Το φυσιολογικό και το νευρωτικό άτομο

Δεν διαφέρουν απαραίτητα. Το φυσιολογικό άτομο έχει φυσιολογικούς συγκινησιακούς μηχανισμούς. Ο νευρωτικός έχει τους ίδιους μηχανισμούς, αλλά λειτουργεί σε υπερτονική μορφή, π.χ το φυσιολογικό άτομο έχει ένα ευνόητο ενδιαφέρον για την υγεία του και την ασφάλεια του. Πηγαίνει στο γιατρό, όταν είναι απαραίτητο κ.λ.π. Η στάση του απέναντι στη ζωή και στα προβλήματα της είναι μια στάση λογική. Θα υπάρξουν καταστάσεις που θα του δημιουργήσουν κάποιο άγχος: μια κρίση στο γραφείο ή ένα αγαπημένο του πρόσωπο είναι βαριά άρρωστο, ή έχει προβλήματα με τον σπιτονοικοκύρη και απειλεί να τον διώξει. Σ’ αυτά όλα ανησυχεί σε κάποιο λογικό βαθμό, γι’ αυτό που μπορεί πιθανά να συμβεί.

Το νευρωτικό άτομο έχει μια στάση για τη ζωή περισσότερο συγκινησιακή παρά λογική. Ο νευρωτικός ανησυχεί σε μια κατάσταση όχι γι’ αυτό που είναι πιθανό να συμβεί, αλλά γι’ αυτό που είναι δυνατό. Ο νευρωτικός δεν ξέρει πάντα ότι είναι νευρωτικός. Μπορεί ν’ αποδίδει τις αποτυχίες του στο αφεντικό του, στην τύχη στους γείτονες του, στους αγαπημένους του, φτάνει να βγάλει το φταίξιμο απ’ τους δικούς του ώμους.

Η κατάσταση του επηρεάζει τους άλλους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα, όταν ο νευρωτικός έχει μια θέση εξουσίας. Σαν αφεντικό θα προσπαθήσει να βρει την ικανοποίηση του σε βάρος των υφισταμένων του. Σαν γονιός, η νεύρωση του θα έχει θλιβερό αποτέλεσμα πάνω στις σχέσεις του με το παιδί του.

              Σε μια κοινωνία όμως σαν τη δική μας, όπου και το να ζεις απλά είναι μια περίπλοκη υπόθεση, όλοι μας είμαστε σε κάποιο βαθμό νευρωτικοί. Όπως συμβαίνει και με τον πονοκέφαλο, όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός της νευρωτικής αρρώστιας σ’ ένα άτομο, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη του για κάποιο είδος επαγγελματικής βοήθειας.

Δημήτρης Μπούκουρας

Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής