Τι απαιτεί η ψυχανάλυση από τον ασθενή

Τι απαιτεί η ψυχανάλυση από τον ασθενή

Τα κίνητρα

Μόνο ένας ασθενής με ισχυρά κίνητρα μπορεί να δουλέψει μ’ όλη την καρδιά του με επιμονή στην ψυχαναλυτική κατάσταση. Τα νευρωτικά συμπτώματα ή τα αταίριαστα μεταξύ τους στοιχεία του χαρακτήρα πρέπει να είναι αρκετά οδυνηρά για να οδηγήσουν τον ασθενή να υπομείνει την αυστηρότητα της ψυχαναλυτικής θεραπείας. Στην περιέργεια, στην επιθυμία να μάθει πρέπει να προστεθεί και η νευρωτική φτώχια, αν ο ασθενής θέλει να ζητήσει μια ψυχαναλυτική εμπειρία που δεν είναι επιφανειακή πρέπει ν’ αντέξει την απελπισία που δημιουργεί το φανέρωμα των ιδιωτικών του εμπειριών, των πιο αγχωτικών, των πιο ένοχων πρέπει να ξοδέψει πάρα πολύ χρόνο και χρήμα, ν’ απορρίψει τα δευτερεύοντα ευεργετήματα της αρρώστιας του και να μην περιμένει γρήγορα και παροδικά αποτελέσματα.

Εδώ και μερικά χρόνια, οι ασθενείς ψάχνοντας για πιο γρήγορα αποτελέσματα οδηγήθηκαν στο να υιοθετήσουν φόρμες ψυχοθεραπείας βραχυχρόνιες και ακόμη συντονισμένες φόρμουλες της ψυχανάλυσης. Αυτή η τάση ενισχύθηκε από τον αυξημένο αριθμό των ψυχαναλυτών που εξασκούν ένα αμάλγαμα (κράμα) ψυχανάλυσης και ψυχοθεραπείας. Αυτές οι εξελίξεις δημιούργησαν μεγάλη σύγχυση καθώς και διαμάχες μέσα στους ψυχαναλυτικούς και ψυχιατρικούς κύκλους από τον τελευταίο πόλεμο ο αριθμός των ψυχιάτρων που έψαχναν μια ψυχαναλυτική φόρμα αυξήθηκε ανάλογα παρά πολύ σε σχέση με τον αριθμό των διαθέσιμων ειδικευμένων. Ο Franz Alexander και οι μαθητές του στην “Αναλυτική Ψυχοθεραπεία” και η Frieda FrommReichmann, έγιναν υπερασπιστές μιας σειράς διεκπεραιωτικών γρήγορων και καθοδηγητικών θεραπειών αποκαλούμενων του ψυχαναλυτικού τομέα.

Όλες οι φόρμες της ψυχοθεραπείας έχουν την σπουδαιότητα τους σύμφωνα με μένα, υπό τον όρο ότι μελετάμε προσεκτικά τα πλεονεκτήματα τους, τους περιορισμούς τους και τα θεραπευτικά τους αποτελέσματα. Χρειάζεται συχνά να τροποποιούμε την ψυχανάλυση θα λέγαμε ή ν’ αποστασιοποιούμαστε από αυτή για ν’ ανταποκριθούμε στις ανάγκες του ασθενή. Ο ίδιος ο Freud είχε προείπει ότι μια μέρα θα έπρεπε να κραματοποιήσουμε το “καθαρό χρυσάφι” της ψυχανάλυσης προκειμένου να θεραπεύσει ένα πολύ μεγάλο αριθμό ασθενών. Αλλά αν η ψυχανάλυση τροποποιηθεί έτσι ώστε να αντιμετωπίζει τις αναλυτικές αντιστάσεις του ασθενή ή έτσι ώστε να ικανοποιεί τις ασυνείδητες υλικές βλέψεις του θεραπευτή, ο ασθενής και αναλυτής κινδυνεύουν και οι δύο να υποφέρουν, σε κάθε περίπτωση γιατί ένας ασθενής έχει ανάγκη ψυχαναλυτικής θεραπείας αλλά δεν είναι ψυχολογικά έτοιμος γι’ αυτή.

Ορισμένοι ασθενείς, για παράδειγμα, δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι η ζωή τους είναι περιορισμένη λόγω της παθολογίας τους (για παθολογικούς λόγους). Πρέπει λοιπόν να τους δεχτείς αναγκαστικά, να κάνουν μια προκαταρτική ψυχοθεραπεία που έχει σκοπό να κάνει τον ασθενή να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα μιας θεραπείας πιο ριζικής.

Η Άννα Freud έγραψε γι’ αυτό το πρόβλημα πολύ, όσο αφορά τα παιδιά και νομίζω ότι η ανάλυση της ταιριάζει επίσης και σε έναν αυξανόμενο αριθμό ενηλίκων.

Ξαναγυρνάμε στην ερώτηση να μάθουμε αυτό που τα κίνητρα του ασθενή του επιτρέπουν να συμπληρώσει. Μπορεί να υποφέρει τόσο πολύ ώστε να οδηγηθεί να μπει σε μια ψυχαναλυτική κατάσταση ως ασθενής. Αυτοί επιθυμούν ν’ αρχίσουν ψυχανάλυση με σκοπό την έρευνα ,την επαγγελματική εξέλιξη (ανάπτυξη), να πάρουν μια ιδέα ή απλώς από περιέργεια, αντιστέκονται έτσι στην ανάλυση και έχουν ανάγκη από προκαταρκτική ψυχοθεραπεία. Υποστηρίζω ότι μόνο αυτός που βλέπει τον εαυτό του σαν ασθενή μπορεί να κάνει ανάλυση που να μην είναι επιφανειακή. Μόνο αυτός θα θελήσει να προσπαθήσει να μπει και να δουλέψει μέσα στην ψυχαναλυτική κατάσταση.

Μένει να μάθουμε αν τα κίνητρα είναι επαρκώς ισχυρά για να του επιτρέπουν ν’ αντέξει τους περιορισμούς (στερήσεις) και τις επιθετικές καταστάσεις που συμβαίνουν στη διάρκεια της ψυχαναλυτική θεραπείας. Έχει ο ασθενής επαρκή κίνητρα για ν’ ανεχτεί την ανισότητα και την ανισορροπία στη σχέση ασθενή - αναλυτή που παρουσιάζει η ψυχαναλυτική κατάσταση. Πρέπει να θυμηθούμε ότι μιλάμε για την ικανότητα του ασθενή ν’ ανεχθεί τον πόνο και την ενόχληση που προέρχεται από την ψυχανάλυση, αυτό δε σημαίνει ότι περιμένουμε απ’ αυτόν να αντιδρά σ’ αυτές τις οδυνηρές καταστάσεις με ηρεμία, συγκράτηση ή ενθουσιασμό. Αντίθετα περιμένουμε, καλύτερα, ελπίζουμε, ν’ αντιδράσει έντονα, με θυμό, με βιαιότητα, με απέχθεια, ώστε αυτά τα συναισθήματα και οι άμυνες στα συναισθήματα αυτά να γίνουν μέρος εσωτερίκευσης της ανάλυσης.

Ελπίζω ότι θα βιώσει αυτές τις αντιδράσεις χωρίς να καταστραφεί ή να καταστρέψει την ψυχαναλυτική κατάσταση. Οι παρορμητικοί χαρακτήρες στους οποίους ο έλεγχος της παρόρμησης είναι αδύνατος έχουν ανάγκη από άμεσες ευχαριστήσεις και βρίσκουν την αναλυτική κατάσταση παρά πολύ δύσκολη για να την αντέξουν. Έχουν την κλίση να σπάσουν την θεραπεία με ένα ξαφνικό ξέσπασμα.

Επίσης δύσκολη αλλά λιγότερο φανερή είναι η παθολογική υποταγή ορισμένων ασθενών που παρουσιάζουν μαζοχιστικές τάσεις και ευχαριστιούνται κρυφά με τους πόνους που δημιουργεί η ψυχαναλυτική κατάσταση. Αυτοί οι ασθενείς μπορούν να περάσουν κάμποσα ευχάριστα χρόνια κάνοντας ένα ομοίωμα ανάλυσης χωρίς να παρουσιάσουν βελτίωση και χωρίς να παραπονεθούν. Οι νάρκισσοι χαρακτήρες δεν μπορούν να υποφέρουν την σχετική αυστηρότητα της σχέσης με το θεραπευτή και οι ασθενείς που είναι ισχυρά εσωστρεφείς δέχονται άσχημα την απόσταση ανάμεσα στον ασθενή και στον αναλυτή.

 

Οι ικανότητες

Απ’ όλες τις υπάρχουσες ψυχοθεραπείες, η ψυχανάλυση είναι αυτή που ζητάει περισσότερα από τους ασθενείς. Βέβαια, η ψυχανάλυση επιβάλλει στον ασθενή μεγάλες θυσίες, γιατί πρέπει να υπομείνει στερήσεις μεγάλες ενοχλήσεις, το άγχος και την απελπισία που προέρχονται από την αναλυτική κατάσταση. Αλλά αυτό που κάνει την ψυχαναλυτική θεραπεία τόσο απαιτητική είναι ότι οι διαδικασίες και διεργασίες της ψυχανάλυσης απαιτούν από τον ασθενή την ικανότητα να βάλει σε ισχύ λειτουργίες του εγώ που παρουσιάζουν αντινομία, να παλαντζάρουν από την μια στην άλλη και τις και να τις συνδέει.

Ζητείται από τον ασθενή:

1.       Να υποχωρεί και να βελτιώνεται, να προχωρεί

2.       Nα είναι παθητικός και ενεργητικός

3.       Ν’ απορρίπτει κάθε έλεγχο και να παραμένει ο εαυτός του

4.       N’ απορρίπτει την απόδειξη της πραγματικότητας και να την διατηρεί.

Για να συμπληρώσουμε όλα αυτά, ο ασθενής πρέπει να λειτουργεί όσο τον δυνατό πλαστικά και εύκαμπτα. Αυτό φαίνεται σαν αντίθεση σε σχέση με τον προηγούμενο ορισμό της νεύρωσης ως αποτέλεσμα ανεπάρκειας, των λειτουργιών του εγώ. Αλλά αυτό που καθιστά το θέμα νεύρωση δυνατό ν’ αναλυθεί είναι ότι η λειτουργικότητα του εγώ, περιορίζεται σε τομείς λιγότερο ή περισσότερο άμεσα συνδεόμενους με τα συμπτώματα και με τη σημασία του παθολογικού χαρακτήρα. Παρά τη νεύρωση του, ο ασθενής που είναι δυνατόν ν’ αναλυθεί καθίσταται ικανός να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε σφαίρες σχετικά μη αντικρουόμενες.

Γι’ αυτό και ο ασθενής που είναι δυνατόν ν’ αναλυθεί θα μπορέσει να θέσει σε ισχύ τις λειτουργίες του εγώ που παρουσιάζουν αντινομία, μέχρι του σημείου που δεν ακουμπούν τις νευρωτικές διαμάχες. Στο μέτρο που τις απορρίπτουμε, οι νευρωτικές διαμάχες τείνουν συνέχεια στην εκφόρτιση, η μια ή η άλλη, αυτές οι αντίθετες λειτουργίες του εγώ, αργά ή γρήγορα θα εμπλακούν σε νευρωτική διαμάχη, και θα εκδηλωθεί σαν αντίσταση στην ψυχαναλυτική διαδικασία. Θα παρατηρήσουμε λοιπόν γενικά το χάσιμο της πλαστικότητας της μιας ή της άλλης λειτουργίας του εγώ, την εμφάνιση μιας ορισμένης ακαμψίας ή ακόμα και την εξαφάνιση, παροδική, μιας από τις λειτουργίες του εγώ.

Για παράδειγμα, ένας ασθενής θα είναι ανίκανος να οπισθοδρόμηση μέχρι την πρωτογενή διαδικασία της ελεύθερης σκέψης, όλα αυτά τα προϊόντα θα παραμείνουν λογικά και τακτοποιημένα. Η ακόμη θα είναι ανίκανος να διακόψει τον ελεύθερο συνειρμό όταν θα του ζητήσω ακριβείς ιστορικές πληροφορίες, χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται την παρανόηση.

Η ψυχαναλυτική θεραπεία απαιτεί από τον νευρωτικό ασθενή ένα εγώ επαρκώς «πλαστικό» για να περάσει από τη μια λειτουργία του εγώ στην άλλη και να τις ενώσει, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς που επιβάλλει η νευρωτική διαμάχη. Στο μέτρο που η θεραπεία προχωρεί περιμένουμε μια παράλληλη ανάπτυξη των εύπλαστων λειτουργιών του εγώ. Αν ρίξουμε μια σύντομη ματιά στις διάφορες μεθόδους που πραγματοποιούνται από τον ασθενή και στα πλάνα που ακολουθούνται απ’ αυτόν για να δούμε τις ειδικές ικανότητες που απαιτεί απ’ αυτόν η αναλυτική κατάσταση.

Για να επιτύχει τον ελεύθερο συνειρμό, ο ασθενής πρέπει να μπορέσει να παραιτείται τμηματικά και παροδικά από την επαφή του με την πραγματικότητα. Αλλά πρέπει επίσης και να μπορεί να δίνει ακριβείς πληροφορίες, ν’ ανακαλεί μνήμες και να παραμένουν κατανοητές. Πρέπει να μπορεί να ταλαντεύεται ανάμεσα στο πρωτεύον και στο δευτερεύον πλάνο της σκέψης. Περιμένουμε απ’ αυτόν ν’ ακολουθεί τις φαντασιώσεις και να επικοινωνεί μαζί μας με λέξεις και συναισθήματα κατανοητά στον αναλυτή. Ζητάμε από τον ασθενή ν’ ακούει και να καταλαβαίνει τα παρεμβάσεις μας αλλά επίσης να κάνει ελεύθερο συνειρμό για αυτά που του είπαμε. Η πλαστικότητα του εγώ είναι απαραίτητη για να επιτρέπει στον ασθενή να υποχωρεί και στην συνέχεια να έχει μια πιο προχωρημένη θέση.

Ο ασθενής πρέπει να μπορεί να δουλεύει μαζί με τον αναλυτή, ταυτόχρονα, διαφορετικές μεθόδους, διαφορετικά επίπεδα έντασης αγάπης και μίσους ως προς τον αναλυτή. Εν συντομία ο ασθενής πρέπει να ανάπτυξη αυτή την ικανότητα να περνάει από την συμμαχία της δουλειάς στη νεύρωση της μεταβίβασης. Αυτό υποθέτει επίσης, στο επίπεδο των σχέσεων αντικειμένου, ότι ο ασθενής κατέχει την απαραίτητα ελαστικότητα για να ταλαντεύεται ανάμεσα στην οπισθοδρόμηση και στην πρόοδο και για να διαμορφώνει διαφορετικά μίγματα αυτών των δύο.

Πρέπει να μπορεί να ανεχτεί την αβεβαιότητα το άγχος και την απελπισία, τις ενοχλήσεις και τις ταπεινώσεις που προκύπτουν μέσα στην πορεία της ψυχανάλυσης χωρίς να προβεί σε καταστροφικές πράξεις. Ζητάμε από τον ασθενή να μιλάει για τα συναισθήματα του κατά τη διάρκεια της συνεδρίας, με τέτοιο τρόπο ώστε να ζει πραγματικά. Αλλά όμως δεν θέλουμε να γίνει κατανοητό ή να αποπροσανατολιστεί. Στο τέλος της συνεδρίας, περιμένουμε απ’ αυτόν να μπορεί να γυρίσει σπίτι του χωρίς να σκοτώσει κανέναν, όσο μακριά κι αν είχε πάει πριν στο μονοπάτι της παλινδρόμησης. Ακόμη, ελπίζουμε ότι θα σκεφτεί και θα προβάλει προς τα έξω την συνεδρία της ενδοσκόπησης και την ανάλυση, ότι θα μας μεταφέρει εσωτερικούς δεσμούς, τις αναμνήσεις και τα καινούργια συμβολικά όνειρα. Όμως δεν θέλουμε να ζει όλη του τη ζωή σαν μια γιγάντια συνεδρία ανάλυσης.

Ζητάμε από τον ασθενή να μην κάνει μεγάλες αλλαγές στην τωρινή του κατάσταση αν ήταν σε βάθος ανάλυση. Γι’ αυτό πρέπει να μάθει να περιμένει, να μάθει ν’ αναφέρει ορισμένες από τις πράξεις του χωρίς ν’ αφήνεται στην απελπισία ή την παραίτηση. (αυτό είναι ένα πρόβλημα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, στην διδακτική ανάλυση). Η ψυχανάλυση απαιτεί από τον ασθενή να έχει μια σχέση όσο το δυνατό ειλικρινή και αυθόρμητη με τα σημαντικά πρόσωπα που τον περιβάλλουν, αλλά περιμένει επίσης απ’ αυτόν να εισάγει τις εμπειρίες του μέσα στο πλαίσιο της ανάλυσης. Παρατηρούμε συνέχεια αυτές τις αντιμαχόμενες σειρές λειτουργιών του εγώ που η κατάσταση απαιτεί από τον ασθενή. Πρέπει άλλοτε να πειραματίζεται κι άλλοτε να παρατηρεί να είναι παθητικός και ενεργητικός, να αφήνεται λίγο ή πολύ και αυτοελέγχεται.

Για να παράγει το αναλυτικό υλικό, ο ασθενής πρέπει να μπορεί να η παλινδρομεί να προοδεύει. Μέσα από την κατάσταση της παλινδρόμησης θα βρει και θα συλλέξει το υλικό, και μέσα στην προοδευτική έκθεση. Πριν μπορέσει ν’ αναλύσει τις δοσμένες από τον αναλυτή εσωτερικεύσεις, ο ασθενής πρέπει πρώτα να επιβεβαιώσει την ακρίβεια μέσω της ενδοσκόπησης, του διαλογισμού και της σκέψης πριν τις εσωτερικεύσει. Μετά από ορισμένο χρόνο, οι καινούργιες εσωτερικεύσεις οδηγούν σ’ ένα επαναπροσανατολισμό και σε μια επανεκτίμηση.

 

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Τα κίνητρα και οι ικανότητες του ασθενή του επιτρέπουν να εργαστεί στην ανάλυση συνδέονται στενά με την προσωπικότητα του και τα στοιχεία του χαρακτήρα του. Όσον αφορά τον ορισμό της ικανότητας ενός ασθενή να πληρεί τις απαιτήσεις της αναλυτικής κατάστασης, είναι πάντα πιο εύκολο να υπογραμμίσει κανείς τα αρνητικά κριτήρια παρά τα θετικά. Οι αντενδείξεις είναι πάντα πιο ακριβείς από τις ενδείξεις.

Η διάγνωση δεν αποτελεί ένα σίγουρο οδηγό εκτός από τις εκδηλωμένες ψυχώσεις. Η εκτίμηση της δυνατότητας ανάλυσης του ασθενή πρέπει να περιλαμβάνουν μια κριτική πάνω στα στοιχεία της προσωπικότητας και του χαρακτήρα υγιή και παθολογικά. Ακόμη, κατά τη γνώμη μεν τα στοιχεία που απαιτούνται από τον ασθενή είναι τα ίδια που απαιτούνται κι από τον ψυχαναλυτή και προτιμώ να τα μελετήσω από την μεριά του αναλυτή.

ΤΙ ΑΠΑΙΤΕΙ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΗ

Για να εξασκήσει μια θεραπευτική ψυχανάλυση, ο ψυχαναλυτής πρέπει να μπορεί να πραγματοποιεί ορισμένες διεργασίες και τεχνικές πάνω στον ασθενή και στον εαυτό του. Για να εκτελεί σωστά αυτές τις διεργασίες, ο ψυχαναλυτής πρέπει να κάνει χρήση ορισμένων ψυχολογικών διαδικασιών στο εσωτερικό του. Γιατί είναι αυτό που περνάει από το δικό του πνεύμα, αυτό που του επιτρέπει περισσότερο απ’ όλα να καταλάβει τι περνάει από το μυαλό του άλλου ατόμου. Κατά συνέπεια τεχνογνωσία του ψυχαναλυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δικό του ασυνείδητο και το βαθμό της προσβασιμότητα στο συνειδητό εγώ.

Βέβαια, ζητάμε από τον αναλυτή να κατέχει ένα υψηλό επίπεδο κουλτούρας και ευφυΐας αλλά ένα ασυνείδητο νου προσιτό και κατανοητό είναι ένα προσόν ακόμη πιο σημαντικό. Η υποχρέωση για όλους τους ψυχαναλυτές να έχουν ακολουθήσει μια αναλυτική θεραπεία πριν μπορέσουν οι ίδιοι να την εξασκήσουν δεν έχει σαν μοναδικό σκοπό να πείσει τον αναλυτή για τη δύναμη των ασυνείδητων παραγόντων και να τον απευαισθητοποιήσει σε ορισμένους τομείς όπου τα δικά του προβλήματα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του η προσωπική ανάλυση έχει επίσης σκοπό να κάνει διαθέσιμο στο συνειδητό εγώ του αναλυτή τις τάσεις τις άμυνες φαντασιώσεις και τις ασυνείδητες διαμάχες της δικής του παιδικής ηλικίας και τους μετέπειτα απογόνους τους.

Ορισμένες απ’ αυτές τις διαμάχες θα έχουν λυθεί, άλλες θα μείνουν απαράλλαχτες ενώ παραμένουν προσβάσιμα πρώτα απ’ όλα, οι ασυνείδητες διαμάχες του κλινικού αναλυτή πρέπει να έχουν καταστεί ελεγχόμενες και διαθέσιμες καθ’ όλη τη διάρκεια της δουλειάς του με τους ασθενείς του.

Είναι φανερό, ότι η λίγο ή πολύ μεγάλη επίλυση των παιδικών διαμαχών θα καθορίσει την τεχνογνωσία που ο ψυχαναλυτής μπορεί να φτάσει. Η ικανότητα του να βρίσκει μια ενστικτώδεις ευχαρίστηση και όχι σύγκρουση θ’ αύξηση την ικανότητα του εγώ να εξουδετερώνει ορισμένες λειτουργίες, να δυναμώνει και τις αυτόνομες λειτουργίες του εγώ και την ικανότητα προσαρμογής. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ενδο-συστημικές διαμάχες η τεχνογνωσία του ψυχαναλυτή απορρέει από τις ίδιες τις ψυχολογικές αλυσιδωτές διεργασίες που διαμορφώνουν την προσωπικότητα του και το χαρακτήρα του. Η γνώση του για τον εαυτό του και το χαρακτήρα του. H γνώση του για τον εαυτό του και η αντιληπτική του ικανότητα επηρεάζονται το ίδιο από το βαθμό επίλυσης των νευρωτικών του διαμαχών. Θα πήγαινε ακόμη πιο μακριά, λέγοντας ότι τα κίνητρα που τον οδήγησαν στην ψυχανάλυση, παίζουν κι’ αυτά ένα ρόλο στον τρόπο δουλειάς του με τους ασθενείς του. Το επάγγελμα, η γνώση, ο χαρακτήρας και τα κίνητρα είναι οι πιο σημαντικές αναγκαίες προϋποθέσεις. Είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους και εξαρτώνται από τα συναισθήματα, τις παρορμήσεις, τις θέσεις, τις αξίες και τις συνειδητές και ασυνείδητες φαντασιώσεις του ψυχαναλυτή. Όμως, για τους λόγους ευκρίνειας, θα χωρίσω τεχνητά τους διάφορους παράγοντες σε τρεις ομάδες – τα προσόντα, τα στοιχεία του χαρακτήρα και της προσωπικότητας, και τα κίνητρα για ν’ απαντήσω στην ερώτηση.

 

ΤΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΤΟΥ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΗ

Να καταλαβαίνει το ασυνείδητο

Το πρώτο προσόν που απαιτείται από τον ψυχαναλυτή είναι η ικανότητα του να μεταφράζει τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις φαντασιώσεις και τις παρορμήσεις και την συνειδητή γλώσσα. Πρέπει να μπορεί να διαιστανθεί αυτό που κρύβεται πίσω από τα διάφορα θέματα που «πιάνει» (αναφέρει) ο ασθενής και τη συνεδρία. Πρέπει να βλέπει τους ατελείς, (τμηματικούς) πίνακες που ζωγραφίζει ο ασθενής και παράλληλα να τους μεταφράζει την αρχική και ασυνείδητη τους φόρμα. Να ένα απλό παράδειγμα:

Ένας νέος άντρας που λέει το θυμό του και την απέχθεια του όσον αφορά τις συνήθειες υγιεινής της μεγαλύτερης αδερφής. Αφήνει πάντα μισάνοιχτη την πόρτα, για να βλέπει αυτός σαν κατά τύχη τα απαίσια γυμνά της στήθη. Μπορεί ακόμη ν’ αφουγκράζεται τους θορύβους της αφόδευση, κι αυτί είναι αηδιαστικό. Κι όταν πάει με τη σειρά του στην τουαλέτα μπορεί ακόμη να οσμιστεί τις μυρωδιές του σώματος της πούδρας της. Αν υπάρχουν τρίχες μέσα στην μπανιέρα, αυτό που προκαλεί τη διάθεση να κάνει εμετό. Παρά τον έντονο και συνειδητό χαρακτήρα του θυμού του και της απέχθειας του, μας είναι εύκολα να δούμε στο πίσω πλάνο το σεξουαλικό ενδιαφέρον που δείχνει ο νέος άντρας για τις σωματικές δραστηριότητες της αδερφής του.

Οι ασυνείδητες φαντασιώσεις του ότι πιάνει στο στόμα του, διάφορα μέρη του κορμιού της αδερφής του, τον αηδιάζουν και τον προκαλούν ναυτία. Δεν θέλει να είναι, αυτό μου δεν τον θέλουν να είναι άσχημο αλλά αντίθετα θέλει να είναι ερεθιστικά.

πως φτάσαμε σ’ αυτή την ερμηνεία; Αυτός που έχει υπερπηδήσει την παιδικά αμνησία θα θυμηθεί ή θα φανταστεί εύκολα ότι οι ώρες στην τουαλέτα είναι στην παιδική ηλικία ο τόπος πολλών αισθησιακών απολαύσεων, και αυτές οι γρήγορες κρυφές ματιές μια από τις μεγαλύτερες χαρές του μικρού αγοριού. Οι αδερφές, η μητέρα ήταν κάποτε σεξουαλικά ενδιαφέρουσες, πριν το φράγμα της απώθησης υψωθεί σαν άμυνα. Δεν βλέπουμε «κατά τύχη» από το άνοιγμα της πόρτας εκτός αν επιθυμούμε αυτό το τυχαίο. Το απαγορευμένο ή το μη αποδεκτό μπορούν να είναι υπερβολικά γοητευτικά ή απεχθή: Τα αντίθετα βρίσκονται κοντά το ένα στο άλλο. Δεν παρακολουθούμε, δεν ακούμε τους θορύβους της τουαλέτας εκτός αν παίρνουμε ευχαρίστηση απ’ αυτό όπως κάνουν συνειδητά τα παιδιά και ασυνείδητα οι ενήλικες. Η θέα τριχών ή μαλλιών, φέρνει βέβαια φαντασιώσεις που αφορούν άλλα τριχωτά μέρη του σώματος, και η τάση για εμετό εξηγείται από τη φαντασίωση του να έχεις κάτι αηδιαστικό μέσα στο στόμα.

Γενικά, αηδιάζουμε όταν αισθανόμαστε ή φανταζόμαστε ότι κάτι το απωθητικό έρχεται σε επαφή με το κορμί. Τα παιδιά και οι ενήλικες έχουν ισχυρές τάσεις να παίρνουν στο στόμα τους ευχάριστα αντικείμενα, αγαπημένα ή ερεθιστικά. Όλα τα παιδιά το κάνουν φανερά, συνειδητά, οι ενήλικες πιο διακριτικά ή ασυνείδητα. Μια ακατάλληλου απέχθεια δείχνει μια εμποτισμένη επιθυμία να αγγίξουμε ή να βάλουμε στο στόμα κάτι που συνειδητά θεωρείται «βρώμικο».

 

Μετάφραση από γαλλικό κείμενο