Επιθετικότητα

Τάση ή σύνολο τάσεων που εμφανίζονται μέσα στη πραγματική ή φαντασιωστική πραγματικότητα, οι οποίες σκοπεύουν να καταστρέψουν τον άλλον, να τον διαλύσουν, να αντιτεθούν κ.λ.π.

H επίθεση γνωρίζει και άλλες, ουσιομορφίες όπως η βίαια και καταστρεπτική κίνηση.

Καμιά συμπεριφορά δεν είναι τόσο αρνητική (άρνηση για αντίσταση π.χ) η θετική, συμβολική (ειρωνεία π.χ)ή αποτελεσματικά δραστήρια όταν δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν καθαρά επίθεση.

Η ψυχανάλυση έδωσε σπουδαία σημασία στην επιθετικότητα φανερώνοντας την πολύ νωρίς στην ανάπτυξη του παιδιού και υπογραμμίζοντας το πολύπλοκο παιχνίδι της ένωσης και αποχωρισμού της με τη σεξουαλικότητα.

Αυτή η εξέλιξη των ιδεών δημιουργεί την τάση να αναζητείται στην επιθετικότητα ένα υπόβαθρο μοναδικής και θεμελιώδους ορμής μέσα στη θεωρία της ορμής του θανάτου.

Ο Φρόυντ, κατά σύμφωνη γνώμη των πολλών, άργησε να αναγνωρίσει την σημασία της επιθετικότητας. Ο ίδιος αναρωτήθηκε: Γιατί μας πήρε τόσο χρόνο ώσπου να αποφασίσουμε να αναγνωρίσουμε μια επιθετική ορμή και γιατί διστάσαμε να αποφασίσουμε τη χρήση μιας θεωρίας όπου γεγονότα και σημεία ήταν φανερά και γνωστά στο καθένα.

Πρώτος το 1908 ο Adler έθεσε στην επιφάνεια τη σημασία της ορμής της επιθετικότητας σαν αυτόνομη, και Ο Φρόυντ την αρνιόταν για καιρό, όπως και η ψυχαναλυτική θεωρία αρνιόταν μέχρι τη στροφή του 1920 να την αναγνωρίσει.

O Φρόυντ μέσα στη θεραπεία ασθενών του συνάντησε την αντίσταση και έκανε την εξής παρατήρηση για την επιθετικότητα: Το υποκείμενο που μέχρι τώρα ήταν ήσυχο, καλό, υπάκουο γίνεται αντικοινωνικό, επαναστάτης, υποκριτής ή ερεθιστικό μέχρι τη στιγμή όπου του εξηγώ την πλευρά αυτή του χαρακτήρα του.

Αργότερα μέσα στη περίπτωση της Dora (Fragment d’ une analyse d’ hyssterle) διακρίνει μέσα στην επέμβαση της επιθετικότητας ένα ξεχωριστό στοιχείο της ψυχαναλυτικής θεραπείας: O ασθενής σε άλλες θεραπείες φανερώνει τρυφερά και φιλικά συναισθήματα για τους θεράποντες του σ' αντίθεση με την ψυχανάλυση όπου όλα τα συναισθήματα συμπεριλαμβανομένων βεβαίως και των εχθρικών, αφυπνίζονται, ενεργοποιούνται και χρησιμοποιούνται από την ανάλυση για να γίνουν συνειδητά.

Έτσι αυτό η μεταβίβαση φάνηκε σαν αντίσταση στον Φρόυντ και ένα μεγάλο μέρος αυτής της αντίστασης, που χαρακτηρίζεται από την επιθετικότητα, είναι που ονόμασε ο Φρόυντ αρνητική μεταφορά συναισθημάτων.

Η κλινική ψυχολογία δίνει ξεχωριστή σημασία στην ύπαρξη εχθρικών συναισθημάτων μέσα στη ψυχαναγκαστική νεύρωση και στην παράνοια.

Η έννοια της αμφιταλάντευσης επισημαίνει την συνύπαρξη, κατά την ίδια στιγμή, της αγάπης και του μίσους, που στο Οιδιπόδειο εμφανίζεται καθαρά.

Το 1900 στο L’ interpretation du reve επισημαίνει για μια ακόμη φορά τον διπλό τύπο επιθυμίας (μίσους-αγάπης)μέσα στη φράση όνειρα με το θάνατο πολύ αγαπημένων προσώπων που η επεξεργασία τους καταλήγει στην διασαφήνιση της παρουσίας αυτών των δύο αντιθέτων επιθυμιών.

Η ποικιλία και η σπουδαιότητα αυτών των φαινομένων προκάλεσαν μια πολλαπλή εξήγηση στην πρώτη θεωρία των ορμών από το Φρόυντ.

1. Εάν κάποιος αρνείται την υπόσταση πίσω από αυτές τις επιθετικές τάσεις και συμπεριφορά, μιας ορμής είναι επειδή η αναγνώριση ότι είναι μια ορμή συνεπάγεσαι την αποδοχή της σαν μια τάση ενέργειας που δεν βρίσκει διέξοδο και που απαιτεί από τον ψυχικό μηχανισμό μια διαδικασία διοχετεύσεως ή όχι. Μ’ αυτή την έννοια για να πραγματοποιήσει τους σκοπούς της, (η ορμή), παθητικοποιεί το άτομο (δηλ. θέλει να είναι αγαπημένο, να τον ξεχωρίζουν κ.λ.π).

2. Γνωρίζουμε ότι, στη πρώτη θεωρία των ορμών, οι σεξουαλικές ορμές αντιτίθονταν στις ορμές της αυτοσυντήρησης. Αυτές, κατά ένα γενικό τρόπο, έχουν σαν λειτουργία την επιβεβαίωση και την συγκράτηση (σ’ ένα επίπεδο) της ανθρώπινης ύπαρξης. Στα πλαίσια αυτής, της τοποθέτησης, η συμπεριφορά ή τα αισθήματα που είναι έκδηλα επιθετικά όπως ο σαδισμός και το μίσος π.χ αναζητείται ή αναζητούνται μέσα από πολύπλοκο παιχνίδι των δύο μεγάλων τύπων όρμων.

Στο PULSIONS ΕΤ DESTINS DES PULSIONS 1915. O Φρόυντ δείχνει μια θεωρεία Μεταψυχολογική της επιθετικότητας.

Η φαινομενική μεταστροφή της αγάπης σε μίσος δεν είναι παρά μια αυταπάτη. Το μίσος δεν είναι παρά μια αγάπη αρνητική. Έχει την πολυπλοκότητα της η θεωρία, η κεντρική θέση είναι η έξης: Τα αληθινά πρωτότυπα της σχέσεως μίσους δεν προέρχονται από την σεξουαλική ζωή άλλα από τον αγώνα του εγώ για να διατηρηθεί ανέπαφο και να επιβεβαιωθεί.

3. Τέλος μέσα στο πεδίο των όρμων της αυτοσυντήρησης, ο Φρόυντ εξειδικεύει, είτε σαν λειτουργία είτε σαν ανεξάρτητη ορμή, την δραστηριότητα που εξασφαλίζει την κυριαρχία πάνω στο αντικείμενο. Απ’ αυτή τη θεωρία φαίνεται να υπογραμμίζει ένα είδος ενδιαμέσου σταδίου μεταξύ της απλής δραστηριότητας και μιας τάσης καταστροφής για την καταστροφή.
Η ορμή επιβολής (και κυριαρχίας),είναι μια ανεξάρτητη ορμή που συνδέεται με ξεχωριστό σωματικό μηχανισμό (το μυϊκό σύστημα) και με ένα στάδιο της εξέλιξης που καλείται σαδιστικό-πρωκτικό.
Από την άλλη μεριά όμως το να διαλύσει ή καταστρέψει το αντικείμενο του είναι αδιάφορο.
Η προσοχή που δίνει στον άλλο καθώς και ή συμμετοχή του στο πόνο του άλλου δεν είναι παρά η μαζοχιστική αναστροφή όπου η ορμή επιβολής συνδέεται αναπόσπαστη με το σεξουαλικό ερεθισμό που προκαλείται.

Στη τελευταία του θεωρία περί όρμων, του Φρόυντ, η επιθετικότητα παίρνει μια σπουδαία και σημαντική θέση. Περιληπτικά η θεωρία αυτή σε σχέση με την επιθετικότητα είναι η έξης: ένα μέρος της ορμής του θανάτου τίθεται κατ’ ευθείαν στην υπηρεσία της σεξουαλικής ορμής όπου ο ρόλος της είναι σημαντικότατος. Εδώ είναι κυρίως ο Σαδισμός. Ένα άλλο μέρος της ορμής του θανάτου δεν συνοδεύει αυτή τη μεταστροφή προς το εξωτερικό, αλλά παραμένει μέσα στον οργανισμό, όπου αυτή συνδέεται λιμπιντικώς με τη σεξουαλική διέργερση, για να την βοήθα και τη συνοδεύει. Την αναγνωρίζουμε (το μέρος της ορμής του θανάτου) μέσα στο πρωτογενή ή ερωτογενή μαζοχισμό.

Εκείνο όμως το μέρος της ορμής του θανάτου που στρέφεται προς τα έξω με τη βοήθεια κυρίως του μυϊκού συστήματος,(το μέρος που ο Φρόυντ ονομάζει ορμή της επιθετικότητας),είναι η τάση της αυτοκαταστροφής και γίνεται κατανοητό μόνο μέσα στην ένωση του με την σεξουαλικότητα.

Το δυαδικό, ορμή της ζωής και η ορμή του θανάτου παρομοιάζεται συχνά από τους ψυχαναλυτές με τη σεξουαλικότητα και την επιθετικότητα, αντίστοιχα.

Μια τέτοια όμως παρομοίωση επισύρει ορισμένες παρατηρήσεις: 
α)Τα στοιχεία τα οποία ο Φρόυντ καλεί στο: (AU-DELA DU PRINCIPE DE ΡLAISIR 1920)για να αιτιολογήσει την εισαγωγή της θεωρίας της ορμής του θανάτου είναι τα φαινόμενα όπου επιβεβαιώνεται η παρόρμηση της επανάληψης και αυτή δεν βρίσκεται σε σχέση με την επιθετική συμπεριφορά.

Παρόρμηση της επανάληψης:

Α)ασυνείδητη εξέλιξη με την οποία το υποκείμενο τοποθετείται ενεργητικά στις δύσκολες καταστάσεις επαναλαμβάνοντας έτσι παλαιότερες καταστάσεις χωρίς να θυμάται το πρωτότυπο (αυτών των καταστάσεων) και με την έντονη εντύπωση ότι πρόκειται για καταστάσεις που κινητοποιούνται και δημιουργούνται επικαίρως.
Β)Η παρόρμηση της επανάληψης εξετάζεται σαν αυτόνομος παράγοντας που σε τελευταία ανάλυση η δυναμική του θεώρηση είναι συγκρουστική όπου συμμετέχουν η αρχή της ηδονής και η αρχή της πραγματικότητας. Ανταποκρίνεται θεμελιωδώς στον γενικότερο χαρακτήρα των ορμών της συντήρησης.

β)Εάν στο πεδίο της επιθετικότητας μερικά φαινόμενα αποκτούν περισσότερη αξία για τον Φρόυντ, αυτά είναι όσα μαρτυρούν μια κάποια επιθετικότητα: η κλινική της κατάθλιψης, του πένθους ή της μελαγχολίας, αίσθημα ασυνειδήτου ένοχης, αρνητική αντίδρασης στη θεραπεία κ.λ.π είναι φαινόμενα που τον οδήγησαν να μιλήσει για μυστηριώδεις μαζοχιστικές τάσεις του εγώ.

γ)Οι ορμές της ζωής η του έρωτα δεν είναι μια νέα ονομασία για να καλύψει αυτό που πριν εκκαλείτο σεξουαλικότητα. Κάτω από την ονομασία «έρωτας» ο Φρόυντ, υπογραμμίζει το σύνολο των ορμών που δημιουργούν ή συγκρατούν ενότητες όπου συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο οι σεξουαλικές ορμές, που έχουν τάση την διατήρηση του είδους άλλα και τις ορμές της αυτοσυντήρησης οι όποιες σκοπεύουν να διατηρήσουν και επιβεβαιώσουν την εξατομικευμένη ύπαρξη.

δ)Η θεωρία του θανάτου δεν συμπεριλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο εκδηλώσεις επιθετικές διότι είναι μέρος τους που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε αγώνας για τη ζωή ανήκει βεβαίως στον έρωτα. Όμως ένα άλλο μέρος απ’ αυτήν αναγνωρίζεται μέσα στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα από το αναλλοίωτο της, την αντίσταση της, τον εξωπραγματικό χαρακτήρα της και από οικονομική άποψη από την τάση της για την απόλυτη μείωση των τάσεων.

Μετά το 1920 ή θεωρία της επιθετικότητας ανανεώνεται ως εξής:

1. Το πεδίο όπου αναγνωρίζουμε την επιθετικότητα εν δράσει διευρύνεται. Από τη μια μεριά η θεωρία ότι η καταστρεπτική ορμή δύναται να στραφεί προς τα έξω η προς τα έσω οδηγεί στη διατύπωση του σαδομαζοχισμού, πολύπλοκη πραγματικότητα ικανή όμως να εξηγήσει πολλές ουσιομορφίες της ψυχικής ζωής.
Από την άλλη μεριά ή επιθετικότητα δεν βρίσκει εφαρμογή στις σχέσεις με το αντικείμενο (τον άλλο) η με τον εαυτό του αλλά και στις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων διαστάσεων της προσωπικότητας. (Σύγκρουση μεταξύ υπερ-εγώ και εγώ)
2. Εντοπίζοντας την ορμή του θανάτου, στην πηγή της, στο ίδιο το άτομο και κάνοντας από την αυτό-επίθεση την Αρχή της επιθετικότητας την ξεχωρίζει πλέον από την κλασσική μέχρι τότε θεωρία και την βλέπει σαν τρόπο σχέσης με τον άλλο, βία που ασκείται στον άλλο.
3. Διαχωρισμός δραστηριότητας-επιθετικότητας.
Η επιθετικότητα δεν είναι ένα είδος δραστηριότητας. Άρα χρειάζεται διασαφήνιση της επιθετικής συμπεριφοράς:
Η θεωρία ένωση-διάλυση της ένωσης δίνει στοιχεία για την απάντηση. Δεν σημειώνει μόνο το γεγονός ότι υπάρχει αλλά και την ιδέα ότι η διάλυση της ένωσης είναι κατά βάθος ο θρίαμβος της καταστρεπτικής ορμής αφού σκοπεύει να καταστρέψει το σύνολο, την ένωση.
Αντίθετα από τον Έρωτα που δίνει να δημιουργεί και να διατηρεί. Μ’ αυτή τη θεώρηση η επιθετικότητα είναι μια δύναμη που αποδιοργανώνει και κομματιάζει.

Τα ίδια χαρακτηριστικά έχουν επισημανθεί και από την M. KLEIN που επιμένει κυρίως στον κυρίαρχο ρόλο που παίζουν οι επιθετικές ορμές στην πρώτη παιδική ηλικία.