Κατάθλιψη

Η κατάθλιψη είναι μια από τις πιο συνηθισμένες ψυχικές ασθένειες της εποχής μας και σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπων στον κόσμο. Η κατάθλιψη είναι μια ασθένεια που αντιμετωπίζεται, αλλά αντιμετωπίζεται καλύτερα όταν αντιμετωπίζεται έγκαιρα.

Με απλά λογάκια, στην καθομιλουμένη όταν λέμε ότι "σήμερα έχω κατάθλιψη", "είμαι στεναχωρημένος", "νιώθω λυπημένος", "δεν έχω κέφι", "αυτός ο άνθρωπος σου φέρνει κατάθλιψη" ή "νιώθω μελαγχολικά", στην ουσία αναφερόμαστε σε μια κατάσταση που έχει να κάνει με την διάθεσή μας. Η διάθεση είναι ένα συναίσθημα και γι’ αυτό συνήθως χρησιμοποιούμε τον όρο "νιώθω" για να το περιγράψουμε. Η διάθεσή μας είναι καταθλιπτική ή μελαγχολική όταν είμαστε λυπημένοι για κάτι. Το αντίθετό της είναι η χαρά. Ωστόσο τις περισσότερες φορές δεν νιώθουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά μάλλον είμαστε σε μια ουδέτερη κατάσταση. Μπορούμε λοιπόν να δούμε ότι υπάρχει μια κλίμακα διαβάθμισης που στο ένα άκρο έχει την χαρά και στο άλλο την λύπη. Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε προς την τελευταία τόσο πιο στεναχωρημένοι νιώθουμε, τόσο πιο μελαγχολικά και καταθλιπτικά αισθανόμαστε.

Η κατάθλιψη λοιπόν όπως την χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας γλώσσα έχει μια ποιοτική συνιστώσα αλλά και μια ποσοτική, η οποία μπορεί να εκτείνεται από το ελαφρύ αίσθημα λύπης έως την απέραντη κατήφεια και δυστυχία. Η ποσοτική αυτή συνιστώσα εξαρτάται προφανώς από την ένταση του ερεθίσματος που προκάλεσε την διάθεση αυτή. Π.χ. εάν κάποιος φοιτητής αποτύχει στις εξετάσεις ενός μαθήματος είναι φανερό ότι θα νιώσει λυπημένος εάν κάποιος χωρίσει με την φίλη του ή τον φίλο του μάλλον θα νιώσει περισσότερο λυπημένος, ενώ εάν χάσει κάποιο αγαπημένο του οικογενειακό πρόσωπο ίσως στην αρχή νιώσει δυστυχισμένος. Αυτό βεβαίως είναι ένα παράδειγμα διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν απόλυτα ερεθίσματα αλλά μόνο σχετικά, εξαρτώνται δηλαδή από την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει κανείς στο ερέθισμα. Αυτό πάντως που είναι κοινό σε όλες τις περιπτώσεις είναι ότι κατάθλιψη, λύπη, μελαγχολία προκαλείται από ερεθίσματα που γενικά εκλαμβάνονται από τον άνθρωπο ως απώλεια κάποιου σημαντικού πράγματος. Η κατάθλιψη όπως χρησιμοποιούμε τον όρο καθημερινά είναι μια πανανθρώπινη εμπειρία. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ζήσει την συναισθηματική αυτή εμπειρία. Ανεξάρτητα αν κάποιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν αυτό τον όρο για να εκφράσουν διαφορετικό βαθμό λύπης (άλλοι ακόμη και για την μικρού βαθμού λύπη και άλλη μόνο για πιο έντονες καταστάσεις), ωστόσο όλοι καταλαβαίνουμε περίπου την σημασία της. Ως τέτοια εμπειρία, η κατάθλιψη συνήθως είναι μικρής διαρκείας και αυτοπεριοριζόμενη. Είμαστε στενοχωρημένοι για μικρό χρονικό διάστημα και πολύ εύκολα, όταν συμβεί κάτι ευχάριστο, η διάθεσή μας επανέρχεται. Οι διακυμάνσεις αυτές της διάθεσης είναι απόλυτα φυσιολογικές και συμβαίνουν πολλές φορές κατά την διάρκεια της ημέρας.

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι η κατάθλιψη με την κοινή σημασία του όρου είναι μια άσχημη διάθεση που είναι η φυσιολογική απάντηση σε ένα ερέθισμα που συνήθως έχει να κάνει με μια αίσθηση απώλειας, όπως ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, ο χωρισμός, η απώλεια της εργασίας, η μη επίτευξη των στόχων μας, η απώλεια ενός υλικού αγαθού κ.λ.π. Οι φυσιολογικές αυτές αντιδράσεις δεν διαρκούν πολύ, συνήθως δεν επηρεάζουν την γενική λειτουργικότητα και δραστηριότητα του ατόμου, εύκολα μεταβάλλονται και τροποποιούνται και συνήθως αυτοπεριορίζονται.

Πιο επιστημονικά, η κατάθλιψη μπορεί να είναι ένα και μοναδικό σύμπτωμα που συνήθως διαρκεί λίγο ή μπορεί να είναι σύνδρομο ή διαταραχή, που αποτελείται και από άλλα συμπτώματα που τείνουν να επιμένουν. Τα άτομα που παραπονούνται για κατάθλιψη συχνά αναφέρονται σε μια επίμονη αίσθηση κατάπτωσης ή θλίψης, ή έλλειψη ενδιαφέροντος ή ικανοποίησης (ανηδονία). Τα άτομα αυτά είτε παρουσιάζουν οξυθυμία είτε αναφέρεται από άλλους ότι βρίσκονται σε κατάθλιψη ή ότι έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για ζωή γιατί είναι συχνά δακρυσμένα η λυπημένα ή δε συμμετέχουν σε δραστηριότητες που, υπό άλλες συνθήκες θα τους προκαλούσαν ευχαρίστηση. Υπάρχουν, όμως, κι άλλα συμπτώματα που συχνά συνοδεύουν την καταθλιπτική διάθεση ή την ανηδονία, που μάλιστα μπορεί να αναφερθούν από τον ασθενή στην πρώτη συνέντευξη. Οι διαταραχές του ύπνου και της όρεξης, τα οποία εμφανίζονται είτε σε ελάχιστο είτε σε υπερβολικό βαθμό, είναι συνηθισμένες. Αλλαγή του βάρους κατά τουλάχιστον 5% μέσα σε ένα μήνα, μπορεί επίσης να συνοδεύει τέτοια συμπτώματα. Οι ασθενείς με κλινικά διαγνωσμένη κατάθλιψη μπορεί επίσης να παραπονεθούν για σχεδόν καθημερινή έλλειψη ενεργητικότητας ή κόπωση, μείωση της ικανότητας συγκέντρωσης και μειωμένη ικανότητα λήψης αποφάσεων. Οι ασθενείς μπορεί να βρίσκονται σε ένταση ή αναστάτωση, ή αντίθετα να έχουν επιβραδυμένη κινητικότητα. Πολλοί έχουν μειωμένη αυτοεκτίμηση ή νιώθουν υπερβολικές ενοχές και τείνουν να ανακυκλώνουν τα πράγματα. Επιπλέον, ασθενείς με συνοσηρότητα που παίρνουν παράλληλες φαρμακευτικές αγωγές μπορεί επίσης να εμφανίσουν συμπτώματα παρόμοια με αυτά της κατάθλιψης. (π.χ. αϋπνία, χάσιμο βάρους, κόπωση), πράγμα που περιπλέκει την κατάσταση.

Διάγνωση-Συμπτώματα-Συνέπειες

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποια ειδική εξέταση, εργαστηριακή ή απεικονιστική, με την οποία να μπορεί να τεθεί η διάγνωση της Κατάθλιψης.
Η διάγνωση γίνεται από τον κλινικό γιατρό, συνήθως ψυχίατρο, με βάση διεθνώς ισχύοντα κριτήρια.

Σύμφωνα με κριτήρια, τα οποία έχει θεσπίσει η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, ένα άτομο πάσχει από Κατάθλιψη, όταν παρουσιάζει 5 ή περισσότερα από τα παρακάτω συμπτώματα (το πρώτο ή το δεύτερο σύμπτωμα θα πρέπει απαραίτητος να συμπεριλαμβάνεται), καθημερινά, για διάστημα τουλάχιστον 2 εβδομάδων:

1.Αίσθημα θλίψης, μελαγχολίας ή απογοήτευσης
2.Μείωση του ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης για δραστηριότητες
3.Μεταβολές στην όρεξη για φαγητό που προκαλούν μείωση ή αύξηση του βάρους και οι οποίες δεν σχετίζονται με δίαιτες
4.Αϋπνία ή τάση για αύξηση του ύπνου
5.Απώλεια της ενεργητικότητας ή αίσθημα αυξημένης κόπωσης
6.Αίσθημα ανησυχίας ή ευερεθιστότητα
7.Αίσθημα ότι δεν αξίζει ως άνθρωπος ή ενοχές
8.Δυσκολία στο να συγκεντρώνεται ή να παίρνει αποφάσεις και
9.Σκέψεις αυτοκτονίας.

Επιπλέον, τα παραπάνω συμπτώματα θα πρέπει να προκαλούν σημαντική δυσφορία ή διαταραχή στην κοινωνική και επαγγελματική λειτουργικότητα του ατόμου και να μην οφείλονται στη χρήση φαρμάκων ή τοξικών ουσιών ή σε σωματική νόσο.

Πέρα από τα συμπτώματα που μπορεί να εμφανίσει κάποιος κατά τη διάρκεια της κατάθλιψης υπάρχουν και συνέπειες που επηρεάζουν τις σκέψεις, το μυαλό και το σώμα. Αναλυτικά, μεγάλη ελάττωση του ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης σε όλες ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε μέρα. Π.χ., μια μητέρα έχασε το ενδιαφέρον της να φροντίσει το μικρό της παιδί, να καθαρίσει το σπίτι της, να βγει έξω να ψωνίσει με μια φίλη της, να ντυθεί όμορφα, πράγματα που πριν την ευχαριστούσαν πολύ. Η αλλαγή αυτή στην συμπεριφορά της είχε γίνει πολύ αντιληπτή από το στενό της περιβάλλον.

Καταθλιπτική Διάθεση, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε ημέρα όπως φαίνεται είτε με υποκειμενική εκτίμηση είτε σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των άλλων (π.χ., ο ασθενής κλαίει συχνά και φαίνεται πολύ στεναχωρημένος). Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω από αυτό το σύμπτωμα πήρε και την γενικότερη ονομασία της η διαταραχή αυτή.

Δυσκολία στον ύπνο. Η διαταραχή αυτή του ύπνου μπορεί να έχει πολλές μορφές. Π.χ., μερικοί ασθενείς δεν μπορούν να κοιμηθούν καθόλου, άλλοι κάνουν πολύ ακανόνιστο ύπνο, ξυπνούν δηλαδή πολλές φορές κατά την διάρκεια της νύχτας. Χαρακτηριστικό όμως της κατάθλιψης είναι ότι οι ασθενείς ξυπνούν από πολύ πρωί, π.χ. από τις 4 η ώρα και δεν ξανακοιτιούνται. Αυτή η πρώιμη αφύπνιση όπως λέγεται εμφανίζεται πιο συχνά στην κατάθλιψη.

Διαταραχές στην όρεξη για φαγητό. Συνήθως η κατάθλιψη προκαλεί απώλεια της όρεξης για φαγητό με αποτέλεσμα απώλεια βάρους, π.χ., ένας ασθενής 75 κιλών μπορεί να έχει χάσει σ' ένα μήνα πάνω από 5 κιλά. Σε μια μικρή ομάδα ασθενών προκαλείται το αντίθετο σύμπτωμα, δηλαδή υπερφαγία.

Απώλεια του ενδιαφέροντος για σεξ. Τυπικό σύμπτωμα της κατάθλιψης η απώλεια του ενδιαφέροντος για την ερωτική πράξη. Ας σημειωθεί ότι εδώ αναφερόμαστε στην διάθεση για σεξ και όχι στο αν γίνεται ή όχι η ερωτική πράξη .Π.χ., μια γυναίκα με κατάθλιψη μπορεί να κάνει έρωτα με τον σύζυγο της γιατί εκείνος το θέλει, αλλά η ίδια αν ερωτηθεί θα πει ότι δεν το επιθυμεί καθόλου και δεν της προκαλεί καμιά ευχαρίστηση.

Απώλεια των δυνάμεων και της ενεργητικότητας. Ο ασθενής με κατάθλιψη νιώθει σαν να τον έχουν εγκαταλείψει οι δυνάμεις του, αισθάνεται κουρασμένος όλη την ώρα και γι' αυτό πολλές φορές κάθεται στην καρέκλα και δεν κάνει τίποτα. Μερικοί ασθενείς μπορεί από την άλλη να εμφανίζουν έντονη ανησυχία και άγχος, σαν κάτι κακό να πρόκειται να συμβεί
Αδυναμία συγκέντρωσης, σκέψης, μνήμης ή λήψης αποφάσεων. Ο ασθενής με κατάθλιψη δεν μπορεί να συγκεντρωθεί εύκολα. Το μυαλό του φαίνεται να είναι απασχολημένο με άλλες ιδέες και σκέψεις.

Ιδέες ενοχής, αυτομομφής και αναξιότητας. Ο ασθενής με κατάθλιψη τυπικά πιστεύει ότι ο ίδιος φταίει για την τροπή που έχει πάρει η ζωή του, όλα είναι δικό του λάθος. Νιώθει ότι η κατάσταση που περνάει είναι σαν ένα είδος τιμωρίας για πράγματα που έκανε στο παρελθόν. Μπορεί να νιώθει ότι δεν αξίζει τίποτε σαν άνθρωπος, ότι είναι ένα μηδενικό.

Ανησυχία και απαισιοδοξία για το μέλλον. Ο ασθενής με κατάθλιψη χρωματίζει το μέλλον του με μαύρα χρώματα. Πιστεύει ότι πολύ δύσκολα θα αλλάξει η κατάσταση της ζωής του.
Ιδέες αυτοκτονίας. Μερικές φορές ο ασθενής νιώθει τόσο απελπισμένος και αβοήθητος που μπαίνουν στο μυαλό του ιδέες αυτοκτονίας. Ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι αυξημένος σε ασθενείς με σοβαρή κατάθλιψη.

Γενικά σωματικά συμπτώματα: Πολλοί ασθενείς με κατάθλιψη αναφέρουν μια ποικιλία από σωματικά συμπτώματα όπως πονοκεφάλους, πόνους γενικά στο σώμα τους, προβλήματα από το γαστρεντερικό κ.λ.π. Πολλές φορές τα συμπτώματα αυτά τους οδηγούν σε διάφορους γιατρούς ή στα νοσοκομεία. Χαρακτηριστικό είναι ότι ύστερα από την εξέταση τα συμπτώματα δεν μπορούν να εξηγηθούν και αποδίδονται από τον γιατρό σε άγχος ή κόπωση. Δεν είναι ανάγκη να έχει κανείς όλα τα συμπτώματα για να θεωρηθεί ότι πάσχει από κατάθλιψη. Οι ειδικοί θεωρούν ότι 5 ή περισσότερα συμπτώματα, εκ των οποίων τουλάχιστον ένα από τα δύο πρώτα, φτάνουν για να μπει η διάγνωση.


Αιτίες εκδήλωσης της κατάθλιψης

Δεν υπάρχει ένα και μοναδικό αίτιο που θα μπορούσε να ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση των καταθλιπτικών επεισοδίων. Η κατάθλιψη είναι μια νόσος πολυπαραγοντική και οφείλεται στην αλληλεπίδραση γενετικών, βιολογικών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων. Οι βαρύτερες μορφές της προκαλούνται κυρίως από βιολογικούς παράγοντες, ενώ οι ηπιότερες από ψυχοκοινωνικούς.

Γενετικοί Παράγοντες:
Οι επιδημιολογικές έρευνες που έχουν γίνει σε οικογένειες και διδύμους καθώς και οι μελέτες υιοθεσίας κατέδειξαν ότι ο κίνδυνος νόσησης (η πιθανότητα δηλαδή να νοσήσει κάποιος) από κατάθλιψη είναι: Για τους συγγενείς πρώτου βαθμού (γονείς, αδέλφια, παιδιά) περίπου τριπλάσιος από το γενικό πληθυσμό. Για τους συγγενείς δευτέρου βαθμού (παππούδες, εγγόνια, θείοι, ανίψια, ετεροθαλή αδέλφια) διπλάσιος από το γενικό πληθυσμό. Για τους συγγενείς τρίτου βαθμού (πρώτα ξαδέλφια) ελαφρώς αυξημένος σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Η επικρατέστερη, σήμερα, άποψη είναι ότι κληρονομείται μια ευαισθησία (ευαλωτότητα) για τη νόσο, η οποία θα εκδηλωθεί εάν επιδράσουν ψυχοκοινωνικοί στρεσσογόνοι παράγοντες.

Βιολογικοί Παράγοντες:
Από τη δεκαετία του '50, ήδη, έχουν προκύψει από ερευνητικά δεδομένα ισχυρές ενδείξεις, που κατοχυρώνουν το ρόλο ουσιών, των νευροδιαβιβαστών, στην αιτιοπαθογένεια της κατάθλιψης. Οι νευροδιαβιβαστές είναι βιοχημικές ουσίες, μέσω των οποίων επικοινωνούν τα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου. Το ερευνητικό ενδιαφέρον έχει εστιασθεί στους νευροδιαβιβαστές σεροτονίνη και νοραδρεναλίνη και διαπιστώθηκε ότι στην κατάθλιψη τα νευροδιαβιβαστικά αυτά συστήματα υπολειτουργούν. Ο μηχανισμός δράσης, άλλωστε, των περισσότερων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, τα οποία δρουν ενισχύοντας την νευροδιαβίβαση που επιτελείται μέσω της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης, έρχεται να συμφωνήσει με την υπόθεση αυτή.

Επίσης μερικές μη ψυχιατρικές νόσοι του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (Κ.Ν.Σ.), όπως η νόσος του Parkinson, η επιληψία, τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, οι όγκοι, που επηρεάζουν τη λειτουργία περιοχών του εγκεφάλου οι οποίες ρυθμίζουν το συναίσθημα, εκδηλώνονται με καταθλιπτικά συμπτώματα. Ενδοκρινικές διαταραχές (π.χ. υποθυρεοειδισμός, νόσος του Cushing), λοιμώδη και αυτοάνοσα νοσήματα (πνευμονία, λοιμώδη μσνοπυρήνωση, φυματίωση, ρευματοειδής αρθρίτιδα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, AIDS), αναιμίες καθώς και όγκοι του γαστρεντερικού (π.χ. καρκίνος της κεφαλής του παγκρέατος) εκδηλώνονται επίσης με καταθλιπτικά συμπτώματα.
Αρκετές εξαρτησιογόνες ουσίες (ιδιαίτερα η κοκαΐνη και το αλκοόλ) και φάρμακα (αντιφλεγμονώδη, αναλγητικά, αντιυπερτασικά, κυτταροστατικά, ορμόνες και νευρολογικά) μπορεί να προκαλέσουν κατάθλιψη. 

Ψυχοκοινωνικοί Παράγοντες: 
Από ερευνητικά δεδομένα ότι οι τραυματικές εμπειρίες στα πρώτα χρόνια της ζωής, ιδιαίτερα η στέρηση των γονέων, η αδυναμία τους να εκπληρώσουν το γονεϊκό ρόλο, οι συγκρουσιακές ενδοοικογενειακές σχέσεις, η έκθεση σε σωματική ή φυσική βία καθιστούν το άτομο επιρρεπές στο να αναπτύξει κατάθλιψη στο μέλλον. Τα στρεσσογόνα γεγονότα ζωής είναι δυνατόν να δράσουν ως εκλυτικοί παράγοντες σε άτομα με πρώιμες τραυματικές εμπειρίες ή σε άτομα εκτεθειμένα σε χρόνιες ψυχοπιεστικές καταστάσεις, οι οποίες συνιστούν προδιαθεσικούς -για την εμφάνιση της κατάθλιψης- παράγοντες. Τέτοια γεγονότα είναι αυτά που εκλαμβάνονται από το άτομο ως απειλητικά και επικίνδυνα, εκείνα που συνδέονται με απώλειες (π.χ. χωρισμός) και εκείνα που αποτυπώνουν δυσαρμονία στις σχέσεις με τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του. Ο τρόπος, τέλος, με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται, αντιλαμβάνονται και αναπαριστούν τον κόσμο και την πραγματικότητα μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη, να επιδεινώσει την συμπτωματολογία της και να επιμηκύνει την διάρκειά της.

Κύριοι Τύποι Κατάθλιψης

1. Πρωτοπαθής - Δευτεροπαθής. Η κύρια διαφορά είναι ότι στην δευτεροπαθή η κατάθλιψη εμφανίζεται στα πλαίσια ενός άλλου νοσήματος π.χ., όπως αναφέρθηκε πιο πριν στη νόσο του Πάρκινσον. Επίσης η κατάθλιψη μπορεί να αναπτυχθεί και στο έδαφος κάποιου άλλου ψυχιατρικού νοσήματος, π.χ. μιας αγοραφοβικής νεύρωσης. Η πρακτική σημασία της ταξινόμησης αυτής είναι πολλές φορές σημαντική διότι μερικές φορές η κατάθλιψη είναι η πρώτη εκδήλωση ενός άλλου νοσήματος που απαιτεί ειδική θεραπεία. Έτσι η διάγνωση της πρωτοπαθούς κατάθλιψης πρέπει να μπαίνει αφού έχουν αποκλειστεί όλα τα άλλα νοσήματα που μπορεί να εμφανίσουν σαν μια από τις εκδηλώσεις τους κατάθλιψη.

2. Ανάλογα με την σοβαρότητά της από κλινική άποψη σε σοβαρή - μέτρια - ελαφριά. Η σημασία της ταξινόμησης αυτής έχει να κάνει τόσο με πρακτικά θεραπευτικά θέματα (π.χ. είδος θεραπείας, ανάγκη νοσηλείας κ.λ.π.) όσο και με την πρόγνωση. Στη σοβαρή μορφή ο ασθενής εμφανίζει όλα σχεδόν τα συμπτώματα και η κατάθλιψη έχει επηρεάσει σχεδόν όλες τις καθημερινές του δραστηριότητες έτσι ώστε το επίπεδο λειτουργικότητας του ασθενή είναι σημαντικά μειωμένο. Μερικές φορές η κατάθλιψη αυτή ονομάζεται από τους ψυχιάτρους ως Μείζονα Κατάθλιψη.

3. Ανάλογα με την κλινική μορφή. Μερικές φορές όταν στην κλινική εικόνα κυριαρχούν κάποια συγκεκριμένα συμπτώματα η κατάθλιψη προσδιορίζεται με διάφορα ονόματα. Σε γενικές γραμμές αυτές οι ονομασίες απασχολούν περισσότερο τους ειδικούς, είτε κλινικούς ψυχιάτρους είτε ερευνητές, παρά το μη ειδικό κοινό γι' αυτό και αναφέρονται εδώ σε συντομία.

- Μείζονα Κατάθλιψη: όπως αναφέρθηκε mo πρίν ή μορφή αυτή είναι η συνηθισμένη μορφή σοβαρής κατάθλιψης που αντιμετωπίζουν οι ψυχίατροι.

- Στην ψυχωτική κατάθλιψη εκτός από τα συνηθισμένα συμπτώματα που αναφέρθηκαν εμφανίζονται ψευδαισθήσεις (π.χ. ο ασθενής ακούει φωνές χωρίς όμως να υπάρχουν άνθρωποι στο περιβάλλον) ή/και παραληρηματικές ιδέες ( ψευδείς πεποιθήσεις που δεν στηρίζονται σε κανένα πραγματικό γεγονός π.χ. ο ασθενής είναι εντελώς πεπεισμένος ότι είναι ένοχος για πράξεις που έκανε στο παρελθόν και γι’ αυτό αξίζει ακόμη και να πεθάνει). Η ψυχωτική κατάθλιψη είναι πάντα σοβαρής μορφής και μπορεί να απαιτεί νοσηλεία.

- Η δυσθυμία είναι μια μορφή χρόνιας κατάθλιψης η οποία είναι μεν μέτρια σε σοβαρότητα αλλά επειδή εκτείνεται στον χρόνο δημιουργεί στο άτομο μια αίσθηση ανεπάρκειας. Ο ασθενής με δυσθυμία παρότι μπορεί και ανταπεξέρχεται στις καθημερινές του δραστηριότητες νιώθει πάντα ότι κάτι τον κρατάει από το να μπορεί να νιώσει καλά. Παλιότερα ο τύπος αυτός δεν θεωρούταν ως κατάθλιψη αλλά μάλλον ως είδος προσωπικότητας που μπορεί να προδιαθέτει σε κατάθλιψη. Το ενδιαφέρον για τη δυσθυμία μεγάλωσε όταν κάποια αντικαταθλιπτικά φάρμακα φάνηκε ότι έχουν μια πιο ειδική επίδραση σ’ αυτή την μορφή, και έτσι σήμερα η τάση είναι να θεωρείται περισσότερο ως μια ειδική μορφή παρά ως τύπος προσωπικότητας.

- Άτυπη κατάθλιψη. Μερικές φορές οι ψυχίατροι αναφέρουν έτσι μια κατάθλιψη η οποία δεν εμφανίζει τα κλασικά συμπτώματα, π.χ. ο ασθενής μπορεί να εμφανίζει υπερφαγία και υπερυπνία αντί αϋπνία. Επίσης μερικές φορές λέγεται έτσι η κατάθλιψη που εμφανίζεται με πολλά σωματικά συμπτώματα παρά με ψυχικά.

-Κατάθλιψη της λοχείας. Έτσι μερικές φορές ονομάζεται η κατάθλιψη που αναπτύσσεται μετά την γέννηση και κατά την περίοδο της λοχείας. Η περίοδος αυτή θεωρείται υψηλού κινδύνου για την ανάπτυξη κατάθλιψης στην γυναίκα πιθανότατα λόγω των μεγάλων ορμονικών αλλαγών που γίνονται μετά τον τοκετό και κατά την περίοδο της λοχείας.

Ηλικίες-Φύλα

Η κατάθλιψη «χρόνια δεν κοιτά» και φαίνεται να αφορά ακόμη και άτομα που έχουν «κλείσε» έναν αιώνα ζωής... Αμερικανικοί επιστήμονες από το πανεπιστήμιο Temple ανακοίνωσαν στην ετήσια συνάντηση της Αμερικανικής Γεροντολογικής Εταιρείας ότι ένας στους τέσσερις ανθρώπους άνω των 100 ετών έχει εμφανή σημάδια κατάθλιψης, ωστόσο μόλις το ένα τρίτο από αυτούς έχει διαγνωστεί με τη νόσο.

Πιο συγκεκριμένα, η ερευνητική ομάδα έθεσε υπό ιατρική παρακολούθηση 244 άτομα ηλικίας τουλάχιστον 100 ετών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, σε ποσοστό 25% οι εθελοντές εμφάνιζαν συμπτώματα κλινικής κατάθλιψης και μόλις το 8% είχε διαγνωστεί με την ψυχική νόσο. «Δεν έχουν γίνει σημαντικές έρευνες για την κατάθλιψη στους υπεραιωνόβιους ανθρώπους. Στη μελέτη που κάναμε διαπιστώσαμε ότι σε αυτή την ηλικιακή ομάδα η ψυχική νόσος δεν διαγιγνώσκεται εύκολα. Ωστόσο, η κατάθλιψη είναι μια νόσος που, αν διαγνωστεί έγκαιρα, μπορεί να αντιμετωπιστεί», σχολιάζει ο επικεφαλής της μελέτης δρ. Adam Davey. Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα, οι άνθρωποι που δεν θεραπεύουν τη νόσο θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους. «Όσοι υποφέρουν από κατάθλιψη τείνουν να εμφανίζουν υψηλό κίνδυνο θνητότητας. Και είναι πραγματικά περίεργο να διαπιστώνουμε ότι πάσχουν από τη νόσο σε μεγάλο βαθμό και άτομα άνω των 100 ετών», δηλώνει ο δρ. Davey. «Δεν μας προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η κατάθλιψη εμφανίζεται σε ανθρώπους όλων των ηλικιών. Δεδομένης της αύξησης του πληθυσμού, είναι ζωτικής σημασίας η αντιμετώπιση της νόσου σε ανθρώπους όλων των ηλικιών. Γιατί, όταν η κατάθλιψη δεν αντιμετωπίζεται, έχει σοβαρές επιπτώσεις στη ζωή των ασθενών», σχολιάζει η Maqorie Wallace από το Ίδρυμα για την Ψυχική Υγεία Sane στη Μεγάλη Βρετανία.

Όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, ο αριθμός των υπεραιωνόβιων ανθρώπων αναμένεται να αυξηθεί τις επόμενες δεκαετίες λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής. Ενδεικτικά, στην Αμερική σήμερα οι άνθρωποι που έχουν ηλικία άνω των 100 ετών φθάνουν τις 60.000, αριθμός που αναμένεται να τετραπλασιαστεί τα επόμενα χρόνια.

Γυναίκες: Απαντώντας στο ερώτημα, ποιοι λόγοι οδηγούν τις γυναίκες στο να αναπτύσσουν πιο συχνά κατάθλιψη, αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από τους βιολογικούς και ψυχο-κοινωνικούς παράγοντες, ο κοινωνικός ρόλος που αποδίδεται στις γυναίκες (παθητικότητα, εξάρτηση, συναισθηματική έκφραση, κλπ), τις διευκολύνει ενδεχομένως να εξωτερικεύουν τις δυσκολίες που βιώνουν σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό ίσως σημαίνει πως οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα μάλλον οφείλονται στον αυξημένο βαθμό γνωστοποίησης του προβλήματος από την πλευρά των γυναικών, παρά σε πραγματικές αποτιμήσεις της κατάθλιψης. Επίσης, Ίσως οι θεραπευτές να είναι προκατειλημμένοι ως προς τον γυναικείο πληθυσμό, δίνοντας ευκολότερα την διάγνωση της κατάθλιψης σε γυναίκες από ότι σε άνδρες (Caplan, 1995).

Η κατάθλιψη στους άνδρες ίσως διοχετεύεται σε άλλες δυσπροσαρμοστικές μορφές συμπεριφοράς, όπως για παράδειγμα κατάχρηση αλκοόλ, αλλάζοντας κατά αυτόν τον τρόπο την διατύπωση της διάγνωσης.

Κλινικοί ψυχολόγοι πιστεύουν πως αυτές οι δυνατότητες αποτελούν ένα μόνο κομμάτι των διαφορών του φύλου στο puzzle της κατάθλιψης κι ότι οι γυναίκες πράγματι εμφανίζουν μεγαλύτερη συχνότητα στην καταθλιπτική ψυχολογική διαταραχή (RadlofF & Rae, 1981). Η συχνότητα εμφάνισης της κατάθλιψης στα δύο φύλα είναι περίπου η ίδια μέχρι την εφηβεία και, στη συνέχεια, η συχνότητα αυτή αυξάνει χαρακτηριστικά στο γυναικείο πληθυσμό, με τη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων να μεγιστοποιείται στις ηλικίες μεταξύ της εφηβείας και των πενήντα ετών ( Gunn & Petersen,. 1991).

Στην κατάθλιψη, έχει προταθεί από την επιστημονική κοινότητα, ότι ένας από τους τρεις γενικούς παράγοντες οι οποίοι είναι σημαντικό να ληφθούν υπ’ όψην είναι το στρες. Οι άλλοι δύο είναι η προδιάθεση και η κοινωνική υποστήριξη. Ο όρος προδιάθεση αναφέρεται στην “ευαλωτότητα” των γυναικών στην κατάθλιψη έξ’ αιτίας γενετικών ή κοινωνικών συνθηκών ( Monroe & Simons, 1991). Επιπρόσθετα, φυσιολογικές και ορμονικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών προδιαθέτουν τις γυναίκες στην κατάθλιψη. Το στρες λειτουργεί ως "πυροκροτητής" (δηλαδή ως “εκλυτικό αίτιο”) στην ενεργοποίηση της προδιάθεσης. Επί πλέον, η κυκλική ταχεία διακύμανση των θηλυκών ορμονών (προ-εμμηνορροϊκά, επιλόχεια και κατά την εμμηνόπαυση) μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης και νορ-επινεφρίνης, τα οποία με την σειρά τους μπορούν να επηρεάσουν το λυμβικό σύστημα -μια περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη διαδικασία υποκίνησης (motivation)/κινητοποίηση και την παραγωγή συναισθημάτων (emotions). Η παραπάνω αλυσίδα βιολογικών και ενδοκρινικών μηχανισμών αυξάνει την ευαλωτότητα των γυναικών στο άγχος και την κατάθλιψη.

Έρευνες επίσης δείχνουν πως ο προεμμηνορροϊκός κύκλος ίσως επηρεάζει την υπερέκκριση κορτιζόλης στον οργανισμό, κάτι το οποίο ελαττώνει την πυκνότητα των υποδοχέων σεροτονίνης και επίσης δημιουργεί προβλήματα στη γενικότερη λειτουργία των υποδοχέων νορ- επινεφρίνης, παράγοντες που επίσης αυξάνουν την ευαλωτότητα των γυναικών και μπορούν να πυροδοτήσουν την ανάπτυξη μιας κατάθλιψης.

Επίσης, η έκκριση οιστρογόνων και προγεστερόνης στις γυναίκες επηρεάζει τον εικοσιτετράωρο ρυθμό και την εγκεφαλική δραστηριότητα κατά την διάρκεια του ύπνου. Συγκεκριμένα, κάποιες φάσεις του ύπνου έχουν συνδεθεί με την κατάθλιψη, όπως για παράδειγμα η R.E.M (rapid eye movement) φάση του ύπνου, η οποία επαναλαμβάνεται συχνότερα μεταξύ αυτών που βιώνουν κατάθλιψη. Η αιτία του παραπάνω ευρήματος παραμένει ακόμα άγνωστη (Leibenluft, 1993; Goodwin & Guze, 1984).

Εξετάζοντας τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, ο κοινωνικός ρόλος των γυναικών, οδηγεί στο να επενδύουν λιγότερο στην εκπαίδευση ή/και την καριέρα. Ούτως ή άλλως η επένδυση μιας γυναίκας στην καριέρα της δύναται να διακοπεί στην περίπτωση που αποφασίσει να τεκνοποιήσει, για το συνολικό χρονικό διάστημα της εγκυμοσύνης και της απαιτούμενης προσαρμογής στο μητρικό ρόλο. Αυτή η υποτακτικότητα στους άνδρες έχει τις ρίζες της σε μια πατριαρχική κοινωνία που, σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλει σκληρή πειθαρχία στις γυναίκες, όσον αφορά τους κανόνες της ανατροφής τους. Το παραπάνω πρόβλημα συνδεδεμένο με την έλλειψη επαγγελματικών ευκαιριών, σεξουαλική διαφοροποίηση στην αγορά εργασίας (π.χ. μεγάλες επιχειρήσεις αποφεύγουν να προσλάβουν γυναίκες που έχουν 
μπροστά τους την προοπτική τεκνοποίησης, ώστε να γλιτώσουν τις 'χαμένες εργατοώρες' που κάτι τέτοιο συνεπάγεται ή, για τους ίδιους λόγους, δεν εμπιστεύονται εύκολα μια προαγωγή, μια θέση προϊσταμένου σε μια γυναίκα), χαμηλά εισοδήματα και λιγότερες δυνατότητες εκπαίδευσης έχουν ως αποτέλεσμα την χαμηλή αυτοεκτίμηση, την έλλειψη ελέγχου πάνω στη ζωή τους και επομένως μεγαλύτερη προδιάθεση στην κατάθλιψη (Bernard, 1976).
Οι γυναίκες που ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του κοινωνικού τους ρόλου έχουν περισσότερες πιθανότητες από τους άνδρες να βιώσουν την έλλειψη ή την απώλεια του ελέγχου στις καθημερινές τους συνθήκες διαβίωσης. Εκείνες με τη σειρά τους, ίσως αποδώσουν την * έλλειψη ελέγχου* σε μια φανταστική έλλειψη προσωπικής αξίας (Depressive attribution^ style) (Abramson, Seligman, andTeasdale, 1978). Επιπρόσθετα, γυναίκες που δεν εργάζονται έξω από το σπίτι και οι οποίες μεγαλώνουν παιδιά, τείνουν να έχουν μεγαλύτερη προδιάθεση στην κατάθλιψη (Gotlib, 1992).

Οι Nolen-Hoeksema (1987) κατέληξαν στο ότι οι γυναίκες τείνουν να "μηρυκάζουν", (με την έννοια του αναμασώ ή του σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι) και να ενισχύουν τις καταθλιπτικές τους διαθέσεις, ενώ οι άνδρες τείνουν να ελαττώνουν την δυσφορία. Βρήκαν επίσης ότι οι γυναίκες είναι πιο πιθανό από ότι οι άνδρες να σκέφτονται και να ξανασκέφτονται ως ανταπόκριση στις καταθλιπτικές τους διαθέσεις.

Οι διαφορές στην συχνότητα της κατάθλιψης μεταξύ ανδρών και γυναικών ίσως οφείλεται τουλάχιστον και κατά ένα μέρος στην επίδραση του γάμου. Ο Radloff (1975) κατέληξε στο ότι ο γάμος αυξάνει την συχνότητα εμφάνισης της κατάθλιψης στις νεαρές γυναίκες, αλλά την ελαττώνει στους νεαρούς άνδρες, κι αυτό γιατί ο γάμος συχνά συντηρεί ή παρέχει μία επιπρόσθετη πηγή υποστήριξης για τους άνδρες, ενώ για τις γυναίκες ο γάμος συμπεριλαμβάνει επιπρόσθετες ευθύνες. Σχετικά με την επιλόχεια (μετά την γέννα) κατάθλιψη, εκτός των βιολογικών παραμέτρων, το ψυχολογικό στρες που σχετίζεται με τις αυξημένες ευθύνες της φροντίδας του νεογέννητου, ο προσωπικός και ο φυσιολογικός περιορισμός της μητέρας εξαιτίας της απαιτούμενης φροντίδας στο νεογέννητο, αλλαγές στην οικογένεια, και οι επιπρόσθετες οικονομικές υποχρεώσεις, ακόμη και το περιβάλλον του νοσοκομείου και η ιατρική φαρμακευτική αγωγή μετά την γέννα θα μπορούσαν να "πυροδοτήσουν" την κατάθλιψη στην γυναίκα.

Τελειώνοντας, η λέξη κλειδί σχετικά με τις διαφορές εξ’ αιτίας του φύλου είναι το κατά πόσο οι βιολογικές μεταβλητές είναι αλληλοεπιδρώμενες με, ή επηρεαζόμενες από κοινωνικούς παράγοντες και το κατά πόσο αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε συναισθηματική διαταραχή. Οι Weiss, Glaze, KaiPohorecky, (1975) έδειξαν ότι περιβαλλοντικά ερεθίσματα άγχους παράγουν βιοχημικές και συμπεριφορικές αλλαγές, και αντιστρόφως ότι βιοχημικές αλλαγές μπορούν να παράγουν συμπεριφορικά αποτελέσματα όμοια με αυτά των περιβαλλοντικών ερεθισμάτων άγχους.

Άνδρες: Η κατάθλιψη γενικά θεωρείται «γυναικείο πρόβλημα». Πράγματι, τα παρατηρούμενα ποσοστά εμφάνισης της νόσου είναι διπλάσια για τις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες. Παρόλα αυτά, η κατάθλιψη είναι μια ασθένεια που προσβάλλει και άντρες και γυναίκες. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι οι άνδρες είναι το ίδιο πιθανό να πάθουν κατάθλιψη με τις γυναίκες, αν όχι περισσότερο. Όμως, είναι λιγότερο πιθανό να ζητήσουν βοήθεια από το περιβάλλον τους ή από κάποιον ειδικό.

Η κατάθλιψη στους άνδρες συχνά δεν αναγνωρίζεται από το ίδιο το άτομο, την οικογένειά του, ακόμα και από τους γιατρούς γενικής ιατρικής (παθολόγους), γιατί καλύπτεται κάτω από άλλες καταστάσεις. Παρ' όλα αυτά, κάποιοι μελετητές υπολογίζουν ότι το ποσοστό κατάθλιψης στους άνδρες μέσης ηλικίας αγγίζει το 40% -ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από αυτό που παρατηρείται στις γυναίκες (25%).

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους η κατάθλιψη στους άνδρες δεν αναγνωρίζεται εύκολα. Η ανδρική κατάθλιψη τείνει να εμφανίζεται σε διαφορετικό στάδιο της ζωής από ότι συμβαίνει στις γυναίκες. Συνήθως προσβάλλει τους άνδρες στην ηλικία μεταξύ 40 και 60 ετών, ενώ το σημείο αιχμής για την εμφάνιση της κατάθλιψης στις γυναίκες εντοπίζεται στην εφηβεία ή στη δεκαετία μεταξύ 20 και 30 ετών. Πολλές φορές η κατάθλιψη δε διαγιγνώσκεται στους άνδρες μέχρι την ηλικία των 60 ή 70 ετών.

Η κατάθλιψη είναι μια ασθένεια που μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, συχνά συγκαλυμμένες, εμφανίζοντας ποικίλα συμπτώματα, ψυχικά και σωματικά, με αποτέλεσμα ακόμα και οι ειδικοί ψυχικής υγείας κάποιες φορές να δυσκολεύονται να την αναγνωρίσουν. Αυτός είναι και ο κυριότερος από τους λόγους για τους οποίους η κατάθλιψη στους άνδρες πολλές φορές δεν ανιχνεύεται.

Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι η κατάθλιψη είναι μια ασθένεια που αντιμετωπίζεται εύκολα, αλλά αντιμετωπίζεται καλύτερα όταν αντιμετωπίζεται όσο γίνεται νωρίτερα.

Επιπλέον, τα συμπτώματα της κατάθλιψης μπορεί να διαφέρουν ριζικά μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στους άνδρες η δυσθυμία, η μελαγχολική διάθεση, που είναι τυπικό σύμπτωμα της κατάθλιψης στις γυναίκες, δεν είναι τόσο έντονη. Οι άνδρες έχουν την τάση να βγάζουν προς τα έξω το καταθλιπτικό συναίσθημα μετατρέποντάς το σε θυμό, ενώ οι γυναίκες κατά κανόνα το εσωτερικεύουν, στρέφοντας τα αρνητικά συναισθήματα προς τον εαυτό τους.
Οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων στην εκδήλωση της κατάθλιψης οφείλονται και σε πολιτισμικούς παράγοντες που έχουν να κάνουν με το πώς ο άνδρας αντιλαμβάνεται το ρόλο του.
Ο τρόπος με τον οποίο οι άνδρες σκέφτονται για τον εαυτό τους δεν βοηθάει πολύ στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Σε σύγκριση με τις γυναίκες, τείνουν να ασχολούνται πολύ περισσότερο με το πώς να είναι ανταγωνιστικοί, δυνατοί και επιτυχημένοι. Οι περισσότεροι άνδρες δε θα ήθελαν να παραδεχτούν ότι νιώθουν εύθραυστοι και ευάλωτοι και κατά συνέπεια είναι λιγότερο πιθανό να μιλήσουν για τα συναισθήματά τους με τους φίλους τους, τα αγαπημένα τους πρόσωπα ή το γιατρό τους. Αυτός πιθανότατα είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν αναζητούν βοήθεια όταν έχουν κατάθλιψη. QC άνδρες έχουν την τάση να πιστεύουν ότι πρέπει να βασίζονται στον εαυτό τους και ότι είναι κατά κάποιον τρόπο ένδειξη αδυναμίας να πρέπει να βασιστούν σε κάποιον άλλο, ακόμα και για ένα μικρό χρονικό διάστημα.

Συχνά, αντί να μιλήσουν για το πως αισθάνονται, ίσως .να προσπαθήσουν να νιώσουν καλύτερα με τη χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών.
Αυτό συνήθως κάνει τα πράγματα χειρότερα καθώς περνάει ο καιρός. Δημιουργούνται προβλήματα στον τομέα της εργασίας και οι καταχρήσεις συχνά οδηγούν σε δυσάρεστη ή επικίνδυνη συμπεριφορά. Οι άνδρες συνήθως δίνουν προτεραιότητα τον τομέα της εργασίας σε σχέση με την οικογενειακή ζωή, γεγονός που δημιουργεί συγκρούσεις με τις συζύγους ή τις συντρόφους τους. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχει αποδειχθεί ότι κάνουν την κατάθλιψη πιο πιθανή ή επιδεινώνουν το πρόβλημα όταν ήδη υπάρχει, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο. Η κατάθλιψη μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες στη ζωή του ατόμου που πάσχει, όπως επίσης στην οικογένειά του και τις σχέσεις του με τους άλλους. Μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική πτώση της παραγωγικότητας και της εργασιακής απόδοσης (πάνω από 30%), στο διαζύγιο (ο δείκτης διαζυγίων στους μεσήλικες άνδρες είναι πολύ υψηλότερος συγκριτικά με άλλες ηλικίες και η κατάθλιψη έχει αποδειχθεί ότι είναι η βασική βαθύτερη αιτία διαζυγίου), ακόμα και στην αυτοκτονία (ο δείκτης αυτοκτονιών για τους άνδρες ηλικίας 40-60 ετών είναι τρεις φορές μεγαλύτερος από το μέσο όρο -και το 80% του συνόλου των αυτοκτονιών διαπράττονται από άντρες!).

Σεξουαλική ζωή: Οι άνδρες που υποφέρουν από κατάθλιψη δε νιώθουν καλά με το σώμα τους και έχουν μειωμένη σεξουαλική διάθεση, σε σχέση με περιόδους στις οποίες είναι καλά. Πολλοί απλώς παραιτούνται από το σεξ εντελώς. Παρ' όλα αυτά, αρκετές πρόσφατες έρευνες υποδεικνύουν ότι οι άνδρες που έχουν κατάθλιψη έρχονται σε συνουσία με την ίδια συχνότητα, αλλά δεν νιώθουν την ίδια ικανοποίηση όπως συνήθως. Μάλιστα, κάποιοι αναφέρουν αύξηση των σεξουαλικών ορμών και της συχνότητας της σεξουαλικής συνεύρεσης, που πιθανότατα χρησιμοποιούν ως μέσο για να νιώσουν καλύτερα. Άλλο ένα πρόβλημα που προκύπτει επίσης είναι ότι κάποια αντικαταθλιπτικά φάρμακα μπορεί να μειώσουν τη σεξουαλική ορμή. Ωστόσο, καθώς η κατάσταση του ασθενή με κατάθλιψη βελτιώνεται, το ίδιο συμβαίνει και με τη σεξουαλική επιθυμία, επίδοση και ικανοποίηση. Είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι οι σχετικές με την κατάθλιψη συνέπειες στη σεξουαλική ζωή μπορεί να παρατηρηθούν και αντίστροφα. Η κατάθλιψη μπορεί επίσης να επέλθει ως συνέπεια της ανικανότητας, η οποία και πάλι είναι ένα πρόβλημα στο οποίο μπορεί κανείς να βοηθηθεί αποτελεσματικά.

Εργασία: Η απώλεια της εργασίας, για οποιονδήποτε λόγο, είναι ένα στρεσογόνο γεγονός. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι 1 στους 7 άνδρες που μένουν άνεργοι θα παρουσιάσουν καταθλιπτική διαταραχή στους επόμενους έξι μήνες. Η αναλογία αυτή είναι κατά πολύ υψηλότερη από αυτή που παρατηρείται στους εργαζόμενους άνδρες. Μάλιστα, μετά τα προβλήματα στις σχέσεις, η ανεργία είναι η πιο σημαντική αιτία που οδηγεί τους άνδρες σε βαριά κατάθλιψη. Το γεγονός αυτό δεν είναι παράδοξο, αφού η εργασία είναι συχνά ο βασικός παράγοντας που δίνει σε έναν άνδρα την αίσθηση της αξίας του και τον αυτοσεβασμό του. Χάνοντας κανείς τη δουλειά του, πιθανότατα χάνει τα σύμβολα της επιτυχίας του και ίσως πρέπει να προσαρμοστεί στο ρόλο της φροντίδας του σπιτιού και των παιδιών. Έτσι, μπορεί να βρεθεί κανείς από μια θέση άσκησης ελέγχου σε μια θέση που επιτρέπει μικρό βαθμό ελέγχου, ιδιαίτερα αν πάρει πολύ χρόνο να βρει μια καινούρια εργασία. Βέβαια, αν ένα άτομο υποφέρει από κατάθλιψη, είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίσει μεγαλύτερες δυσκολίες στην ανεύρεση νέας εργασίας, γεγονός που μπορεί να επιδεινώσει περισσότερο την κατάστασή του. Αυτοκτονία: Οι άνδρες έχουν 3 φορές περισσότερες πιθανότητες να φτάσουν στην αυτοκτονία από ό,τι οι γυναίκες. Η αυτοκτονία είναι πιο συχνή ανάμεσα σε άνδρες που έχουν πάρει διαζύγιο ή έχουν χηρέψει και πιο πιθανή ανάμεσα σε άνδρες που καταναλώνουν πολύ αλκοόλ. Τα τελευταία χρόνια το ποσοστό αυτοκτονιών των ανδρών έχει αυξηθεί, ειδικά στις ηλικιακές ομάδες μεταξύ 16 και 24 ετών και μεταξύ 39 και 54.

Γνωρίζουμε ότι 2 στους 3 ανθρώπους που αυτοκτονούν έχουν συμβουλευτεί τον οικογενειακό γιατρό τους μέσα στον προηγούμενο μήνα και σχεδόν 1 στους 2 μέσα στην αμέσως προηγουμένη εβδομάδα πριν την αυτοκτονία. Επίσης γνωρίζουμε ότι 2 στους 3 ανθρώπους που αυτοκτονούν έχουν μιλήσει γι' αυτό σε φίλους ή στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Το να ρωτήσει κανείς κάποιον αν έχει αυτοκτονικές τάσεις δεν σημαίνει ότι θα του «βάλει ιδέες» ή θα αυξήσει τις πιθανότητες της αυτοκτονίας. Γι' αυτό, αν και πολλοί άνδρες δείχνουν κάποια αδυναμία ως προς το να μιλούν για τα συναισθήματά τους, είναι σημαντικό να ρωτηθούν ευθέως αν κάνουν σκέψεις σχετικές με την αυτοκτονία. Επίσης σημαντικό είναι, όταν διατυπώνονται τέτοιες ιδέες ή τάσεις, να τις παίρνει κανείς στα σοβαρά. Για κάποιον που έχει τάσεις αυτοκτονίας δεν υπάρχει τίποτα που να ρίχνει περισσότερο το ηθικό του από το να αισθανθεί ότι οι άλλοι δεν τον αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα. Συχνά χρειάζεται χρόνος για να επιστρατεύσει κανείς το κουράγιο που χρειάζεται και να μιλήσει για την αυτοκτονία, αλλά το να μιλήσει κανείς γι' αυτό μπορεί να προσφέρει μεγάλη ανακούφιση.
Οι αυξημένοι δείκτες αυτοκτονίας στους άνδρες, ειδικά στην ηλικιακή ομάδα στην οποία κυρίως παρουσιάζεται η κατάθλιψη σε αυτούς, δείχνουν ότι υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ αυτοκτονίας και κατάθλιψης, ειδικά στις περιπτώσεις που η τελευταία δεν ανιχνεύεται και δεν παρέχεται στον ασθενή θεραπευτική υποστήριξη. Είναι ιδιαιτέρα σημαντικό, λοιπόν, να μπορούμε να αναγνωρίσουμε την κατάθλιψη και να την αντιμετωπίσουμε έγκαιρα.
Παιδιά και έφηβοι: Η κατάθλιψη είναι ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που μπορεί να επηρεάσει άτομα όλων των ηλικιών, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών και των εφήβων. Το βασικό χαρακτηριστικό της κατάθλιψης είναι το επίμονο και διαρκές συναίσθημα θλίψης, η ευερεθιστότητα και η απουσία ενδιαφέροντος ή ικανοποίησης από οποιαδήποτε δραστηριότητα. Τα συμπτώματα αυτά . συνοδεύονται από μια σειρά άλλων συμπτωμάτων που επηρεάζουν την όρεξη, τον ύπνο, τα επίπεδα δραστηριότητας και συγκέντρωσης, την αυτοπεποίθηση του ατόμου και την εικόνα του για τον εαυτό του.

Η κλινική κατάθλιψη είναι πολύ διαφορετική από το αίσθημα κακής διάθεσης ή από τα αισθήματα λύπης ή πένθους που συνήθως συνοδεύουν την απώλεια κάποιου αγαπημένου προσώπου. Η κατάθλιψη δεν οφείλεται σε προσωπική αδυναμία του ατόμου ούτε σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Πρόκειται για μια: ψυχική ασθένεια που επηρεάζει όλο το σώμα και έχει αντίκτυπο στον τρόπο που έναν άτομο αισθάνεται, σκέφτεται και συμπεριφέρεται. Τα παιδιά και οι έφηβοι με κατάθλιψη είναι συνήθως θλιμμένα, ενώ σε γενικές γραμμές βιώνουν την ασθένεια με παρόμοιο τρόπο με τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Η κατάθλιψη που δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα τη σχολική αποτυχία, την κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών, αλλά και την αυτοκτονία.
Συμπτώματα: Θλίψη και απελπισία (τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας και για αρκετές ώρες της ημέρας το παιδί κλαίει και είναι θλιμμένο) απομάκρυνση από φίλους και από δραστηριότητες από τις οποίες το παιδί αντλούσε χαρά και ικανοποίηση στο παρελθόν (το παιδί δεν επισκέπτεται πια τους φίλους του, ή δεν κάνει καθόλου φίλους και περνά τον περισσότερο χρόνο του μόνο, ενώ δραστηριότητες που το ευχαριστούσαν στο παρελθόν δεν έχουν πλέον ενδιαφέρον για το παιδί) αυξημένος εκνευρισμός και ευερεθιστότητα (ακόμα και οι πιο μικρές δυσκολίες φέρνουν εκνευρισμό και θυμό που το παιδί δεν μπορεί να διαχειριστεί) πολλές απουσίες από το σχολείο και σημαντική μείωση στη σχολική επίδοση (το παιδί χάνει πολλά μαθήματα και η επίδοση του στα μαθήματα μειώνεται σε σημαντικό βαθμό) αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες (αύξηση ή ελάττωση της όρεξης) προβλήματα στον ύπνο (το παιδί μπορεί να ξυπνά πολλές φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας ή να μην μπορεί να ξυπνήσει το πρωί) αναποφασιστικότητα, έλλειψη συγκέντρωσης (παιδιά που ήταν καλά οργανωμένα στο παρελθόν φαίνεται να ξεχνούν, να μην μπορούν οργανώσουν το χρόνο και τις δραστηριότητές τους ή να συγκεντρωθούν σε ό,τι κάνουν) υπερβολικά συναισθήματα ενοχής και ανικανότητας, απουσία ενθουσιασμού ή κινήτρου και χαμηλή αυτοεκτίμηση (φράσεις όπως «Είμαι χαζός» ή «Εγώ φταίω για όλα» είναι συχνές στο καταθλιπτικό παιδί) συχνά παράπονα για κεφαλαλγίες και πόνους στο στομάχι (τα συμπτώματα αυτά συνήθως απορρέουν από την αλλαγή των διατροφικών συνηθειών) χαμηλή ενεργητικότητα και χρόνια κόπωση κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας. (Αρκετές φορές ένα παιδί που είναι θυμωμένο μπορεί να πει τη φράση «Μακάρι να πέθαινα». Η αυτοκτονία όμως είναι μια πραγματικότητα ακόμη και για τα παιδιά. Όταν μια τέτοια φράση προέρχεται από τα χείλη ενός παιδιού με κατάθλιψη, θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψιν).

Στοιχεία για την κατάθλιψη σε παιδιά και εφήβους

Περίπου 2-3% των παιδιών μπορεί να εμφανίσουν κατάθλιψη η θεραπευτική αντιμετώπιση της κατάθλιψης στα παιδιά και τους εφήβους είναι το ίδιο αποτελεσματική με την αντιμετώπιση της κατάθλιψης στους ενήλικες η κατάθλιψη κατά ένα μεγάλο ποσοστό είναι κληρονομική, αν και τα βιώματα του κάθε παιδιού μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό-ρόλο όσο μικρότερο είναι το παιδί κατά την έναρξη της νόσου, τόσο πιο δύσκολη είναι η πρόγνωση. 

Παράγοντες κινδύνου
Τα παιδιά που βρίσκονται σε κατάσταση έντονου στρες, που έχουν βιώσει μια σημαντική απώλεια, έχουν μαθησιακές δυσκολίες ή προβλήματα συμπεριφοράς έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν κατάθλιψη η εφηβεία είναι ισχυρότερος παράγοντας κινδύνου για τα κορίτσια σε σύγκριση με τα αγόρια τα παιδιά που εμφανίζουν κλινική κατάθλιψη, συνήθως προέρχονται από οικογένειες με ιστορικό κατάθλιψης. 

Επιπτώσεις
Τα παιδιά που έχουν περάσει ένα καταθλιπτικό επεισόδιο είναι πολύ πιθανό στα επόμενα πέντε χρόνια να εμφανίσουν ένα δεύτερο επεισόδιο η κατάθλιψη στην παιδική ηλικία μπορεί να προοιωνίζει σοβαρότερες καταστάσεις κατά την ενήλικη ζωή η κατάθλιψη σε παιδιά και εφήβους είναι συνδεδεμένη με τον αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας. 

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς
Αν οι γονείς ή άλλα ενήλικα πρόσωπα στη ζωή του παιδιού ή του εφήβου υποψιάζονται την ύπαρξη κατάθλιψης, θα πρέπει να αναζητήσουν εξειδικευμένη βοήθεια. Η κατάθλιψη θεραπεύεται. Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της κατάθλιψης στα παιδιά είναι πολύ σημαντική. Η διάγνωση γίνεται μέσα από την εκτίμηση του παιδιού και της οικογένειάς του και με τη βοήθεια ψυχολογικών tests. Γενικότερα, η συνεργασία της οικογένειας και του σχολικού περιβάλλοντος είναι απαραίτητη και αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης στο παιδί. Πολλές φορές, το παιδί εκφράζει με την κατάθλιψη το πρόβλημα που υπάρχει στην οικογένεια, στο ζευγάρι των γονιών ή στα αδέλφια του. Είναι, επομένως πολύ σημαντική η διαγνωστική εκτίμηση όλης της οικογένειας ? εάν αυτό είναι εφικτό- ή η συγκέντρωση όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών για τις συνθήκες, τις σχέσεις και τη δυναμική της οικογένειας. Συχνά, η αναζήτηση βοήθειας και η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση του ζευγαριού των γονιών έχει τη δύναμη να θεραπεύει την κατάθλιψη του παιδιού. Η αλλαγή των στάσεων, των αντιλήψεων και των συμπεριφορών μέσα στην οικογένεια μέσω οικογενειακών συναντήσεων με ειδικούς ψυχοθεραπευτές (θεραπεία οικογένειας) είναι καθοριστικής σημασίας. Η ατομική ψυχοθεραπεία του παιδιού μπορεί να έχει επίσης καλά αποτελέσματα. Καινούργιες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις όπως η παιγνιοθεραπεία (play therapy) μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να επεξεργαστεί τα καταθλιπτικά συναισθήματα μέσα από το'παιχνίδι. Φαρμακευτική αγωγή δίνεται σπάνια στα παιδιά σε πολύ σοβαρές μορφές κατάθλιψης που συνήθως συνυπάρχουν με οργανικά αίτια (άλλες ασθένειες).

Στατιστική:
•Ένα στα πέντε παιδιά έχουν διαγνωσμένη διανοητική, συναισθηματική ή συμπεριφορική διαταραχή
•Ένα στα 10 παιδιά έχει σοβαρή συναισθηματική διαταραχή
•Ένα στα 33 παιδιά και ένας στους οκτώ εφήβους έχουν κατάθλιψη (U.S. Center for Mental Health Services [CMHS], 1996)
•Στην εφηβεία τα κορίτσια είναι πιθανότερο να πάθουν καταθλιπτικό επεισόδιο από ό,τι τα αγόρια
•Τα παιδιά που έχουν χρόνια ασθένεια, είναι παραμελημένα ή κακοποιημένα ή έχουν άλλη τραυματική εμπειρία έχουν περισσότερες πιθανότητες εμφάνισης κατάθλιψης
•Η αυτοκτονία είναι η τρίτη βασική αιτία θανάτου στις ηλικίες 15-24 ετών
•Η αυτοκτονία είναι η έκτη βασική αιτία θανάτου στις ηλικίες 5- 15 ετών


Τακτικές Αντιμετώπισης της Κατάθλιψης

Η Θεραπεία της κατάθλιψης συνήθως περιλαμβάνει δύο στάδια:
[1] Θεραπεία του οξέος σταδίου
[2] Συντήρηση του αποτελέσματος που επιτεύχθηκε στο στάδιο [1]
Ο στόχος του σταδίου [1] είναι να θεραπεύσει τα συμπτώματα της κατάθλιψης έτσι ώστε ο ασθενής να αρχίσει πάλι να νιώθει καλά και να ξαναγυρίσει στις συνηθισμένες του δραστηριότητες. Συνήθως αυτό το στάδιο, όταν χρησιμοποιείται φαρμακευτική θεραπεία, κρατάει περίπου ένα μήνα. Έρευνες έδειξαν ότι οι ασθενείς που σταματούν την θεραπεία στο στάδιο [1] έχουν μεγάλο πιθανότητα υποτροπής τούς αμέσως επόμενους μήνες. Αντίθετα, αυτοί που συνεχίζουν την θεραπεία και στο στάδιο [2] θεωρείται ότι θεραπεύονται από το παρόν επεισόδιο κατάθλιψης. Η συνέχιση αυτή της θεραπείας συνήθως εκτείνεται από 3-6 μήνες. Μερικοί ασθενείς, που παθαίνουν συχνά επεισόδια κατάθλιψης στη ζωή τους μπορεί να ωφεληθούν από την συνεχή χορήγηση αντικαταθλιπτικής θεραπείας. Έχει βρεθεί ότι εάν κάποιος έχει ιστορικό τουλάχιστον 3 διαφορετικών επεισοδίων κατάθλιψης στη ζωή του, τότε μπορεί να ωφεληθεί από την χρόνια προληπτική θεραπεία, με μεγάλες πιθανότητες να μην ξαναπάθει επεισόδιο στην ζωή του.

Ποια είδη θεραπείας υπάρχουν για την κατάθλιψη;

[1] Αντικαταθλιπτική φαρμακευτική θεραπεία
[2] Ψυχοθεραπεία
[3] Συνδυασμός φαρμακευτικής θεραπείας και ψυχοθεραπείας
[4] Άλλες θεραπείες (κυρίως Ηλεκτροσπασμοθεραπεία).

Για τις σοβαρές μορφές κατάθλιψης η φαρμακευτική θεραπεία είναι πολύ αποτελεσματική. Η ψυχοθεραπεία μόνη της δεν έχει δοκιμαστεί σε τέτοιες μορφές.

Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι πίσω από κάθε νεύρωση -όπως η κατάθλιψη- υπάρχει ένα ψυχολογικό υπόστρωμα εξαιτίας του οποίου κάποια άτομα εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαλωτότητα στην ανάπτυξη της συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής. Ακόμη και στις λίγες εκείνες περιπτώσεις κλινικής κατάθλιψης που χρήζουν-φαρμακευτικής αγωγής (μια και τα αντικαταθλιπτικά επιβαρύνουν το ήπαρ, είναι δηλαδή ηπατοτοξικά), είναι απαραίτητο συμπλήρωμα η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση.

Στο χώρο της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, υπάρχει σήμερα η γνώση και η συσσωρευμένη εμπειρία που επιτρέπουν την επιτυχή αντιμετώπιση της κατάθλιψης. Δύο από τις πλέον αποτελεσματικές μορφές ψυχοθεραπείας που διαθέτουμε στο οπλοστάσιο μας είναι η γνωστική- συμπεριφορική ψυχοθεραπεία και η λακανική ψυχανάλυση.

Η γνωστική-συμπεριφορική, είναι μια βραχείας μορφής (διάρκειας συνήθως 2-6 μηνών) ψυχοθεραπεία ιδιαίτερα διαδεδομένη στις αγγλοσαξονικές χώρες. Ο 'πατέρας' της ο Αμερικανός ψυχίατρος Beck, υποστηρίζει ότι η προδιάθεση για την ανάπτυξη κατάθλιψης 'γεννιέται* σε σχετικά μικρές ηλικίες, όταν ένα άτομο δέχεται αρνητικές επιδράσεις από την επικριτική/απορριπτική στάση των σημαντικών προσώπων του άμεσου περιβάλλοντός του (π.χ. των γονιών) (Sacco & Beck, 1995;. Beck, 1987). Το παραπάνω 'ψυχολογικό υπόστρωμα', διαμορφώνει τη δομή της σκέψης έτσι ώστε το άτομο να βιώνει αρνητικές και απαξιωτικές σκέψεις για τον εαυτό του που είναι αυτόματες -όχι σκόπιμες-, επαναλαμβανόμενες και που δύσκολα τίθενται κάτω από έλεγχο. Στην πράξη, οι αρνητικές σκέψεις σχετίζονται με τη λεγόμενη 'αρνητική τριάδα': δηλαδή, απαξιωτικές εκτιμήσεις για τον εαυτό του ατόμου, αρνητικό απολογισμό του παρελθόντος και του παρόντος και αρνητικές προσδοκίες για το μέλλον. Με τη γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία, ο ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής βοηθάει το άτομο που βιώνει την κατάθλιψη να απαλλαγεί από τις απαξιωτικές σκέψεις για τον εαυτό του και να 'επαναδομήσει' τη σκέψη του πάνω σε μια νέα βάση, αίροντας παράλληλα τα βασανιστικά συμπτώματα (συναισθηματικά, σωματικά, συμπεριφορικά) της κατάθλιψης.
Η λακανική ψυχανάλυση, αποτελεί ίσως την πιο αυθεντική έκφραση συνέχειας της μακράς ψυχαναλυτικής παράδοσης που ξεκίνησε με το Φρόυντ στις αρχές του 20ου αιώνα. Κατά τη γνώμη των συγγραφέων, αποτελεί ίσως το αποτελεσματικότερο εργαλείο (ανάμεσα 
αντιμετώπιση των ψυχολογικών προβλημάτων και των ψυχικών διαταραχών. Πρόκειται για μακράς διάρκειας διαδικασία (από μερικούς μήνες έως μερικά χρόνια -ο όρος 'θεραπεία' δεν είναι δόκιμος στο χώρο της ψυχανάλυσης), μια βιωματική διαδικασία αυτογνωσίας που παρέχει τη δυνατότητα στον 'αναλυόμενο' να επαναδιαμορφώσει τον ψυχισμό του, την προσωπικότητά του, και να απαλλαγεί από τα βασανιστικά συμπτώματα που τον καταδυναστεύουν. Με αυθεντική προσήλωση και χωρίς τις 'αιρετικές κακοποιήσεις' άλλων ψυχαναλυτικών σχολών (ιδίων αγγλοσαξονικών) στο έργο του Φρόυντ, η λακανική ψυχανάλυση βασίζεται στα διαχρονικά εργαλεία του ελεύθερου συνειρμού και της ερμηνείας των ονείρων -πάντα μέσα στο πλαίσιο της ανάλυσης, εδώ δεν υπάρχει κανένας χώρος για 'ονειροκρίτες' και τσαρλατανισμούς.

Οι περισσότερες σύγχρονες έρευνες στο χώρο της νευροψυχολογίας, τείνουν να επιβεβαιώσουν αυτό που η οξυδερκής ιδιοφυΐα του Φρόυντ αναγνώρισε πριν από έναν αιώνα: Ότι δηλαδή υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στις περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για τις διεργασίες του ονείρου και εκείνων που είναι υπεύθυνες για την υποκίνηση (motivation) και τα συναισθήματα του ανθρώπου. Και αυτό συνάδει με την ιδέα ότι τα όνειρα δίνουν έκφραση σε ενστικτώδεις ορμές (ενορμήσεις) (Solms, 2000; 1997; Panksepp, 1999).

Ανακεφαλαιώνοντας, η κατάθλιψη έχει ένα πλήθος σαφώς προσδιορισμένων χαρακτηριστικών, στα οποία μπορούμε να επέμβουμε ψυχοθεραπευτικά. Υπολογίζεται ότι σε κάθε στιγμή, ένα 20% περίπου του πληθυσμού των δυτικών-βιομηχανικών κοινωνιών υποφέρει από αυτό που ονομάζουμε κατάθλιψη, ενώ ο καθένας μας θα βιώσει μία τουλάχιστον φορά στη ζωή του τη συναισθηματική αυτή διαταραχή. Το ελπιδοφόρο μήνυμα είναι ότι η κατάθλιψη αντιμετωπίζεται. Η μόνη ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στη σωματική ιατρική και στο χώρο της ψυχικής υγείας είναι ότι, στη δεύτερη περίπτωση, είναι απαραίτητη η συνειδητή, ενεργητική συμμετοχή του ατόμου στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι πιθανότητες να αντιμετωπιστεί επιτυχώς μια ψυχική διαταραχή όπως η κατάθλιψη μεγιστοποιούνται.

Πόσο αποτελεσματική είναι η Θεραπεία για κατάθλιψη;

Το 60% έως 80% των ασθενών με μείζονα κατάθλιψη ανταποκρίνεται σε μία και μόνη φαρμακοθεραπεία, σε επαρκή δόση, διάρκειας τουλάχιστον 6 εβδομάδων. Από τους υπόλοιπους, οι περισσότεροι θα έχουν τουλάχιστον μια μερική ανταπόκριση. Το 10% - 15% των ασθενών δε βελτιώνονται επαρκώς. Για όσους δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πρώτη φαρμακευτική προσπάθεια ο συνδυασμός φαρμάκων ή η αλλαγή σε διαφορετικό φάρμακο είναι συχνά αποδοτική. Πολλοί ασθενείς που θεωρούνται ανθιστάμενοι στη φαρμακευτική αγωγή, συχνά δεν την έχουν λάβει σε επαρκή δόση ή διάρκεια. Επίσης, ασθενείς με συνυπάρχουσες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως διαταραχές προσωπικότητας, έχουν χαμηλότερη συχνότητα ανταπόκρισης.

Γιατί πρέπει να θεραπεύεται η κατάθλιψη;

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι μπορούν να τα καταφέρουν μόνοι τους να αντιμετωπίσουν την κατάθλιψη από την οποία πάσχουν. Αυτό είναι αλήθεια ότι μπορεί να συμβεί Διάφορες εργασίες έχουν δείξει ότι ένα επεισόδιο σοβαρής κατάθλιψης μπορεί να περάσει μόνο του μέσα σε 12 μήνες. Ωστόσο, πρέπει κανείς να γνωρίζει τα εξής:

Η φαρμακευτική θεραπεία μπορεί να φέρει σημαντική βελτίωση από τον πρώτο μήνα.
Η θεραπεία νωρίς μπορεί να προλάβει την κατάθλιψη από το να γίνει σοβαρή ή χρόνια.
Ο κίνδυνος για αυτοκτονία είναι μεγαλύτερος στους ανθρώπους που δεν παίρνουν θεραπεία. Με την θεραπεία οι ιδέες αυτοκτονίας εξαφανίζονται γρήγορα.

Η θεραπεία μπορεί να προλάβει νέα επεισόδια κατάθλιψης. Χωρίς θεραπεία η πιθανότητα να πάθει κανείς δεύτερο επεισόδιο κατάθλιψης είναι 50% εάν ήδη έχει ένα επεισόδιο στο ιστορικό του. Εάν ήδη έχει πάθει δύο επεισόδια η πιθανότητα να πάθει και τρίτο είναι ακόμη μεγαλύτερη , ενώ από τρία επεισόδια και επάνω η πιθανότητα ξεπερνάει το 90%. Με την θεραπεία η εικόνα αυτή αλλάζει δραματικά.

Πότε υπάρχει ανάγκη νοσηλείας;
Οι περισσότεροι άνθρωποι με κατάθλιψη θεραπεύονται ως εξωτερικοί ασθενείς. Μερικές όμως φορές μπορεί να χρειαστεί νοσηλεία. Μερικοί από τους λόγους είναι οι εξής:
Υπάρχουν έντονες ιδέες αυτοκτονίας και γενικά ο κίνδυνος για αυτοκτονία είναι πολύ αυξημένος (π.χ., ήδη ο ασθενής έχει κάνει μια αποτυχημένη απόπειρα).
Συνυπάρχουν άλλες ιατρικές καταστάσεις που απαιτούν παρακολούθηση σε νοσοκομείο.
Χρειάζεται να γίνει ρύθμιση της αντικαταθλιπτικής θεραπείας (π.χ., ο ασθενής παίρνει θεραπεία αλλά μετά από εύλογο διάστημα δεν έχει αποτέλεσμα.
Χρειάζεται να γίνει θεραπεία που μπορεί να χορηγηθεί μόνο στο νοσοκομείο (π.χ., ηλεκτροσπασμοθεραπεία). Συνήθως οι περισσότεροι ασθενείς νοσηλεύονται για λίγες ημέρες ή εβδομάδες.

Δημήτρης Μπούκουρας
Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής