Ταύτιση και ταυτότητα

Το θέμα που θα εξετάσουμε θα το δούμε μέσα από την ψυχαναλυτική θεωρία. Σύμφωνα, λοιπόν με την θεωρία αυτή, η ταύτιση σαν ψυχολογικό φαινόμενο παρουσιάζεται σαν ένας συναισθηματικός δεσμός μ’ ένα άλλο πρόσωπο.

Αυτός ο δεσμός έχει να κάνει μ’ ένα παιχνίδι, το οποίο συνδέεται κατ’ αρχήν με τον τόπο του «είμαι», ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το πρόσωπο του πατέρα.

Εδώ, δημιουργείται μια πρωτόγονη ικανότητα ταύτισης, η οποία είναι διαφορετική από την αντικειμενική σχέση με τον πατέρα και ανταποκρίνεται στη φιγούρα ενός πατέρα “προσωπική προϊστορία”.

Το πρόβλημα αυτό στηρίζεται στο γεγονός ότι αν και ξεκινάμε από δύο διαφορετικές πηγές (η μία, είναι “ο τρόπος του είμαι που συνδέεται με τον πατέρα” και ο άλλος είναι “ο τρόπος του έχω” που συνδέεται με τη μητέρα), οι σχέσεις ταύτισης και οι σχέσεις με το αντικείμενο ταύτισης ανταλλάσσουν τις λειτουργίες τους. Από τη μια μεριά υποκαθίσταται η μία από την άλλη και από την άλλη μεριά προσδιορίζονται η μια από την άλλη.

Χαρακτηριστικό στοιχείο, σ’ αυτήν την περίπτωση είναι το φαινόμενο της αλληλεπίδρασης αυτών των δύο λειτουργιών, το οποίο παρουσιάζεται έντονα στη μελέτη της υστερικής ταύτισης. Εδώ, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι κατά ένα περίεργο τρόπο ότι η ταύτιση γίνεται το αντικείμενο μιας επιθυμίας, μπορεί η ίδια ακόμα ν’ απωθηθεί, να διαφοροποιηθεί, να μεταβιβαστεί ή να επανεμφανιστεί και να αποτελέσει συμπτώματα.

Μια άλλη χαρακτηριστική στιγμή αυτής της αλληλεπίδρασης παρουσιάζεται με την ταύτιση, η οποία έχει σχέση και συνεπάγεται με το πένθος του αντικειμένου.

Στις δύο αυτές τελευταίες περιπτώσεις το μοντέλο ταύτισης στην μεν υστερική ταύτιση προέρχεται από μια ελεύθερη συνένωση των δύο διαφορετικών πηγών (έχω- είμαι), στη ταύτιση δε που προέρχεται από το πένθος του αντικειμένου προέρχεται από μια συγκερασματική συνένωση των δύο πηγών.

 

Σχόλια για την Κοινωνική Αλλαγή στην Ελλάδα

Αναμφισβήτητα, οι προβληματισμοί αυτής της εργασίας στοχεύουν να εφαρμοστούν σε ανθρώπους με διαφορετικά πολιτιστικά συστήματα. Συνεπώς, δεν μένει παρά να διευκρινίσουμε τις παραμέτρους εκείνες που διέπουν το ψυχολογικό φαινόμενο που εξετάζουμε, στο συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο, τον Ελληνικό.

Εκείνο που έχει διαπιστωθεί, μέσα από επιστημονικές μελέτες που εξέτασαν την Ελληνική πραγματικότητα είναι ότι η κοινωνική συμπεριφορά του Έλληνα παρουσιάζει αρκετές ιδιομορφίες, τόσο σαν μέρος μιας οικογένειας στην οποία ανήκει, όσο και σαν πολίτης ενός κράτους στο οποίο συμμετέχει.

Στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, μέσα στους κόλπους μιας ομάδας, η Ελληνική συμπεριφορά προσδιορίζεται από μια ανάγκη που έχει το άτομο να δημιουργεί δεσμούς και προσωπικές επαφές. Μέσα ακόμη στην ομάδα δίνει μεγάλη σημασία σε ένα κυρίαρχο πρόσωπο, αρχηγικό θα λέγαμε, είτε είναι άντρας, είτε γυναίκα. Το πατρικό ή μητρικό πρότυπο μέσα σε μια ομάδα είναι συνηθισμένο και παγκόσμιο. Εκείνο όμως που ξεχωρίζει στην Ελληνική συμπεριφορά είναι βαθμός της εξάρτησης και η έντονη αμφιταλάντευση των ανθρώπινων συναισθημάτων, παρά το γεγονός ότι με τη συμπεριφορά του το άτομο δείχνει μια στάση ανεξαρτησίας.

Αν ήθελε κανείς να διερευνήσει τα αίτια μιας τέτοιας συμπεριφοράς, θα μπορούσε να δώσει και διάφορες ερμηνείες.

Ο πατριαρχικός χαρακτήρας της Ελληνικής κοινωνίας. Πρέπει να τονίσουμε τη σημασία του έδινε και δίνει ακόμη, αν και σήμερα η αμφισβήτηση είναι μεγαλύτερη ο Έλληνας σε προσωπικότητες που αντιπροσωπεύουν την εξουσία. Τέτοιες προσωπικότητες μπορούσαν να είναι ο πατέρας, ο δάσκαλος, ο σύζυγος, ο πρωτότοκος αδερφός. κ.α στους οποίους όλοι οφείλουν να υπακούουν.

Η αναφορά σ’ αυτά τα στοιχεία μαζί με τις κοινωνικές παραμέτρους απασχολεί σημαντικά την επίδραση τους πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά.

Έχει παρατηρηθεί, άλλωστε ένα ποσοστό ψυχικής νοσηρότητας τόσο στις αγροτικές όσο και στις αστικές περιοχές αφού τα παραδοσιακά μέτρα όπως ο αριθμός των αρρώστων που εισάγονται στα νοσοκομεία, ή ο αριθμός των εξεταζομένων από τους ψυχιάτρους δεν αντανακλούν παρά μόνο ένα μέρος της ψυχικής νοσηρότητας, όπου έχει σημειωθεί πως μεγαλύτερο ποσοστό νοσηρότητας υπάρχει στις αστικές περιοχές, παρά στις αγροτικές. Αν μελετήσει κανείς περισσότερο το κοινωνικό εποικοδόμημα παρατηρεί έντονη ψυχική νοσηρότητα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα μερικοί από τους κοινωνικούς παράγοντες που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην εμφάνιση της ψυχικής νοσηρότητας (που στις αστικές περιοχές παίρνει τη μορφή νευρώσεων κυρίως και όχι ψυχώσεων) θα μπορούσε να είναι η κοινωνική αποδιοργάνωση κα απομόνωση, η ανωνυμία ή αλλοτρίωση της προσωπικότητας.

Σ’ αυτούς έρχονται να προστεθούν και κάποιοι άλλοι παράγοντες – αιτίες, όπως η δυστυχία προσαρμογής στον αυτοματοποιημένο τρόπο ζωής της πόλης ατόμων που έρχονται από τις αγροτικές περιοχές και όπως η φανερή διαφορά ρυθμού ανάπτυξης ανάμεσα στην πόλη και στην επαρχία. Έτσι οι κάτοικοι των αστικών περιοχών είτε δε μπορούν ν’ ακολουθήσουν την ανάπτυξη των άλλων, είτε η ίδια η κοινωνική δομή χαρακτηρίζεται ψυχωτική, όποτε και αποτελεί τροχοπέδη για τη φυσιολογική ανάπτυξη των μελών της.0

Σημαντικό, όμως ρόλο στην δομή και ανάπτυξη μιας κοινωνίας αστικής ή αγροτικής, παίζει η νεολαία.

Σε μια κοινωνία, ωστόσο, στην οποία κύριο λόγο έχουν οι πολεμικές βιομηχανίες ο αυταρχικός κρατικός μηχανισμός, η τρομοκρατία, η βία, το οργανωμένο έγκλημα, το περιθώριο, καλείται η νεολαία να μαθαίνει γύρω απ’ αυτήν, ν’ ασχολείται μ’ αυτήν πολύ πιο έντονα από μια οποιασδήποτε άλλη πληθυσμιακή μερίδα. Δεν εντάσσεται και λόγω του ότι δεν εξαρτάται ακολουθεί πειραματισμούς. Σίγουρα αρνείται να συμμετάσχει στο σημερινό κοινωνικό show (τα συνθήματα σε τοίχους όπως π.χ NO FUTUR δεν σημαίνουν ότι η νεολαία πάσχει από δημιουργικές τάσεις αναζήτησης, αλλά αποτελούν την πιο αμείλικτη ίσως κριτική για το σημερινό τερατώδες μοντέλο της κοινωνίας, που ενδεχομένως να μην έχει μέλλον), και προτείνει νέα πρωτοποριακά μοντέλα κοινωνικής οργάνωσης που όμως αδυνατεί να πραγματοποιήσει λόγω της έλλειψης κοινωνικής δύναμης. Έτσι η στάση διαμαρτυρίας της νεολαίας δεν αποτελεί πρόβλημα που πρέπει απλά να ξεπεράσουν οι νέοι αλλά αντικατοπτρίζει το πρόβλημα της κοινωνίας σήμερα και καλεί τους ενήλικες που ιδιοποιούνται την κοινωνική δύναμη να ξεπεράσουν το τέλμα οικοδομώντας έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής.

Αυτές οι σκέψεις μας οδηγούν να σκεφτούμε πως σε αυτή την περίπτωση αυτά τα άτομα, με την ταυτότητα τους ή αυτή των ομάδων και κοινωνιών περνούν ή ζουν μια ιστορική στιγμή όπου όχι και λίγες δομές βρίσκονται σε “κρίση”. Ίσως γίνεται, λοιπόν πιθανό να κάνουμε να εννοηθεί ότι η “ταυτότητα” δεν είναι ο μόνος τρόπος για να καταλάβουμε αυτά τα παράξενα αντικείμενα που είμαστε, οι άνθρωποι.

Αυτό μπορεί να κατανοηθεί ανάμεσα σε άλλα, όταν αναλύσουμε τις “κρίσεις” λεγόμενες “ταυτότητας”, όπου μπορούμε, μερικές φορές, να “δούμε” αν θέλουμε πράγματι να δούμε ότι πρόκειται για την κρίση μιας ιδεολογικής κατασκευής.

Απ’ αυτές τις κρίσεις, όπου “ο κόσμος δεν είναι πια αυτό που νομίζαμε ότι ήταν”, όπου “δεν είμαστε πια οι ίδιοι” όπου λέμε “θα ήθελα πράγματι αλλά είναι πιο δυνατό από μένα” και άλλες παράξενες φόρμουλες, διαφαίνεται η δυνατότητα μιας ριζοσπαστικής αμφισβήτησης της ίδιας της ιδέας της ταυτότητας.

Είναι αλήθεια, ότι από τη μια μεριά, η ταυτότητα είναι μια κατασκευή της δικαστικής ιδεολογίας, πιστοποιημένη από το όνομα και το επίθετο, γραμμένα πάνω στην κάρτα ταυτότητας, από τη στιγμή που ο πατέρας του νεογέννητου το δηλώνει στο δημαρχείο. Αυτή η ιδεολογική κατασκευή είναι από την άλλη μεριά συστηματοποιημένη από τις κοινωνικές και ανθρώπινες επιστήμες. Είτε πρόκειται γι’ αυτήν των ατόμων, μέσα στην ψυχολογία του “εγώ” ή γι’ αυτήν των κοινωνιών (εθνική ή πολιτιστική ταυτότητα, “η Ελλάδα ”) και αυτή των κοινωνικών τάξεων (”η εργατική κουλτούρα”) μέσα στην κοινωνιολογία.

Αυτές οι ταυτότητες, ιδεολογικές κατασκευές μερικές φορές με επιστημονική προσποίηση, εγείρονται για ν’ απωθήσουν τη γνώση διαιρέσεων ατόμων και κοινωνιών, γνώση της απουσίας κάθε ταυτότητας. Είναι αυτό που δείχνεται με τον όρο “κοινωνικό απωθημένο” (Frederik Mispelblom).

Αυτή τη γνώση την κατέχει ο καθένας από μας, την γενικότερη υποσυνείδητη γνώση του ίδιου μας του διαμελισμού, που υπάρχει πριν ένα παιδί πει: “εγώ” και σκέπτεται τον εαυτό του ως έχον ταυτότητα. Κάθε υποκείμενο υφίσταται διαιρέσεις ανάμεσα στις συνειδητές και ασυνείδητες διαστάσεις του, από τις συγκρούσεις ανάμεσα στα τρία επίπεδα της ψυχικής μηχανής: το Εκείνο, το Εγώ, το Υπερεγώ.

Παράλληλα, όμως κάθε υποκείμενο είναι ένα κοινωνικό υποκείμενο, το οποίο καλείται από τη γέννηση του να πουλήσει τη δύναμη της εργασίας του ή να κάνει να εργαστεί αυτή των άλλων, φυλακισμένο υλικά μέσα στην κοινωνική διαίρεση της εργασίας, όπου η θέση που κατέχει δεν καθορίζεται παρά μόνο σε σχέση και σε αντίθεση με τα άλλα, η πνευματική εργασία, που δεν αναπτύσσεται παρά μόνο από τη συνεχή μείωση των έργων σύλληψης της χειρονακτικής εργασίας. Το κοινωνικό υποκείμενο, όντας υποταγμένο στην πολιτική, είναι καταχωρημένο μέσα σε δίχτυα δύναμης, με τις θέσει του εκμεταλλευτή, βοηθού εκμετάλλευσης και εκμεταλλευόμενου, θέσεις κυριαρχικές, συμμαχικές, ή ανταγωνιστικές του κράτους. Θέσεις αντιφατικές όπου υπάρχουν στο ίδιο υποκείμενο στάσεις καρτερίας και αντίστασης. Είναι ακόμα υποταγμένο στην ιδεολογία σαν στήριγμα των συγκρουσιακών ιδεολογιών, που προϋπάρχουν από τη γέννηση του, όπως οι φιγούρες του “πατέρα”, του “αρσενικού” και του  “θηλυκού” του “παιδιού” του “ενήλικα” τον “επιτρεπτού” του “απαγορευμένου”, εγγεγραμμένο από τη γέννηση του μέσα σε μια κάποια δομή,(L. Althusser).

Αυτές οι ιδεολογικές φιγούρες συνθέτουν το Εγώ και το Υπερεγώ, τις πολλαπλές ταυτίσει συνειδητές και ασυνείδητες, κυρίαρχες και κυριαρχημένες, που πραγματοποιούνται μέσα στις καθημερινές υλικές πράξεις του υποκειμένου αντιφατικές ιδεολογικές φιγούρες: υποταγμένο συγχρόνως για παράδειγμα στη θέση του “μπορούν πίσω από τη μητέρα του” και καλούμενο την ίδια στιγμή να γίνει “μαζοχιστής”. Ιδεολογικές φιγούρες υποστηριζόμενες και αναπαραγόμενες μέσα σε μηχανισμούς κράτους ή όχι, σχολείου, οικογένειας, κόμματος.

Το κοινωνικό, λοιπόν ορισμένο, δεν είναι αυτό που υπάρχει κοινό μέσα σε μια “κοινωνία” ανάμεσα σε “άτομα”. Το κοινωνικό είναι αυτό που διαιρεί τους κοινωνικούς σχηματισμούς και τα κοινωνικά υποκείμενα. Ούτε τα μεν, ούτε τα δε δεν έχουν ταυτότητα: είναι σύνθετες σχέσεις, αντιθέσεις, αντιφάσεις. Κανένα θεμελιώδες στοιχείο δεν έχει στη βάση, καμμία αρχική ή τελευταία αιτία,  τίποτα “πέρα” απ’ αυτές τις σχέσεις. Το κοινωνικό διασχισμένο από τους σταθμούς της ψυχικής μηχανής. Είναι δουλεμένο από τους μηχανισμούς της προβολής και της απώθηση, της άρνησης και της μετάθεσης από το συνειδητό στο ασυνείδητο, την αγάπη και το μίσος. Γιατί αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργίας του υποσυνείδητου, που ο Φρόυντ ανακάλυψε και εξήγησε, δεν υπάρχουν συγκεκριμένα παρά μόνο μέσα σε ειδικά υποσυνείδητα, πάντα ήδη “συντεθειμένα” από την κοινωνική ιστορία.

 

Έτσι, λοιπόν, ανάμεσα στις ψυχολογικές και κοινωνικές διαστάσεις του υποκειμένου μπορούμε να ξεκαθαρίσουμε πως, αν πράγματι ο ψυχικός μηχανισμός είναι μια συγκρουστεί κατασκευή και ασταθής, από τα τρία επίπεδα της, αυτά εδώ συνθέτονται από κοινωνικό – ιδεολογικές φόρμες κάτω από τις συνειδητές και συνειδητές καταστάσεις της.

Ωστόσο, τα σύνορα ανάμεσα στο ψυχολογικό και το κοινωνικό υπήρξαν ένας παραδειγματικός χώρος εννοιακής επεξεργασίας από τον Φρόυντ, όπως ο χώρος των συλλογικών ιδανικών και της εσωτερίκευσης τους, αυτός  των θρησκευτικών ή Πολιτικών Ιδεολογικών και της εγγραφής τους μέσα στις συγκρούσεις του υποκειμένου, εγγραφή από τις τελετουργίες, για παράδειγμα πάνω στη μέθοδο της ιδεοκαταναγκαστικής, νεύρωσης.

Πράγματι αυτός ο χώρος είναι προνομιούχος γιατί οι κοινωνίες δεν παύουν να παράγουν τα ιδανικά τους ή τους θεούς τους, που προτείνονται για σεβασμό, και γιατί αυτά τα ιδανικά δεν παύουν να έχουν σχέση με τις συγκρούσεις του ατόμου (P. Ansad 1983).

Εδώ ο Φρόυντ κατασκευάζει μια σειρά εννοιών που επιτρέπουν να σκεφτούμε την εσωτερίκευση – τη μέθοδο αποδοχής του νόμου - , να σκεφτούμε το γιατί της ιδεολογίας, να αναρωτηθούμε πάνω στην ιδεολογική συγκίνηση και πάνω στη φύση των δεσμών που δημιουργήθηκαν ή ενισχύθηκαν μ’ αυτόν τον τρόπο.

Μια έννοια κλειδί, μέσα στην ανάλυση αυτών των σχέσεων, είναι αυτή της ταύτισης ως παραδειγματική διαδικασία, όπου η επιδρούσα λογική βρίσκει έντονα την πραγματοποίηση της και την παγίδα της μέσα από τα πολιτιστικά στοιχεία.

Ο Φρόυντ επεξεργάζεται, μπορούμε να πούμε μια εννοιακή αλυσίδα, μια σειρά εννοιών που πηγαίνουν από το υποκείμενο στο κοινωνικό και από το συλλογικό στο ατομικό μια που σύμφωνα με τα παραδείγματα του Φρόυντ, όπως η Εκκλησία, όπως ο Στρατός – φορέας μοντέλων ταυτότητας (όπως ο Θεός, ο Αρχηγός), μοντέλα επιβαλλόμενα – εσωτερικευμένα, που είναι ευκαιρία πρόσχημα, στην αναπαραγωγή της διαδικασίας της ταύτισης έχοντας λάβει μέρα και λαμβάνοντας μέρος κατασκευή, από παλινδρόμηση του Εγώ.

Είναι, λοιπόν, μια αλυσίδα εννοιών που επιβάλλει να θέσουμε σε αμφιβολία τα “σύνορα”, που επιβάλλει να ψάξουμε τον ασυνείδητο συμβολισμό που υποστηρίζει, που ανανεώνει μια ιδεολογία. Μια αλυσίδα που μας προσκαλεί να ξαναψάξουμε το αποτύπωμα – και αναμφίβολα επίσης τη μέθοδο επιρροής αυτών των στοιχείων συμβολικών πάνω στο ασυνείδητο,( με την έννοια της πρώτης τοπικής). Εξ’ ου εξάλλου, οι αποσιωπήσεις των κοινωνιολόγων που απαντούν σ’ αυτές των ψυχαναλυτών, αποσιωπήσεις για να ακολουθήσουν ένα προβληματισμό που χαράζει αυτούς τους δεσμούς  που δίνει την εξουσία και τους μηχανισμούς της στο ασυνείδητο του πιστού και αντίστοιχα.

Μια αλυσίδα που δεν είναι απαραίτητα μειωτική - που δεν είναι απαραίτητα ψυχολογούμενη ή κοινωνιολογούμενη- αλλά που προσκαλεί να εξετάσουμε τους όρους πάνω σ’ αυτήν την μηχανορραφία, που προσκαλεί να αναεισάγουμε το ατομικό μέσα στους ιδεολογικούς μηχανισμούς, να αναζητήσουμε μέσα στην ιδεολογία τον φαντασιωτικό συμβολισμό ή αυτό που εννοεί τη συγκυρία της σύγκρουσης ανάμεσα στο Υπερεγώ και στο Εγώ.

Πολλές έρευνες μεταγενέστερες του Φρόυντ έδειξαν ανάγλυφα την πλειοψηφία των ιδιαίτερων φαντασιωστικών διαμορφώσεων των διαφορετικών ιδεολογιών. Θα μπορούσαμε εδώ να αναθυμηθούμε τιε τόσο απομακρυσμένες εργασίες όσο αυτές του Reich, Marvure, Gezard, Mendel ή Fornari. Θα μπορούσαμε εδώ να θυμηθούμε τις εργασίες αυτών των ψυχιάτρων και αντιψυχιάτρων εθνολόγων που μας δείχνουν ότι διαφορετικές κουλτούρες προτείνουν διαφορετικές συγκολήσεις στους λεγόμενους πνευματικούς ασθενείς, δεν είναι αυτή η μηδαμινή διαφορά για παράδειγμα, ότι η αδυναμία της ενοχής σ’ αυτήν την αφρικάνικη κουλτούρα και η αντικατάσταση της, μπορούμε, να πούμε, από τις αναπαραστάσεις και τις ανησυχίες καταδίωξης.

Εξ άλλου ο Φρόυντ στη “Συλλογική Ψυχολογία και Ανάλυση του Εγώ” προσπαθεί να δείξει την αποκατασκευή των λιμπιντικών δεσμών, δεσμών ταυτιστικών μέσα σε μια πολεμική κοινότητα, και δίνει το παράδειγμα του πανικού. Ο θάνατος του Θεού, η πτώχευση της κοινωνικής υποστύλωσης κινητοποιεί τη γενικευμένη συλλογική και ατομική παλινδρόμηση. Όμως αυτά τα μοντέλα σκέψης δεν αντιστοιχούν παρά πολύ ατελώς σε μια πολιτική είναι σπάνιοι – όπου οι διακαείς ταυτίσεις είναι εξαιρετικές και, προσωρινές – αλλά όπου οι τέλειοι άπιστοι είναι πιο σπάνιοι απ’ ότι το προσποιούνται.

Dante part o Ansant μιλάει για την έννοια της από- ταύτισης απαντώντας στην έννοια της ταύτισης πάνω στον κοινωνικό πόλο της εννοιακής αλυσίδας υποβάλλουμε καταστάσεις και ιστορικές περιόδους ανακοδόμησης των ταυτιστικών μοντέλων. Ακύρωση του πολιτικού ήρωα του χθες, αποσύνθεση λατρείας μιας προσωπικότητας καταστροφή ειδώλων…

Τι θα ήταν για τα άτομα αυτή η διαδικασία της από- ταύτισης καθώς η ιδεολογική ταύτιση είχε λάβει μέρος σε μια μέθοδο κατασκευής του Εγώ στη συγκόλληση των μηχανισμών άμυνας, στη εγκατάσταση προβολών και ενδοβολών συνηθισμένων σ’ έναν τύπο απώθησης.

Η από- ταυτιστική διαδικασία ακολουθείται από μια πτώση των αμυνών, από μια κρίση ταυτοτήτων από καινούργιες αρνήσεις – ή από μια επανατομικότητα, από μία προσέλευση στη συνείδηση της κυριαρχίας ή ακόμα θα λυνόταν μέσα στην ανασύνταξη των υποκαταστάσεων ταυτοτήτων: (Ansant)

Καταλήγοντας θα πρέπει να σκεφτεί κανείς πως το έργο της εννοιακής επεξεργασίας πρέπει να έρχεται εδώ από μια σύγκλιση τριών προσεγγίσεων, τριών επιπέδων γνώσεων, των οποίων θα “έπρεπε να διασχίσουμε τα σύνορα: την πολιτική κοινωνιολογία, την κοινωνική ψυχολογία και την ψυχανάλυση”.

 

Δημήτρης Μπούκουρας

Κλινικός Ψυχολόγος -Ψυχοθεραπευτής