, βραδυκαρδία, μείωση του βασικοί μεταβολισμού, αναιμία, υπογλυκαιμία.

            Η νόσος αυτή έχει πολλά και ποικίλα αίτια: Τα πιο χαρακτηρίστηκα αναφέρονται στις διαταραχές των ενδοοικογενειακών σχέσεων και κυρίως στο αμφιθυμικά αισθήματα, στην επιθετικότητα και την αντιπαλότητα  προς την υπερπροστατευτική ή απαγορευτική μητέρα, την οποία η ασθενής π.χ κόρη εκδικείται με την ανορεξία της, ή προσπαθεί να επισύρει την προσοχή , τη στοργή και το ενδιαφέρον.

            Τα καταθλιπτικά συμπτώματα, φαίνεται, να πηγάζουν από απωθημένες ενοχές, ασυνείδητους φόβους θανάτου και επιθετικές ορμές.

            Με το χάσιμο τέλος βάρους ο ανορεκτικός επιθυμεί ν’ αποκτήσει τέτοια σωματική κατασκευή ώστε ν’ αποτελεί αντικείμενο σεξουαλικής έλξης ή απώθησης. Η επιθυμία δε για χάσιμο βάρους είναι συνειδητά κίνητρο της νόσου με επιδίωξη την “άρνηση” των εμφανών ενδείξεων της θηλυκότητας, δηλαδή των μαστών, των καμπύλων κ.α.

           Σε βαθύτερο επίπεδο, όμως, το κίνητρο αυτό επαναπροσδιορίζεται από το φόβο (επιθυμία) εγκυμοσύνης, τη συμβολική, δηλαδή, ταυτοποίηση του πάχους προς την εγκυμοσύνη. Σε πιο ασυνείδητο επίπεδο και βάθος αποτελεί ένα είδος αυτοτιμωρίας για κατά το παρελθόν αυνανιστικές ενασχολήσεις των ανορεκτικών, οι οποίες εξισώνουν τον ηδονισμό με την τροφή, την οποία πρέπει ν’ αποφεύγουν σαν ανεπίτρεπτή όπως ανεπίτρεπτης είναι και ο ηδονισμός.


Ψυχογενής Πολυφαγία

          Η ψυχογενής πολυφαγία (βουλιμία) αποτελεί την άλλη όψη του νομίσματος.Η πολυφαγία είναι το κυριότερο αίτιο της παχυσαρκία δεδομένου ότι οι οργανικές παθήσεις οι οποίες προκαλούν παχυσαρκία περιορίζονται σε 5-8%.

          Το βάρος του παχύσαρκου υπερβαίνει κατά 20% συνήθως το φυσιολογικό βάρος ορισμένου ύψους και ορισμένης ηλικίας του ατόμου.Οι γυναίκες είναι περισσότερο επιρρεπείς τόσο κατά την εφηβική ηλικία όσο και κατά την κλιμακτήριο.Κύρια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των παχύσαρκων είναι η ανωριμότητα, η καχυποψία και το έκδηλο άγχος. Τα άτομα αυτά, είναι επίσης “ευαίσθητα” στις συναισθηματικές – ψυχικές συγκρούσεις, είναι επιθετικά, ευερέθιστα και έχουν εσφαλμένη αντίληψη της εικόνας του σώματος.Όσον αφορά την αιτιολογία, πρόκειται για μια ψυχολογική παλινδρόμηση στο στοματικό στάδιο της ψυχοσυναισθηματικής εξέλιξης του ατόμου. Η πολυφαγία ικανοποιεί συμβολικά τόσο τις σεξουαλικές ορμές όσο και τις συναισθηματικές ανάγκες του παχύσαρκου. 

           Με αφορμή τη σύγκρουση αυτή το άτομο καταφεύγει στην τροφή, όπως το βρέφος στο στήθος της μάνας του για να ικανοποιήσει μ’ αυτόν τον τρόπο τις συναισθηματικές του ανάγκες. Στην πραγματικότητα πολλοί παχύσαρκοι καταφεύγουν στην τροφή, όχι γιατί πεινούν, αλλά γιατί δεν είναι σε θέση να διαχωρίσουν τα όρια ικανοποίησης του αισθήματος της πείνας και του αισθήματος του κορεσμού.Τρώνε επομένως μέχρι δυσφορίας, για να καταληφθούν κατόπιν από αισθήματα ενοχών και αυτολομφής, τα οποία οδηγούν στο άγχος το οποίο πάλι απαλλάσσεται με την πολυφαγία. Φαύλος κύκλος δηλαδή.Χαρακτηριστική είναι επί παχυσαρκία η διαταραχή της αντίληψης της εικόνας του σωματικού εγώ.

Από το 9ο έτος το άτομο “συλλαμβάνει” την υποκειμενική αντίληψη της εικόνας του εγώ, ανάλογα του βαθμού της ψυχοβιολογικής ωρίμανσης, των προσωπικών εμπειριών, των κοινωνικοπολιτισμικών παραγόντων κ.α.Σε μερικές χώρες η ισχύς του εγώ εξισώνεται με τη σωματική ισχύ. Ο Αγά Χάν π.χ ζυγιζότανε κάθε χρόνο και αντάλλαζε το σωματικό βάρος του σε χρυσό.

Δημήτρης Μπούκουρας

Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής