Τέχνη και ψυχανάλυση

Παραλληλισμός Τέχνης με κατάσταση ονείρου. Γι’ αυτήν την κοινή αντίληψη όνειρο και καλλιτέχνημα έχουν πολλά και έκδηλα τα κοινά γνωρίσματα. Και τα δύο πηγάζουν από την αδέσμευτη ενέργεια των ψυχικών δυνάμεων, είναι οραματά που λίγο ως πολύ ελεύθερο από εξωτερικούς περιορισμούς και περισπασμούς τα ανασταίνει η φαντασία.

Ο άνθρωπος που εκτελεί την καλλιτεχνική λειτουργία είτε όταν κατασκευάζει ένα έργο Τέχνης, είτε όταν με τη θεώρηση (θέαση, ακρόαση, ανάγνωση) τα ξαναφτιάχνει μέσα του, είναι σαν να ονειρεύεται με ανοιχτά μάτια.

Είναι σαν τον άνθρωπο, που κοιμάται και έχει αποτραβηχτεί στο περιθώριο της πραγματικότητας και ανεπηρέαστος από τους εθισμούς που τον τριγυρίζουν, ζει παραδομένος σε κάποια εσωτερικά οράματα που αναδεύουν το θυμικό του και γεννούν μέσα του ιδιότυπες συγκινήσεις.

Αυτήν περίπου την αίσθηση έχει και στις στιγμές των εμπνεύσεων του ο καλλιτέχνης. Κάτι που έρχεται από μακριά σαν πνοή ανέμου και που αισθάνεται ότι δεν του ανήκει, κάτι ισχυρό και σκοτεινό, ανεξιχνίαστο τον κτυπάει, μπαίνει και τον γεμίζει, ενεργεί μέσα του.

Τη σχέση της Τέχνης με το όνειρο μελέτησε και ο Sigmund Freud και έδειξε τη σημασία που έχουν για τη ψυχική του ζωή τα φαινόμενα της σφαίρας του «ασυνειδήτου».

Ενδιαφέρθηκε αυτός και οι νεώτεροι ψυχαναλυτές ευθύς εξαρχής για τα πλάσματα της καλλιτεχνικής φαντασίας κι’ αυτό ήταν πολύ φυσικό, αφού και κατά την κοινή αντίληψη ακόμα στη σύλληψη και στη σύνθεση των πλασμάτων αυτών ενεργούν παράλληλα προς τις ανώτερες πνευματικές λειτουργίες της συνειδησιακής ζωής και κάποιες άλλες δυνάμεις – πανίσχυρες κατά την ψυχαναλυτική θεωρία στις δυνάμεις του ασυνειδήτου.

Το όνειρο είναι κατ’ εξοχήν έργο αυτών των δυνάμεων και αποκαλύπτει με τον παράξενο συμβολισμό του τις ψυχικές συγκρούσεις, που γίνονται στα σκοτεινά βάθη της προσωπικότητας στη σφαίρα του ασυνειδήτου.

Ο καλλιτέχνης (κατά την ψυχανάλυση) θεωρείται εσωστρεφής τύπος που αγγίζει τη νεύρωση. Τον κινούν ορμές και τάσεις εξαιρετικά ισχυρές και θα ήθελε να κατακτήσει τιμές, δύναμη, πλούτη, δόξα και έρωτα. Αλλά του λείπουν τα μέσα, για να δώσει στον εαυτό του αυτές τις ικανοποιήσεις. Γι’ αυτό σαν κάθε ανικανοποίητος άνθρωπος, αφήνει πίσω του την πραγματικότητα και συγκεντρώνει όλο το ενδιαφέρον του, καθώς και τη libido (ψυχική ενέργεια) στους πόθους που δημιουργούνται από τη φανταστική του ζωή, πράγμα που μπορεί να τον οδηγήσει εύκολα προς τη νεύρωση και τώρα πως ξαναβρίσκει ο καλλιτέχνης το δρόμο προς την πραγματικότητα, δεν είναι ανάγκη να σας ειπωθεί ότι δεν είναι ο μόνος που ζει με ζωή φανταστική. Η μεσάζουσα περιοχή της φαντασία έχει τη γενική έννοια της ανθρωπότητα και όλοι όσοι έχουν και κάτι στερηθεί. Εδώ έρχονται και ζητούν αντισταθμίσματα και παραμύθια.

Αλλά ο αληθινός καλλιτέχνης μπορεί να κάνει κάτι παραπάνω. Πρώτα ξέρει να δίνει στα ξύπνια όνειρα του τέτοια μορφή, που χάνουν κάθε προσωπικό χαρακτήρα ικανό να δυσαρεστήσει τους άλλους ανθρώπους και γίνονται πηγή απολαύσεων γι’ αυτούς. Ξέρει ακόμη να τα ομορφαίνει με τρόπο που ν’ αποσκεπάζει την ύποπτη προέλευσή τους. Τέλος έχει τη μυστηριώδη δύναμη να επεξεργάζεται τα υλικά που του δίνονται, έως το σημείο να κατασκευάζει με αυτά την πιστή εικόνα της παράστασης που υπάρχει μέσα στην φαντασία του.

Όταν κατορθώνει να τα πραγματοποιήσει όλ’ αυτά, δίνει στους άλλους το μέσον ν αντλήσουν πάλι μεσ’ από τις πηγές ηδονής του δικού τους ασυνείδητου ανακούφιση και παρηγοριά έτσι κερδίζει την ευγνωμοσύνη και τον θαυμασμό τους και καταντά επιτέλους με τη φαντασία του, ό,τι έως τότε υπήρχε μόνο μέσα στη φαντασία του: τιμές, δύναμη και έρωτα.

Το συμπέρασμα είναι ότι μέσα στα καλλιτεχνικά πλάσματα εξωτερικεύονται συμβολικά (π.χ όνειρα) τα συμπλέγματα, τα απωθημένα στο ασυνείδητο, που απειλούν να κλονίσουν την ευστάθεια της καλλιτεχνικής ψυχής. Η διαπίστωση αυτή έθεσε, όπως ήταν φυσικό στην ψυχανάλυση το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ καλλιτέχνη και νευρωτικού. Ο Stekel που μελέτησε την βιογραφία πολλών ποιητών, πιστεύει ότι ανακάλυψε νευρωτικά συμπλέγματα ακόμη και σε μερικούς απ’ αυτούς που θεωρούνται οι πιο ισορροπημένοι.

Στον Goethe π.χ διαπιστώνει τη μορφή τη μορφή της νεύρωσης που ο Freud την ονόμασε «υστερία του άγχους». Και συμπεραίνει ότι, εάν κάθε ποιητής είναι νευροπαθής δεν είναι ποιητής, τουλάχιστον κάθε ποιητής είναι νευροπαθής και μάλιστα υστερικός. Τολμηρό συμπέρασμα, αλλά χάνει την οξύτητα του, γιατί δίνει στην έννοια της υστερίας ο Stekel πλατιά έννοια. O Otto Rank μαθητής του Freud επικρίνει την άποψη του Stekel και προτείνει μια διάκριση που θέτει τη διαφορά των δύο τύπων στο ποσοτικό και όχι στο ποιοτικό επίπεδο. Η Τέχνη βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ υγείας και αρρώστιας.

Το καλλιτέχνημα εκφράζει αυτή τη σύγκρουση και συνάμα μιαν απόπειρα λύσης και συμβιβασμού. Επομένως είναι αποτέλεσμα των ίδιων όρων που προκαλούν και τη νεύρωση. Με τη διαφορά ότι η καλλιτεχνική εργασία είναι μια «αυτοψυχανάλυση», που δίνει διέξοδο στα απωθημένα συμπλέγματα να εκδηλωθούν. Ο καλλιτέχνης γίνεται ο ίδιος θεραπευτής του εαυτού του, πράγμα που δεν μπορεί να το κατορθώσει ο νευρωτικός.

 

Συμπεράσματα

·         Το καλλιτέχνημα ενεργεί στο θεατή όπως το όνειρο, προσφέρει στον θεατή μια συμβολική πραγματοποίηση των πόθων και των τάσεων και ιδιαίτερα των ασύνειδων τάσεων του.

·         Ο θεατής προβάλλει στο έργο τις εσωτερικές συγκρούσεις του, αλλά και κάποιες λύσεις συμβιβασμού.

·         Ο θεατής προβάλλει μέσα στο έργο του τα ίδια συμπλέγματα που ζήτησε μ’ αυτό να εκφράσει και να «λύσει» ο δημιουργός του αμοιβαία επικοινωνία.

 

Δημήτρης Μπούκουρας 

Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής